ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Αννίτα-Στέφανος: Το καλό, το κακό και το εφιαλτικό σενάριο
Η 9η Ιουνίου είναι μία νύχτα όπου όλα τα σενάρια της εκλογικής μάχης– βάσει των δημοσκοπήσεων- είναι ανοικτά. Είναι πολύ πιθανόν να εξελιχθεί ένα θρίλερ για το ποιος θα λάβει τελικά την πρωτιά, μεταξύ του Δημοκρατικού Συναγερμού και του ΑΚΕΛ, δεν αποκλείεται όμως την ίδια στιγμή, να υπάρξουν τέτοιες εκπλήξεις που να απειλήσουν ακόμη και τη δεύτερη έδρα. Από τη μάχη αυτή δεν θα καταμετρηθούν μόνο τα ποσοστά τους, αλλά θα διαπιστωθεί και το μέλλον που έχουν οι δύο πολιτικοί αρχηγοί, Αννίτα Δημητρίου και Στέφανος Στεφάνου στην κομματική σκακιέρα. Τρεις παράγοντες θα κρίνουν εν πολλοίς το αποτέλεσμα:
- Η συσπείρωση των δύο κομμάτων- το μέγεθος της αποχής και από ποιόν χώρο προέρχεται
- Το ποσοστό που θα λάβει το ΕΛΑΜ
- Η τ/κ ψήφος
Η τακτική της περασμένης δεκαετίας
Στον ΔΗΣΥ κύριος στόχος είναι η συσπείρωση του κόμματος, καθώς κάτι τέτοιο διασφαλίζει την πρωτιά και την αποτροπή της περαιτέρω εσωστρέφειας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έχει ήδη ξεκινήσει το μανιχαϊστικό δίλημμα Δεξιάς-Αριστεράς, με τον συνδυασμό των δύο άκρων. Ο ΔΗΣΥ φρόντισε να κάνει λόγο για αγκυλώσεις και δογματισμούς του ΑΚΕΛ, αλλά και να θυμίσει τη διακυβέρνηση Χριστόφια με το «έκαναν σκουπίδια την οικονομία μας». Στην Πινδάρου η μέθοδος της «καταστροφικής» διακυβέρνησης Χριστόφια και του φόβου επανόδου της, χρησιμοποιείται την τελευταία δεκαετία με σχετική επιτυχία. Το ερώτημα είναι αν ένα τέτοιο αφήγημα έχει οποιαδήποτε θέση στη σημερινή κοινωνία, όπου οι προκλήσεις είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που ήταν την περασμένη δεκαετία. Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιήθηκε και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κασουλίδης για να ψέξει τις πολιτικές του ΑΚΕΛ και της Αριστεράς. Μία κίνηση που ενδεχομένως να συσπειρώσει, ενδεχομένως όμως να γυρίσει μπούμερανγκ, αν ληφθεί υπόψη η εξής αντίφαση: ο Ιωάννης Κασουλίδης που τοποθετήθηκε αλλά και άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΔΗΣΥ ήταν υπέρ της υπέρβασης στις προεδρικές εκλογές του 2023, χωρίς να ανησυχούν για την επέλαση της Αριστεράς.

Η απουσία από το Pride
Η ανησυχία για τις διαρροές προς το ΕΛΑΜ, έχουν ήδη κινητοποιήσει την Πινδάρου να παρουσιάσει το αφήγημα των δύο άκρων. Ένα αφήγημα που χρησιμοποιείται -και από εκεί υιοθετήθηκε- στην Ελλάδα. Πράγματι, ΕΛΑΜ και ΑΚΕΛ είχαν κοινές θέσεις στην οικονομία, όπως όμως και ο ΔΗΣΥ με το ΕΛΑΜ, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες, πέραν της μετακίνησης στελεχών του. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτηση της Αννίτας Δημητρίου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, όταν είπε πως δεν είναι έτοιμη η κοινωνία. Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαία η πλήρης απουσία του ΔΗΣΥ-πλην της Χριστιάνας Ξενοφώντος- από το Gay Pride. Κίνηση που συζητήθηκε εντόνως και από την ίδια την Accept την Κυριακή που πέρασε.
Η καθιέρωση και η πανωλεθρία
Για την Αννίτα Δημητρίου υπάρχουν διάφορα σενάρια στο τραπέζι για το ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της 9ης Ιουνίου. Αν διατηρήσει την πρωτιά και ένα ποσοστό της τάξεως του 27%, τότε η ίδια καθιερώνεται στο πολιτικό σκηνικό, σβήνει τις σκιές αμφισβήτησης και βλέπει με αυτοπεποίθηση το 2028. Ένα ποσοστό μεταξύ 25-27% είναι πάλι διαχειρίσιμο καθώς θα χρησιμοποιήσει το χαρτί της κρίσης που προηγήθηκε για να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα. Τα βήματά της βεβαίως θα είναι κρίσιμα μέχρι και τις βουλευτικές του 2026 όπου αν υπάρξει ένα κακό αποτέλεσμα τότε δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο αμφισβήτησής της. Ένα ποσοστό που θα φτάνει το 22% θεωρείται πανωλεθρία και δεν αποκλείεται να ανοίξει πρόωρα το κεφάλαιο της αμφισβήτησής της από στελέχη της προηγούμενης φρουράς που ήδη ενοχλούνται από την διαχείριση που κάνει. Μεγάλο στοίχημα για την ίδια σε αυτή τη μάχη είναι να φέρει κόσμο κοντά, καθώς είναι εμφανές πως πλέον δεν υπάρχουν τα στελέχη, ούτε μία δυνατή και έμπιστη ομάδα στο πλευρό της.
Το «φάγωμα» της Αννίτας
Το κακό σενάριο πάντως είναι κάτι που φημολογείται ιδιαίτερα, όχι από τους εσωκομματικούς αντίπαλους της Αννίτας Δημητρίου, αλλά από την ίδια την Πινδάρου. Το είδαμε στην περίπτωση της Προέδρου του ΔΗΣΥ όταν μίλησε για ανελέητο πόλεμο και όταν είπε πως κάποιοι θέλουν να μην τα πάει καλά το κόμμα. Την ίδια ρητορική χρησιμοποίησε στην τελική ευθεία ο υποψήφιος για την Δημαρχία της Λευκωσίας Νίκος Τορναρίτης, όταν σε συνέντευξή του στο Legalmatters ανέφερε ότι κάποιοι θέλουν να χάσει ο ίδιος για να «φάνε την Αννίτα». Είναι για πολλούς μία προσπάθεια διαχείρισης της ήττας, είναι για άλλους όμως ένδειξη της βαθιάς εσωστρέφειας που υπάρχει στο κόμμα, λίγο πριν την μεγάλη μάχη. Το αν θα βοηθήσει ή αν θα επιδεινώσει την κατάσταση είναι βεβαίως ανοικτό.
Για το ΑΚΕΛ η μάχη της 9ης Ιουνίου είναι μία μάχη με πολλά διακυβεύματα. Και αυτό γιατί οι ευρωεκλογές δεν ήταν ποτέ το δυνατό κομμάτι της Αριστεράς, αντιθέτως επειδή για χρόνια υπήρχε έντονο το στοιχείο του ευρωσκεπτικισμού, το κόμμα της Αριστεράς δεν κατάφερνε να συσπειρώνει. Σε αντίθεση με τον ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ θέλει να περάσει όσο το δυνατόν απαρατήρητο σε αυτή την εκλογική μάχη και σίγουρα να αποφύγει τις έντονες αντιπαραθέσεις. Αφενός γιατί θεωρεί πως η αρνητική ατζέντα γυρίζει μπούμερανγκ στο κόμμα, αφετέρου γιατί δεν θέλει επουδενί να συσπειρώσει εναντίον του την δεξιά –που είναι και η πλειοψηφική στην Κύπρο- ψήφο.
Το ερώτημα ωστόσο για το ΑΚΕΛ είναι αν η πολιτική της πλήρους μετριοπάθειας, των χαμηλών εώς και ανύπαρκτων τόνων, μπορεί να το βοηθήσει πρώτα και κύρια να συσπειρωθεί αλλά και στην συνέχεια να κερδίσει την πρωτιά. Ο Στέφανος Στεφάνου αποφεύγει με κάθε τρόπο να μιλήσει για πρωτιά, περιορίζεται σε ένα καλό αποτέλεσμα, στην διατήρηση των δύο εδρών. Όλο αυτό ωστόσο στέλνει το μήνυμα ότι δεν υπάρχει σαφές πολιτικό αφήγημα αλλά και διακύβευμα για να συσπειρώσει τον κόσμο του. Στο ζήτημα της συσπείρωσης, αλλά και της αυτοπεποίθησης, δεν βοηθά και το γεγονός ότι ενώ το κόμμα επιχείρησε να προχωρήσει σε συνεργασίες στην τοπική αυτοδιοίκηση, έχει ελάχιστα στελέχη δικά του που αγωνίζονται σε αυτές ως υποψήφιοι δήμαρχοι-περιφερειάρχες σε αντίθεση με τον ΔΗΣΥ.

Τα στοιχήματα
Στόχος του Στέφανου Στεφάνου από την κάλπη της 9ης Ιουνίου είναι να αποτελεί το σκαλί για την πρωτιά στις βουλευτικές του 26 και μετέπειτα σε μία καθαρή νίκη στις προεδρικές του 28. Μία καθαρή πρωτιά τον καθιερώνει στο πολιτικό σκηνικό, του δίνει την ευκαιρία να προχωρήσει σε ανοίγματα στις βουλευτικές εκλογές και πολύ πιθανό σε συνεργασίες στις προεδρικές εκλογές του 28, γιατί όχι, με τον ίδιο υποψήφιο. Η δεύτερη θέση, ενισχύει τα μουρμουρητά εντός του κόμματος, καθώς το μομέντουμ –με διασπασμένο τον ΔΗΣΥ και προβλήματα στην εικόνα του Προέδρου- ευνοούσαν πλήρως το ΑΚΕΛ να πετύχει πρωτιά. Το χειρότερο ωστόσο σενάριο για το κόμμα και τον ίδιο είναι η απώλεια της δεύτερης έδρας. Οι αλλαγές που έκανε εντός του κόμματος μπορεί να θεωρήθηκαν επουσιώδη για το ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο, όμως για τον σκληρό κομματικό πυρήνα και ιδίως παροικούντες την Εζεκία Παπαϊωάννου θεωρείται πως απονεύρωσε σημαντικά την ιδεολογία του κόμματος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το στοίχημα για τον ίδιο είναι μια καθαρή νίκη η οποία θα στείλει το μήνυμα πως οι εσωκομματικές αλλαγές επιβραβεύθηκαν από την κοινωνία. Σε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, ανοίγει η πόρτα της εσωστρέφειας, κυρίως από στελέχη που είχαν εκφράσει σαφή διαφωνία με τον νέο τρόπο λειτουργίας του ΑΚΕΛ το οποίο αποτίναζε δογματισμούς και σκληρές ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαίες οι διαφωνίες για παράδειγμα του επαρχιακού Λευκωσίας-Κερύνειας και βουλευτή Χρίστου Χριστόφια, όπως και άλλων έμμισθων στελεχών για τη νέα κατάσταση πραγμάτων.
Ο γρίφος των Τ/κ
Η πρωτιά θα κριθεί – αν ληφθούν υπόψη οι δημοσκοπήσεις- από τον αριθμό των Τ/κ. Κατά την προηγούμενη μάχη των ευρωεκλογών οι Τ/κ που συμμετείχαν έφτασαν σχεδόν τις 6.000. Ήταν η υποψηφιότητα Νιαζί Κιζίλγιουρεκ που συγκέντρωσε όπως υπολογίζεται περίπου 4000, ήταν όμως και το Κίνημα Γιασεμί με τον Σενέρ Λεβέντ. Αν ληφθεί υπόψη πως οι Τ/κ υποψήφιοι είναι τρεις –ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ έχει στο πλευρό του τον μηχανισμό του CTP ενώ ο Χουλουσι Κιλίμ προτού ενταχθεί στο Volt ήταν στο κόμμα του Ακιντζί- θεωρείται πως θα υπάρξει περαιτέρω κινητοποίηση και προσέλευση. Αν η πρωτιά κριθεί στις τ/κ ψήφους, ο ΔΗΣΥ θα το διαχειριστεί με το αφήγημα πως η νίκη είναι δική του στους Ε/κ. Στο ΑΚΕΛ πάντως, αντιλαμβάνονται πως το διακύβευμα της τ/κ ψήφου είναι πολύ μεγάλο. Όχι μόνο γιατί μπορεί να ενισχύσει τα ποσοστά του κόμματος, αλλά και για το αποτέλεσμα. Δεν είναι κρυφό ότι στο κόμμα υπάρχει ανησυχία στο ενδεχόμενο που ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ αποκλειστεί, καθώς αυτό θα στείλει ένα πολύ άσχημο μήνυμα στην τ/κ κοινότητα αλλά και στο CTP που ήδη εργάζεται για την υποψηφιότητα Κιζίλγιουρεκ.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.
Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.
Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.
Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.
Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;
Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;
Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».
Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.
Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.
Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.
Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.
Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.
Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.
–Sniper–
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record2 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
Off the Record1 month agoΟι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028






