voulitv
Ώρα η ΕΕ να σταματήσει να κλείνει τα μάτια μπροστά στην παράνομη συμπεριφορά του Ισραήλ στην Παλαιστίνη
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται στο κράτος δικαίου και οι νόμοι της, καθώς και οι διεθνείς συμφωνίες της, είναι δεσμευτικοί για τα κράτη μέλη.
Είναι ανησυχητικό το γεγονός ότι σήμερα η αξιοπιστία της ΕΕ στα μάτια των δικών της πολιτών και ψηφοφόρων – και του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου – υπονομεύεται από την αποτυχία της να επιδείξει ηθική και πολιτική ηγεσία στην προάσπιση του διεθνούς δικαίου και, ειδικότερα, στην επιβολή των νομικών όρων της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ.
Το άρθρο 2 της εν λόγω Συμφωνίας Σύνδεσης ορίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ της ΕΕ και του Ισραήλ, καθώς και όλες οι διατάξεις της ίδιας της Συμφωνίας, πρέπει να βασίζονται στο θεμελιώδες στοιχείο της Συνθήκης, που είναι ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αρχών.
Είναι σαφές ότι η απαίτηση αυτή δεν πληρούται.
Οι ειδεχθείς επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου 2023 από τη Χαμάς και άλλες ένοπλες ομάδες εναντίον Ισραηλινών πολιτών και ατόμων άλλων εθνικοτήτων δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις ενέργειες της ισραηλινής κυβέρνησης για την καταστροφή της Γάζας και τη συστηματική παραβίαση βασικών αρχών του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Οι στρατιωτικές επιθέσεις του Ισραήλ στη Γάζα έχουν σκοτώσει τουλάχιστον 73.000 άτομα, συμπεριλαμβανομένων πάνω από 21.500 παιδιών, από τον Οκτώβριο του 2023. Πάνω από 900 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί από την «εκεχειρία» του Οκτωβρίου 2025.
Το Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) έχει ήδη αποφανθεί ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων βάσει της Σύμβασης για τη Γενοκτονία, ενώ το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης εναντίον ισραηλινών ηγετών για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Παρά ταύτα, η ισραηλινή κυβέρνηση συνεχίζει να παρεμποδίζει την παροχή της απαραίτητης ανθρωπιστικής βοήθειας στους Παλαιστινίους της Γάζας, μεταξύ άλλων από την UNRWA και διεθνείς ΜΚΟ, ενώ ταυτόχρονα καταστρέφει τα μέσα παραγωγής τροφίμων και νερού των Παλαιστινίων, ερημώνοντας τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις τους και καταστρέφοντας δεξαμενές και μονάδες αφαλάτωσης.
Αφού ανάγκασε τους Παλαιστινίους να ζουν σε άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες, η ισραηλινή κυβέρνηση σχεδιάζει τώρα να συμπιέσει περαιτέρω ολόκληρο τον πληθυσμό της Γάζας στο 30% μόλις του ήδη σοβαρά υπερπληθυσμένου εδάφους τους, ασκώντας περαιτέρω πίεση στους ταλαιπωρημένους Παλαιστίνιους κατοίκους να εγκαταλείψουν μόνιμα την πατρίδα τους.
Το 2024, το Διεθνές Δικαστήριο (ICJ) δήλωσε ότι όλοι οι ισραηλινοί οικισμοί στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, όπου σήμερα διαμένουν τουλάχιστον 750.000 άτομα, είναι παράνομοι και πρέπει να κατεδαφιστούν.
Η ισραηλινή κυβέρνηση αγνόησε αυτή τη γνωμοδότηση και, αντίθετα, συνεχίζει να προωθεί ενεργά την περαιτέρω προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών στη Δυτική Όχθη και στην Ανατολική Ιερουσαλήμ, μεταξύ άλλων ενθαρρύνοντας και υποστηρίζοντας την αυξανόμενη βία από εξτρεμιστές που εμπλέκονται στην αρπαγή περισσότερων εδαφών και στην εκδίωξη Παλαιστινίων από τα σπίτια τους.
Για να χειροτερέψει τα πράγματα, η ισραηλινή κυβέρνηση προετοιμάζει περαιτέρω κατασχέσεις γης στην περιοχή Ε1 και στη Ζώνη Γ, με στόχο να διχοτομήσει τη Δυτική Όχθη και να υπονομεύσει τη λύση των δύο κρατών, η οποία υποστηρίζεται από την ΕΕ και τη συντριπτική πλειοψηφία των μελών του ΟΗΕ.
Τα στοιχεία είναι συντριπτικά: η ισραηλινή κυβέρνηση ενεργεί με απόλυτη ατιμωρησία, επιδιώκοντας τον αναγκαστικό εκτοπισμό για να ανοίξει δρόμο για παράνομες αποικίες, πέραν άλλων διακριτικών πολιτικών κατά των Παλαιστινίων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να παραμείνει αμέτοχη.
Πρέπει τώρα να αναλάβει επείγουσα δράση για την εφαρμογή συστάσεων όπως αυτές που διατυπώνονται επανειλημμένα από τον Ιούλιο του 2025 σε μια σειρά δημόσιων δηλώσεων από μια ομάδα που αριθμεί πλέον πάνω από 460 πρώην Ευρωπαίους υπουργούς, πρέσβεις και ανώτερους αξιωματούχους.
Συγκεκριμένα, η ΕΕ πρέπει να αναστείλει την προτιμησιακή εμπορική πρόσβαση του Ισραήλ στο πλαίσιο της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ, επηρεάζοντας έτσι το ένα τρίτο του συνολικού εμπορίου αγαθών του Ισραήλ με τον υπόλοιπο κόσμο.
Αυτό απαιτεί ηγετική πρωτοβουλία από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης, οι οποίες, σύμφωνα με την πρακτική του παρελθόντος, θα πρέπει να προτείνουν την εφαρμογή αυτών των μέτρων μέσω ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ.
Εν τω μεταξύ, η ΕΕ πρέπει να δράσει αμέσως για να αποτρέψει την είσοδο στην ΕΕ όλων των εξαγωγών που προέρχονται από παράνομους οικισμούς στη Δυτική Όχθη.
Παράλληλα, θα πρέπει να επεκταθεί ο κατάλογος των ισραηλινών υπουργών, αξιωματούχων, ατόμων και οντοτήτων που έχουν υποστεί κυρώσεις, οι οποίοι συνδέονται με τους οικισμούς και υπόκεινται σε απαγόρευση έκδοσης βίζας και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων.
Η ΕΕ θα πρέπει επίσης να αναστείλει τη συμμετοχή του Ισραήλ σε ερευνητικά και άλλα προγράμματα της ΕΕ, στα οποία ισραηλινές δημόσιες και ιδιωτικές οντότητες παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, και να σταματήσει το εμπόριο στρατιωτικών αγαθών και αγαθών διπλής χρήσης.
Για να λάβει η ΕΕ αυτά τα μέτρα, ο μικρός αριθμός κρατών μελών της ΕΕ που έχουν εμποδίσει συστηματικά τη λήψη μέτρων κατά της ισραηλινής κυβέρνησης θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την πλειοψηφική άποψη και να επιτρέψει την έγκριση των μέτρων.
Εν ολίγοις, η ΕΕ πρέπει να σταματήσει να κλείνει τα μάτια μπροστά στις σημερινές φρικαλεότητες που επιβάλλει η ισραηλινή κυβέρνηση στους Παλαιστινίους, παραβιάζοντας σαφώς τη Συμφωνία Σύνδεσης ΕΕ-Ισραήλ.
Η παράλειψη δράσης τώρα θα αποδυναμώσει περαιτέρω τη διεθνή θέση και επιρροή της ΕΕ, σε μια εποχή που απαιτείται μια ισχυρή και ενωμένη Ένωση για την υπεράσπιση της πολυμερούς τάξης, καθώς και των ευρωπαϊκών αξιών και συμφερόντων.
Υπογραφές
(ΕΔΩ συνημμένο κατάλογο των Ευρωπαίων υπογραφόντων, μαζί με τους τίτλους τους και τους πρώην ρόλους τους)
voulitv
Χριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
*του Χάρη Θεραπή
Διευθυντή Vouli TV
2028: Ο Χριστοδουλίδης ανάμεσα στον ΔΗΣΥ, το Κέντρο και το ΕΛΑΜ
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ. Του αρκεί να μην τον αφήσει να ενωθεί εναντίον του. Μόνο που στην εξίσωση του 2028 υπάρχει πλέον ένας ακόμη παίκτης: το ΕΛΑΜ. Μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος στον δρόμο προς τον δεύτερο γύρο, αλλά και επικίνδυνος για τη συμμαχία που θα χρειαστεί για να κερδηθεί η Προεδρία.
Οι Προεδρικές Εκλογές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν ακόμη, πολιτικά όμως έχουν ήδη αρχίσει. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνωρίζει ότι η μάχη για μια δεύτερη θητεία δεν θα κριθεί μόνο στην απόδοση της κυβέρνησής του.
Θα κριθεί στην Πινδάρου, στον χώρο του Κέντρου, αλλά πλέον και στα δεξιότερα της Δεξιάς.
Γιατί η πολιτική γεωγραφία του 2028 δεν είναι εκείνη του 2023.
Ο Χριστοδουλίδης εξελέγη χωρίς τη στήριξη του κόμματος από το οποίο πολιτικά προέρχεται, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά ερείσματα στη συναγερμική βάση. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ΔΗΣΥ.
Ο Πρόεδρος δεν χρειάζεται να «κατακτήσει» τον Συναγερμό.
Χρειάζεται ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι του.
Αν καταφέρει να διατηρήσει γύρω του ένα σημαντικό τμήμα των συναγερμικών ψηφοφόρων και παράλληλα να συγκρατήσει δυνάμεις από το Κέντρο, τότε μπορεί να επιχειρήσει να ανασυνθέσει την πολυσυλλεκτική συμμαχία που τον οδήγησε στο Προεδρικό.
Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας.
Το ΕΛΑΜ.
Ο καλύτερος σύμμαχος μπορεί να παραμένει ο εμφύλιος του ΔΗΣΥ
Ο Χριστοδουλίδης ενδεχομένως να μη χρειάζεται καν να αυξήσει θεαματικά την επιρροή του στον συναγερμικό χώρο. Μπορεί να του αρκεί η αδυναμία του ΔΗΣΥ να εμφανιστεί ενιαίος απέναντί του.
Αν η διαδικασία επιλογής υποψηφίου μετατραπεί σε σκληρή αναμέτρηση προσώπων, μηχανισμών και προσωπικών φιλοδοξιών, το σημαντικότερο δεν θα είναι ποιος τελικά θα πάρει το χρίσμα.
Θα είναι τι θα απομείνει την επόμενη ημέρα.
Άλλο να κερδίσεις μια εσωκομματική εκλογή και άλλο να βγεις από αυτήν με ένα κόμμα ενωμένο.
Κάθε ρήγμα στον ΔΗΣΥ, κάθε πικρία που θα αφήσει πίσω της η εσωκομματική μάχη και κάθε αμφισβήτηση του τελικού υποψηφίου μπορεί να δημιουργήσει μια νέα δεξαμενή ψηφοφόρων διαθέσιμων να κοιτάξουν ξανά προς το Προεδρικό.
Ο Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται να προκαλέσει αυτή τη σύγκρουση.
Του αρκεί να περιμένει.
Το ΕΛΑΜ: βοήθεια και πρόβλημα μαζί
Εδώ όμως η εξίσωση περιπλέκεται.
Η ενίσχυση του ΕΛΑΜ δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στον χώρο της Δεξιάς. Δεν είναι πλέον ένας παράγοντας που μπορεί εύκολα να αγνοηθεί μέχρι τον δεύτερο γύρο.
Μπορεί να εξελιχθεί σε ρυθμιστή.
Για τον Χριστοδουλίδη αυτό είναι ταυτόχρονα καλό και κακό νέο.
Καλό, επειδή ένας ισχυρός τρίτος πόλος στα δεξιά περιορίζει τη δυνατότητα του ΔΗΣΥ να επανασυσπειρώσει ολόκληρο τον παραδοσιακό χώρο της Δεξιάς. Όσο ο Συναγερμός πιέζεται από τον Χριστοδουλίδη προς το Κέντρο και από το ΕΛΑΜ προς τα δεξιά, τόσο δυσκολότερο γίνεται το εγχείρημα της πλήρους επανένωσης της εκλογικής του βάσης.
Με απλά λόγια, ο Χριστοδουλίδης και το ΕΛΑΜ, χωρίς να χρειάζεται να συνεργάζονται, μπορούν αντικειμενικά να πιέζουν τον ίδιο αντίπαλο από διαφορετικές κατευθύνσεις.
Εδώ βρίσκεται το παράδοξο.
Το ΕΛΑΜ μπορεί να βοηθά τον Χριστοδουλίδη να αποδυναμώνει τον ΔΗΣΥ, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να δυσκολεύει τον Χριστοδουλίδη να οικοδομήσει τη μεγάλη συμμαχία που χρειάζεται για να κερδίσει τις Προεδρικές.
Άλλο η ψήφος του ΕΛΑΜ και άλλο η συμμαχία με το ΕΛΑΜ
Αυτή ίσως αποδειχθεί μία από τις λεπτότερες πολιτικές ισορροπίες του 2028.
Οι ψήφοι του ΕΛΑΜ μπορούν να είναι εξαιρετικά σημαντικοί, ιδιαίτερα σε έναν δεύτερο γύρο.
Η επίσημη πολιτική συνεργασία μαζί του, όμως, είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Μια ανοικτή συμφωνία Χριστοδουλίδη–ΕΛΑΜ από τον πρώτο γύρο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς στο Κέντρο, αλλά και μεταξύ μετριοπαθών συναγερμικών ψηφοφόρων που ενδεχομένως να έβλεπαν θετικά μια δεύτερη θητεία Χριστοδουλίδη.
Το ίδιο ισχύει για τα κόμματα που θα κληθούν να αποφασίσουν εάν θα αποτελέσουν μέρος μιας νέας προεδρικής συμμαχίας.
ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ ή άλλες δυνάμεις του Κέντρου δεν είναι αυτονόητο ότι θα αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο μια υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη που διεκδικεί ψήφους του ΕΛΑΜ και μια υποψηφιότητα που έχει συνάψει επίσημη πολιτική συμφωνία μαζί του.
Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.
Γιατί στις Προεδρικές δεν αρκεί να προσθέτεις ποσοστά.
Πρέπει να προσθέτεις ποσοστά χωρίς, την ίδια στιγμή, να αφαιρείς άλλα.
Ο πρώτος και ο δεύτερος γύρος είναι δύο διαφορετικές εκλογές
Γι’ αυτό ο χρόνος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός.
Άλλο μια επίσημη συμπόρευση με το ΕΛΑΜ πριν από τον πρώτο γύρο και άλλο η στάση των ψηφοφόρων του ΕΛΑΜ στον δεύτερο γύρο.
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει πολιτική συμφωνία, η οποία αναπόφευκτα θα έχει περιεχόμενο, ανταλλάγματα και συμβολισμό.
Στη δεύτερη υπάρχει εκλογική επιλογή ανάμεσα στους δύο υποψηφίους που απέμειναν.
Και εκεί οι ισορροπίες αλλάζουν δραματικά.
Εάν, για παράδειγμα, ένας δεύτερος γύρος φέρει απέναντι στον Χριστοδουλίδη έναν υποψήφιο που στηρίζεται από το ΑΚΕΛ, η συμπεριφορά σημαντικού μέρους της εκλογικής βάσης του ΕΛΑΜ μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία ακόμη και χωρίς επίσημη συμφωνία.
Ο Χριστοδουλίδης επομένως μπορεί να χρειάζεται τις ψήφους του ΕΛΑΜ χωρίς να τον συμφέρει απαραίτητα να χρειάζεται τη σφραγίδα του ΕΛΑΜ.
Το μεγάλο δίλημμα του Κέντρου
Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο χώρος που τον οδήγησε στην Προεδρία το 2023.
Το Κέντρο.
Η συμμαχία του 2023 δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη για το 2028. Οι πολιτικές και εκλογικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και κάθε κόμμα θα κάνει τον δικό του λογαριασμό.
Και το ερώτημα θα είναι απλό:
Μέχρι πού μπορεί να διευρυνθεί μια συμμαχία για χάρη της επανεκλογής;
Μια υποψηφιότητα που θέλει να χωρέσει ταυτόχρονα κεντρώους, απογοητευμένους συναγερμικούς, παραδοσιακούς δεξιούς και ψηφοφόρους του ΕΛΑΜ κινδυνεύει κάποια στιγμή να συναντήσει τα πολιτικά της όρια.
Γιατί οι συμμαχίες δεν είναι απλή αριθμητική.
Έχουν πολιτική ταυτότητα.
Και όσο περισσότερο ανοίγει η βεντάλια, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξηγηθεί τι ακριβώς ενώνει όλους όσοι βρίσκονται κάτω από αυτήν.
Και το ΑΚΕΛ περιμένει
Μέσα σε αυτή την αναμέτρηση υπάρχει ένας παίκτης που έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί τις εξελίξεις με ενδιαφέρον.
Το ΑΚΕΛ.
Όσο η Κεντροδεξιά κατακερματίζεται ανάμεσα στον επίσημο υποψήφιο του ΔΗΣΥ, τον Χριστοδουλίδη και το ΕΛΑΜ, τόσο μεγαλώνει η σημασία της δυνατότητας του ΑΚΕΛ να οδηγήσει έναν ισχυρό υποψήφιο στον δεύτερο γύρο.
Και τότε η εξίσωση αλλάζει.
Γιατί ο δεύτερος γύρος μπορεί να μετατρέψει μέσα σε μία εβδομάδα αντιπάλους σε αναγκαίους ψηφοφόρους και πολιτικά αδιέξοδα σε εκλογικά διλήμματα.
Εκεί ακριβώς το ΕΛΑΜ μπορεί να αποκτήσει τη μεγαλύτερη δύναμή του.
Όχι απαραίτητα ως κυβερνητικός εταίρος.
Αλλά ως εκλογικός ρυθμιστής.
Το πραγματικό στοίχημα του Χριστοδουλίδη
Ο δρόμος προς το 2028 επομένως δεν περνά μόνο μέσα από το Προεδρικό.
Περνά από την Πινδάρου, το Κέντρο και πλέον αναπόφευκτα και από το ΕΛΑΜ.
Ο Χριστοδουλίδης χρειάζεται να διατηρήσει τη γέφυρα με τους συναγερμικούς ψηφοφόρους χωρίς να επιστρέψει πολιτικά στον ΔΗΣΥ. Χρειάζεται το Κέντρο χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτό. Και πιθανότατα θα χρειαστεί ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΕΛΑΜ χωρίς να επιτρέψει σε αυτή τη σχέση να απομακρύνει τους μετριοπαθέστερους συμμάχους του.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση πολιτικής ισορροπίας.
Γιατί το 2028 το πρόβλημα του Χριστοδουλίδη ίσως να μην είναι πού θα βρει τις ψήφους για να επανεκλεγεί.
Μπορεί να είναι πώς θα τις βάλει όλες στην ίδια κάλπη χωρίς η μία δεξαμενή να αδειάζει την άλλη.
Και κάπου εκεί το ΕΛΑΜ μπορεί να αποδειχθεί ο πιο παράξενος παράγοντας των Προεδρικών:
Αρκετά ισχυρό για να βοηθήσει τον Χριστοδουλίδη να αποδυναμώσει τον ΔΗΣΥ.
Αρκετά ισχυρό, όμως, και για να δυσκολέψει τη συμμαχία που θα μπορούσε να τον κρατήσει στο Προεδρικό.
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
Off the Record4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ4 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
voulitv1 week agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΤο νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις






