Off the Record
Εθνικές επέτειοι και εμείς
Οι εθνικές επέτειοι της 25ης Μαρτίου 1821 και της 1ης Απριλίου 1955 αποτελούν κορυφαίους σταθμούς της ιστορικής διαδρομής του ελληνισμού. Δεν είναι απλώς ημέρες μνήμης και τιμής προς τους αγωνιστές, αλλά ζωντανά υπενθυμίσματα των διαχρονικών αξιών της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και της αυτοδιάθεσης. Τα μηνύματα που εκπέμπουν και οι δύο επέτειοι είναι κοινά και διαχρονικά: η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται με αγώνες, θυσίες και αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή καταπίεσης.
Στη σημερινή συγκυρία, ωστόσο, γεννάται εύλογα το ερώτημα: κατά πόσο αυτά τα μηνύματα μεταφράζονται σε πράξη από τη σύγχρονη πολιτική ηγεσία; Ποια είναι η στάση και η στρατηγική που ακολουθείται στο εθνικό ζήτημα της Κύπρου; Παρατηρείται ότι η πλευρά μας έχει επενδύσει σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες της στην καλή θέληση της άλλης πλευράς, καθώς και στη στήριξη φίλων και εταίρων, τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο ευρύτερο διεθνές περιβάλλον.
Η πραγματικότητα, όμως, φαίνεται να διαψεύδει αυτές τις προσδοκίες. Η τουρκική πλευρά όχι μόνο δεν δείχνει διάθεση εξομάλυνσης, αλλά αντιθέτως εντείνει τις διεκδικήσεις της, επεκτείνοντας τις αξιώσεις της σε εδάφη, φυσικούς πόρους και πολιτική επιρροή, πολύ πέραν των ορίων που η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί αποδεκτά. Παράλληλα, οι διεθνείς εταίροι, αντί να λειτουργούν ως σταθεροποιητικός παράγοντας, συχνά περιορίζονται σε συστάσεις για «αυτοσυγκράτηση», ενθαρρύνοντας στην πράξη τη συνεχή υποχώρηση της δικής μας πλευράς.
Στα κέντρα λήψης αποφάσεων – είτε πρόκειται για το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες, την Ουάσιγκτον ή τη Νέα Υόρκη – διαμορφώνεται ένα πλαίσιο το οποίο, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις θέσεις και τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκφράζονται ανησυχίες ότι προωθούνται πολιτικές που, άμεσα ή έμμεσα, ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναβάθμιση του ψευδοκράτους, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό και ανησυχία στην κοινή γνώμη.

Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, καταγράφονται εξελίξεις που εντείνουν αυτή την αίσθηση. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία εμφανίζεται ιδιαίτερα δραστήρια στο διεθνές πεδίο, επιδιώκοντας επαφές και στήριξη για τις θέσεις της. Αντίθετα, η ελληνοκυπριακή πλευρά συχνά κατηγορείται για περιορισμένη διπλωματική κινητικότητα, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση ενός παθητικού ρόλου. Παράλληλα, δεν παρατηρείται πάντοτε η αναμενόμενη ένταση στις δημόσιες τοποθετήσεις ευρωπαϊκών θεσμών έναντι των τουρκικών ενεργειών, κάτι που ενισχύει το αίσθημα απογοήτευσης.
Η στάση της Ευρώπης, ειδικότερα, αποτελεί αντικείμενο έντονης κριτικής. Οι αρχές και οι αξίες που η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση προβάλλει – δημοκρατία, ελευθερία, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων – φαίνεται, σύμφωνα με αυτή την οπτική, να μην εφαρμόζονται με την ίδια συνέπεια στην περίπτωση της Κύπρου. Η συνεχιζόμενη κατοχή σημαντικού μέρους του κυπριακού εδάφους και οι επιπτώσεις της σε χιλιάδες πολίτες αποτελούν ζητήματα που παραμένουν ανοικτά εδώ και δεκαετίες, χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς την επίλυσή τους.
Υπό το πρίσμα αυτό, ενισχύεται η άποψη ότι απαιτείται μια πιο διεκδικητική και ενεργητική στρατηγική από πλευράς Λευκωσίας. Η ανάδειξη του Κυπριακού ως ζητήματος διεθνούς δικαίου και δικαιοσύνης, με έμφαση στις παραβιάσεις που καταγράφονται, θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό άξονα μιας τέτοιας πολιτικής. Παράλληλα, η ανάγκη για συνέπεια και σαφήνεια στα μηνύματα που εκπέμπονται προς το εξωτερικό καθίσταται επιτακτική.
Το ζήτημα της τουρκικής παρουσίας στην Κύπρο παραμένει κομβικό. Η κατοχή περίπου του 40% του νησιού συνιστά μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ανάδειξη της κατάστασης αυτής σε διεθνή φόρα, με τεκμηριωμένο και συστηματικό τρόπο, αποτελεί πρόκληση αλλά και αναγκαιότητα. Παράλληλα, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται πλήρως τις γεωπολιτικές προεκτάσεις της κατάστασης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των δυτικών χωρών. Διατυπώνεται η άποψη ότι η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορούσαν να αποτελέσουν έναν αξιόπιστο πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή, συμβάλλοντας στην ασφάλεια και τη συνεργασία. Ωστόσο, η αξιοποίηση αυτής της δυναμικής φαίνεται να μην έχει επιτευχθεί στον βαθμό που θα μπορούσε, γεγονός που εγείρει ερωτήματα ως προς τις προτεραιότητες και τις στρατηγικές επιλογές των διεθνών δρώντων.
Ταυτόχρονα, η ένταση στην ευρύτερη περιοχή και η ρητορική που αναπτύσσεται δημιουργούν ανησυχίες για το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επιπτώσεις δεν θα περιορίζονταν μόνο σε διμερές επίπεδο, αλλά θα επηρέαζαν συνολικά τη σταθερότητα της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας. Η προετοιμασία και η ετοιμότητα, σε όλα τα επίπεδα – διπλωματικό, πολιτικό και αμυντικό – αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική διαχείριση των προκλήσεων.
Τελικά, οι εθνικές επέτειοι δεν είναι μόνο στιγμές αναδρομής στο παρελθόν, αλλά και αφορμές για προβληματισμό και επαναπροσδιορισμό της πορείας μας. Τα διδάγματα της ιστορίας υπενθυμίζουν ότι η προάσπιση της ελευθερίας και των εθνικών δικαίων απαιτεί συνέπεια, ενότητα και αποφασιστικότητα. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να τα μετατρέψουμε σε πράξη, αντλώντας έμπνευση από τους αγώνες του παρελθόντος και προσαρμόζοντάς τους στις απαιτήσεις του παρόντος.
ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record
Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η κατοχή δεν συντηρείται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας. Συντηρείται και από την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στα κατεχόμενα, δραστηριότητα στην οποία, δυστυχώς, συμμετέχουν και χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.
Κάθε επίσκεψη στα παράνομα καζίνα των κατεχομένων δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική επιλογή ψυχαγωγίας. Αποτελεί οικονομική ενίσχυση ενός παράνομου καθεστώτος που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στη στρατιωτική κατοχή και την οικονομική στήριξη της Άγκυρας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ανάμεσα στους επισκέπτες των καζίνων συγκαταλέγονται και πρόσωπα που υπηρέτησαν επί δεκαετίες την Κυπριακή Δημοκρατία, τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα ή τον τραπεζικό χώρο. Πολίτες που απολάμβαναν την ασφάλεια και τα ωφελήματα του κράτους δικαίου επιλέγουν σήμερα να ενισχύουν οικονομικά τις δομές ενός κατοχικού καθεστώτος που αμφισβητεί καθημερινά την κυριαρχία της ίδιας τους της πατρίδας.
Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μια τιμούμε τους πεσόντες, αναζητούμε ακόμη τους αγνοουμένους, στεκόμαστε δίπλα στους πρόσφυγες και στους εγκλωβισμένους. Από την άλλη, συμπατριώτες μας αφήνουν εκατομμύρια ευρώ στις επιχειρήσεις των κατεχομένων, ενισχύοντας έμμεσα μια οικονομία που λειτουργεί προς όφελος της κατοχικής δύναμης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στα καζίνα.
Την ίδια ώρα που χρήματα από τις ελεύθερες περιοχές καταλήγουν στα κατεχόμενα, η Τουρκία συνεχίζει να δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους. Η υπόθεση της νεκρής ζώνης και ιδιαίτερα τα γεγονότα στην Πύλα κατέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η Άγκυρα εφαρμόζει με συνέπεια τη γνωστή στρατηγική των μικρών αλλά συνεχών επεκτάσεων. Κάθε βήμα που μένει αναπάντητο μετατρέπεται στο επόμενο τετελεσμένο.
Η νεκρή ζώνη δεν αποτελεί τουρκικό έδαφος. Είναι περιοχή που βρίσκεται υπό την ευθύνη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών ως ζώνη ασφαλείας. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος της συνιστά σοβαρή παραβίαση των συμφωνημένων δεδομένων και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο της καθημερινότητας.
Τα επεισόδια στην Πύλα, κατά τα οποία δέχθηκαν επιθέσεις ακόμη και μέλη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, απέδειξαν ότι η Τουρκία δεν διστάζει να αμφισβητήσει ούτε την παρουσία του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όταν αυτό εξυπηρετεί τους στρατηγικούς της σχεδιασμούς. Όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι τουρκικές επιδιώξεις περιορίζονται στα σημερινά δεδομένα της κατοχής, απλώς αγνοούν την πραγματικότητα των τελευταίων πέντε δεκαετιών.
Γι’ αυτό και τα δύο ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η οικονομική ενίσχυση των κατεχομένων και η σταδιακή επέκταση των κατοχικών τετελεσμένων αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια πλευρά εισρέουν χρήματα που ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα του κατοχικού καθεστώτος. Από την άλλη, επιχειρείται η δημιουργία νέων δεδομένων επί του εδάφους, ώστε η κατοχή να παγιώνεται ακόμη περισσότερο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίσει και τα δύο μέτωπα με αποφασιστικότητα. Να εφαρμόζει απαρέγκλιτα τη νομοθεσία όπου αυτή παραβιάζεται, να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο διπλωματικό και νομικό μέσο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και να υπενθυμίζει διαρκώς στη διεθνή κοινότητα ότι η κατοχή δεν αποτελεί μια «παγωμένη διαφορά», αλλά μια συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο στην Πολιτεία.
Ανήκει και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Ο πατριωτισμός δεν εξαντλείται στις επετειακές ομιλίες, ούτε στις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από τις προσωπικές μας επιλογές. Δεν μπορεί κανείς να καταδικάζει την κατοχή και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί, έστω και έμμεσα, τις οικονομικές δομές που τη συντηρούν.
Η Κύπρος εξακολουθεί να ζει τις συνέπειες της εισβολής του 1974. Οι πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες. Οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Οι εγκλωβισμένοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται. Η κατοχή δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι μια καθημερινή πραγματικότητα.
Γι’ αυτό η ενίσχυση των παράνομων καζίνων στα κατεχόμενα δεν μπορεί να θεωρείται μια αθώα προσωπική επιλογή. Είναι μια πράξη με πολιτικές, οικονομικές και εθνικές προεκτάσεις. Και ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται από όλους μας με τη σοβαρότητα που της αρμόζει.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα τετελεσμένα παγιώνονται όταν οι κοινωνίες συνηθίζουν να τα αποδέχονται. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδιαφορίας ούτε της λήθης.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
Off the Record
Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
Μια νέα περίοδος διεργασιών και διπλωματικών ζυμώσεων αρχίζει για το Κυπριακό. Ωστόσο, οι προοπτικές για ουσιαστική πρόοδο παραμένουν, για ακόμη μία φορά, εξαιρετικά περιορισμένες. Τίποτα δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι οι επερχόμενες προσπάθειες θα οδηγήσουν σε ουσιαστική εξέλιξη.
Η Τουρκία όχι μόνο δεν υποχωρεί από τις πάγιες θέσεις της, αλλά συνεχίζει να κλιμακώνει τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της. Είναι πλέον καιρός να γίνει κατανοητό ότι, χωρίς ουσιαστικές πιέσεις και χωρίς το ενδεχόμενο πολιτικού ή διπλωματικού κόστους, η Άγκυρα –η οποία κρατά το κλειδί των εξελίξεων– δεν έχει κανένα κίνητρο να μεταβάλει τη στάση της.
Η μόνη δύναμη που διαθέτει την επιρροή να επηρεάσει αποφασιστικά την τουρκική ηγεσία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και στη σημερινή συγκυρία, όπου οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον μοναδικό διεθνή παράγοντα με τη δυνατότητα να ασκήσει πραγματική πίεση στην Τουρκία.
Το ζητούμενο είναι να πεισθεί η αμερικανική ηγεσία ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξυπηρετείται με παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, αλλά με την προάσπιση του διεθνούς δικαίου και την αποκατάσταση της νομιμότητας. Αναμφίβολα, η Τουρκία διατηρεί σημαντική γεωστρατηγική αξία για τη Δύση. Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων ετών έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά.
Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πλέον ως ο αδιαμφισβήτητος και αξιόπιστος σύμμαχος του δυτικού κόσμου. Οι σχέσεις της με οργανώσεις όπως η Χαμάς, η προσέγγισή της με το Ιράν, οι επανειλημμένες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον και η έντονη αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ –τον στενότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή– καταδεικνύουν μια διαφορετική στρατηγική πορεία. Παράλληλα, οι επιλογές του Προέδρου ΡετζέπΤαγίπΕρντογάν έχουν επανειλημμένα προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και έχουν δοκιμάσει τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι η Τουρκία αρνήθηκε να διευκολύνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, γεγονός που ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής της σύμπλευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κανείς δεν αναμένει, ούτε ζητεί, από τις ΗΠΑ να αντιπαρατεθούν στρατιωτικά με την Τουρκία. Εκείνο που αναμένουμε είναι να αξιοποιήσουν το πολιτικό και διπλωματικό τους βάρος, ώστε να καταστήσουν σαφές στην Άγκυρα ότι η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των θεμελιωδών αρχών της διεθνούς νομιμότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τα μέσα να επηρεάσουν ουσιαστικά την τουρκική στάση και να ενθαρρύνουν την ευθυγράμμισή της με τις αποφάσεις και τις αρχές του ΟΗΕ. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση.
Η Κύπρος, η Ελλάδα και ο ευρύτερος Ελληνισμός υπήρξαν διαχρονικά συνεπείς φίλοι και αξιόπιστοι εταίροι της Δύσης και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το απέδειξαν έμπρακτα τόσο στο παρελθόν όσο και στη σύγχρονη εποχή και εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες σταθερότητας σε μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή ασφάλεια.
Γι’ αυτό και δικαιολογημένα αναμένουμε ότι, στη νέα αυτή προσπάθεια επανεκκίνησης των συνομιλιών για το Κυπριακό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο. Θα ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους απέναντι σε έναν στρατηγικό εταίρο, όπως οι ίδιες χαρακτηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, συμβάλλοντας έμπρακτα στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της διεθνούς νομιμότητας.
Αυτό δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση απέναντι στην Κύπρο και τον Ελληνισμό. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του κράτους δικαίου, αξίες τις οποίες οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν ότι υπηρετούν και υπερασπίζονται.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΜεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη






