ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Υπόθεση σαραντάρηδων ο ΔΗΣΥ – Το χρονικό και τα αίτια της ανατροπής
Η χθεσινή ημέρα αναμφίβολα θα μείνει στην ιστορία του Δημοκρατικού Συναγερμού, κυρίως επειδή σφράγισε την επόμενη ημέρα, και διασφάλισε την αλλαγή ηγεσίας στις 11 Μαρτίου. Και όχι μια οποιαδήποτε νέας ηγεσίας, αλλά μιας ηγεσίας που προέρχεται από τη νέα γενιά στελεχών, αφού οι σκυτάλη περνά από τους εξηντάρηδες στους σαραντάρηδες. Θα πρόκειται δηλαδή για μια πραγματική αλλαγή γενιάς στην ηγεσία του κόμματος και αυτό που μένει να διαφανεί, είναι ποιος εκ των δύο υποψηφίων, θα είναι αυτός που θα επικρατήσεις στις εκλογές της 11ης Μαρτίου.
Μετά το οργιώδες παρασκήνιο των τελευταίων 24ωρων, ήταν ξεκάθαρο πως μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας θα υπήρχαν ανατροπές. Από τη μια η πίεση στην Αννίτα από πρωτοκλασάτα στελέχη του κόμματος να βγει μπροστά, από την άλλη η αμφισβήτηση, και από την υπόλοιπη ηγεσία αλλά και από μέρος της βάσης του κόμματος, έναντι της υποψηφιότητας του Αβέρωφ Νεοφύτου και τέλος, τα βαρίδια που κάποιοι υπενθύμισαν ότι κουβαλά ο Χάρης Γεωργιάδης από τη θητεία του στο υπουργείο Οικονομικών, δημιούργησαν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο παίχθηκε το όλο σκηνικό με αποκορύφωμα την άφιξη της Αννίτας Δημητρίου στην Πινδάρου, την κατάθεση της υποψηφιότητας της και λίγο αργότερα τις λακωνικές δηλώσεις αποχώρησης του Αβέρωφ Νεοφύτου.
Υπενθυμίζεται πως η αρχική πρόθεση της Αννίτας Δημητρίου, ήταν να υποβάλει υποψηφιότητα εάν και εφόσον και οι τρεις μέχρι χθες ενδιαφερόμενοι, ο Αβέρωφ Νεοφύτου, ο Χάρης Γεωργιάδης και ο Δημήτρης Δημητρίου, δηλαδή, έκαναν πίσω και αποδεχόντουσαν τη δική της υποψηφιότητα, έτσι ώστε να αποφευχθούν οι κάλπες και η συνεπακόλουθη εσωστρέφεια που παραδοσιακά συνοδεύει εσωκομματικές εκλογές. Εν τέλει φαίνεται ότι η πρόεδρος της Βουλής, αποφάσισε να καταθέσει την υποψηφιότητα της παρά το γεγονός ότι έλαβε από τον Δημήτρη Δημητρίου την απάντηση πως, οι εκλογές είναι υγεία και πλέον το ενδιαφέρον στρέφεται στην 11η Μαρτίου, όταν τα χιλιάδες μέλη του Δημοκρατικού Συναγερμού, θα κληθούν να επιλέξουν μεταξύ των δύο Δημητρίου, του Δημήτρη Δημητρίου και της Αννίτας Δημητρίου.
Αν κάποιος, επιχειρήσει να απωδικοποιήσει τι πρεσβεύει, είτε ο Δημήτρης Δημητρίου είτε η Αννίτα Δημητρίου, θα καταλήξει σε μια σειρά από συμπεράσματα. Ένα εξ αυτών, είναι πως οι διαφορές, τουλάχιστον σε ιδεολογικό επίπεδο, είναι αμυδρές, ίσως και μη ανιχνεύσιμες (σ.σ. αυτό είναι κάτι που ενδεχομένως να προκύψει τις επόμενες είκοσι ημέρες) . Αντιθέτως αυτό που θα εντοπίσει είναι τη διαφορετική προσέγγιση των πραγμάτων τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες. Άλλωστε ένας από τους λόγους που και ο Αβέρωφ Νεοφύτου, ουσιαστικά υποχρεώθηκε να κάνει ένα βήμα πίσω και να δώσει χώρο στη νέα γενιά, ήταν αυτός: Οι επιλογές του τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες.
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσο η Αννίτα Δημητρίου όσο και ο Δημήτρης Δημητρίου, σεβόμενοι την θέση του κόμματος για ψήφο κατά συνείδηση και την παραίνεση τα στελέχη της ηγεσίας να μην τοποθετηθούν δημόσια, υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου, δεν τοποθετήθηκαν. Ωστόσο συμμετείχαν στις διεργασίες και εντός των εσωκομματικών οργάνων κατέθεσαν τις υποψηφιότητες τους. Σε αυτό το επίπεδο, λοιπόν Δημήτρης και Αννίτα, εκπροσώπησαν δύο διαφορετικές σχολές σκέψεις, με τον κ. Δημητρίου να είναι πιο συγκαταβατικός, απέναντι στον Νίκο Χριστοδουλίδη. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως η Αννίτα Δημητρίου, βγήκε μπροστά μετά από τις πληροφορίες ότι ο Αβέρωφ Νεοφύτου άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις, μπροστά στο ορατό, όπως καταγράφηκε και στη δημοσκόπηση του REPORTER το περασμένο Σάββατο, να ηττηθεί από τον κ. Δημητρίου.
Άλλωστε, από το βράδυ της πέμπτης Φεβρουαρίου μέχρι και σήμερα, εντός του ΔΗΣΥ, υπάρχουν δύο τάσεις. Από τη μια τα στελέχη που τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της στήριξης του Νίκου Χριστοδουλίδη στον δεύτερο γύρο και τα στελέχη που επέμειναν στη θέση, ότι ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αποστάτης και θα πρέπει να τιμωρηθεί. Θέση πάντως, πάνω στην οποία, ως γνωστόν, υπήρξε αναδίπλωση τουλάχιστον από τον Αβέρωφ Νεοφύτου, η οποία όπως φαίνεται δεν ήταν αρκετή, τόσο για πλειάδα στελεχών όσο και για τη βάση του κόμματος, που θα του επέτρεπαν να διεκδικήσει με αξιώσεις την προεδρία.
Στη βάση αυτών των δεδομένων και διαβλέποντας το κενό που δημιουργείτο, η Αννίτα Δημητρίου από την Κυριακή, άρχισε να εξωτερικεύει τις σκέψεις της για την προεδρία του ΔΗΣΥ σε διάφορα στελέχη του κόμματος. Υπενθυμίζεται ότι πριν από δέκα ημέρες, όταν ρωτήθηκε εάν ενδιαφέρεται για την προεδρία του κόμματος, απάντησε αρνητικά, κάτι ωστόσο που στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων φαίνεται ότι τελικά άλλαξε. Μετά από διάφορες διαβουλεύσεις και διεργασίες, έγινε κατορθωτό να πειστεί, τόσο ο Αβέρωφ Νεοφύτου όσο και ο Χάρης Γεωργιάδης να αποσύρουν τις υποψηφιότητες τους.
Σε ότι αφορά τον Χάρη Γεωργιάδη, ήταν αρκετοί που εξ αρχής έβλεπαν πως η συγκεκριμένη υποψηφιότητα δεν θα ήταν μέχρι τέλους. Άλλωστε υπήρξαν και σχετικές αντιδράσεις και από τον Γιώργο Παμπορίδη, αλλά και από άλλα στελέχη που σημείωναν πως από τη στιγμή που ο στόχος του κόμματος είναι η ανανέωση και η μη επανεκλογή του Αβέρωφ Νεοφύτου, θα έπρεπε να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ του αναπληρωτή προέδρου του κόμματος και του τέως εκπροσώπου Τύπου. Εξάλλου ο ίδιος ο Χάρης ο Γεωργιάδης στις δηλώσεις, στις οποίες ανακοίνωσε την απόσυρση του ενδιαφέροντος του για την προεδρία, ήταν αυτό που υπογράμμισε. Ότι δηλαδή, «το κυριότερο γεγονός είναι ότι έχουν διαφοροποιηθεί οι λόγοι που με είχαν ωθήσει να διεκδικήσω. Η αλλαγή είναι δεδομένη, η παράταξη μας γυρίζει σελίδα και αυτό με ικανοποιεί».
Πλέον τα χιλιάδες μέλη του κόμματος που έχουν δικαίωμα ψήφου στις εκλογές, αναμένουν να ακούσουν τις θέσεις και τις προτάσεις των δύο υποψηφίων και να αποφασίσουν ποιος ή ποια θα αναλάβει το δύσκολο έργο της ανανέωσης του κόμματος, αλλά κυρίως της ενότητας που είναι και το μεγάλο διακύβευμα της επόμενης ημέρας. Ο Δημήτρης Δημητρίου στάθηκε σε μια ολική επανεκκίνηση, μια αναγέννηση του Δημοκρατικού Συναγερμού, ενώ άφησε και αιχμές για την απερχόμενη ηγεσία, υποδεικνύοντας πως χρειάζεται ένας σύγχρονος πολιτικός οργανισμός μακριά από τους μηχανισμούς που έχουν προσφέρει ελάχιστα στις εκλογές.
Από την άλλη η Αννίτα Δημητρίου ανέφερε πως η ενότητα είναι κορυφαίο ζητούμενο για το κόμμα, ενώ δήλωσε αποφασισμένη να εργαστεί χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς αποκλεισμούς, για να επανέλθουν στο κόμμα το σύνολο των συναγωνιστών και υποστηρικτών. Σημείωσε μάλιστα ότι η υποψηφιότητα της δεν στρέφεται εναντίον κανενός αλλά έχει ως μοναδικό στόχο το κάλεσμα για ενότητα. Μάλιστα η κα. Δημητρίου επέλεξε να κάνει συγκεκριμένες αναφορές, τόσο στον Αβέρωφ Νεοφύτου τον οποίο ευχαρίστησε όσο και στον Νίκο Αναστασιάδη για την επιτυχημένη δεκαετή διακυβέρνηση.
Πηγή:reporter.com.cy
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
voulitv2 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
-
50 +1 χρόνια μετά1 month agoΚυπριακό: Σοβαρή πρωτοβουλία και διεργασίες για επανέναρξη των συνομιλιών, σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Γιάννη Αντωνίου
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό






