ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας: Δεν θα δεχθούμε κανένα τετελεσμένο από την Ελλάδα
Νέες απειλές κατά τις Ελλάδας εξαπολύει το Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της Τουρκίας, στην πρώτη του συνεδρίαση για το 2023, στο οποίο προέδρευσε ο Ταγίπ Ερντογάν.
Μετά το τέλος της συνεδρίασης,σε ανακοίνωση του Συμβουλίου, υπάρχει αναφορά στις «προκλητικές» ενέργειες της Ελλάδας, τονίζεται με έμφαση ότι «δεν θα γίνει ανεκτό κανένα τετελεσμένο που στοχεύει την εθνική ασφάλεια και τα συμφέροντα της Τουρκίας».
Επίσης στο κείμενο καταδικάζονται έντονα «οι αποτρόπαιες επιθέσεις που αποτελούν εκδήλωση αντι-ισλαμικού ρατσισμού και στοχεύουν τις ιερές αξίες δισεκατομμυρίων ανθρώπων».
Επίσης, αναφέρεται ότι όσοι ενθαρρύνουν και προστατεύουν ενέργειες που υπονομεύουν αξίες όπως η ελευθερία της θρησκείας, της συνείδησης και της σκέψης είναι συνένοχοι σε εγκλήματα μίσους.
Τέλος, σχετικά με το εσωτερικό μέτωπο και τον αγώνα κατά τον τρομοκρατικών οργανώσεων, τονίστηκε ότι υπάρχει βούληση και αποφασιστικότητα, αν χρειαστεί, να γίνουν περαιτέρω ενέργειες κατά τρομοκρατικών οργανώσεων.
Πηγή: ΕΡΤ
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ιράν, τράπεζες και LNG: Το γεωπολιτικό ντόμινο που φτάνει μέχρι τις κορυφές της εξουσίας
Αμερικανικές κυρώσεις, έρευνα για ελληνική τράπεζα, «σκιώδης στόλος», αμερικανικό LNG και συμφωνίες 20ετίας συνθέτουν ένα σύνθετο παζλ με οικονομικές, ενεργειακές και πολιτικές προεκτάσεις.
Τα κύρια σημεία
- Οι ΗΠΑ κλιμακώνουν την πίεση προς το Ιράν, στοχεύοντας πλοία, ναυτιλιακούς πράκτορες, εταιρικά δίκτυα και επαγγελματικές υπηρεσίες που, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, διευκολύνουν την παράκαμψη των κυρώσεων.
- Το αμερικανικό FinCEN ερευνά πιθανές διασυνδέσεις ελληνικής τράπεζας με το Ιράν και δίκτυα που συνδέονται με την Τεχεράνη. Η τράπεζα δεν κατονομάζεται στην επίσημη αμερικανική ανακοίνωση.
- Το U.S. Treasury επέβαλε κυρώσεις στο δικηγορικό γραφείο Karnakis & Karnakis, με παρουσία σε Ελλάδα και Παναμά, υποστηρίζοντας ότι παρείχε υπηρεσίες σε εταιρικές δομές που συνδέονταν με πλοία του λεγόμενου ιρανικού «shadow fleet».
- Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα επιχειρεί να εδραιωθεί ως βασική πύλη αμερικανικού LNG προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, μέσω του Κάθετου Διαδρόμου.
- Η Atlantic SEE LNG Trade, στην οποία συμμετέχουν AKTOR και ΔΕΠΑ Εμπορίας, έχει επεκτείνει τη συμφωνία της με την αμερικανική Venture Global σε 1 εκατ. τόνους LNG ετησίως για 20 χρόνια από το 2030.
- Το δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία» θέτει ένα πρόσθετο πολιτικό ερώτημα: κατά πόσο συγκεκριμένες μακροχρόνιες ενεργειακές δεσμεύσεις συνδέονται με αποφάσεις που ελήφθησαν σε υψηλό κυβερνητικό επίπεδο. Όπου οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν τεκμηριώνονται από δημόσια έγγραφα ή ανεξάρτητες πηγές, δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεδειγμένα γεγονότα.
Ένα παζλ που αποκτά έντονο ελληνικό ενδιαφέρον
Ιράν, αμερικανικές κυρώσεις, ναυτιλία, τράπεζες, LNG, Βαλκάνια και ενεργειακές συμφωνίες διάρκειας δύο δεκαετιών.
Εκ πρώτης όψεως μοιάζουν με διαφορετικές υποθέσεις. Όσο όμως η Ουάσιγκτον εντείνει την πίεση προς την Τεχεράνη και παράλληλα προωθείται μια νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, τόσο περισσότερα σημεία επαφής εμφανίζονται.
Σε αυτό ακριβώς το πεδίο κινείται το εκτενές δημοσίευμα της εφημερίδας «Εστία», υπό τον χαρακτηριστικό τίτλο «Οι κεραυνοί πίπτουν επί των κορυφών».
Το δημοσίευμα επιχειρεί να συνδέσει μια σειρά εξελίξεων γύρω από τις αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν, την ελληνική ναυτιλία και το τραπεζικό σύστημα, αλλά και τις ενεργειακές συμφωνίες που συνδέονται με τη μεταφορά αμερικανικού LNG μέσω Ελλάδας προς την ευρύτερη περιοχή.
Ορισμένα από τα κομμάτια αυτού του παζλ μπορούν πλέον να επιβεβαιωθούν από επίσημες πηγές.
Άλλα παραμένουν στο επίπεδο πληροφοριών, εκτιμήσεων και πολιτικών ερωτημάτων.
Πηγή: ΕΣΤΙΑ – «Οι κεραυνοί πίπτουν επί των κορυφών»
Η Ουάσιγκτον χτυπά το δίκτυο γύρω από το ιρανικό πετρέλαιο
Στις 21 Οκτωβρίου 2026, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε νέο κύμα κυρώσεων στο πλαίσιο της επιχείρησης «Operation Economic Outcast».
Στόχος της Ουάσιγκτον είναι πλέον όχι μόνο τα ίδια τα πλοία που μεταφέρουν ιρανικά προϊόντα, αλλά ένα ευρύτερο δίκτυο επαγγελματικών και ναυτιλιακών υπηρεσιών που, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, επιτρέπει στην Τεχεράνη να παρακάμπτει τις κυρώσεις.
Στο στόχαστρο βρίσκονται δικηγορικά γραφεία, ναυτιλιακοί πράκτορες, εταιρικές δομές και πλοία.
Το U.S. Treasury ανακοίνωσε συγκεκριμένα κυρώσεις κατά του δικηγορικού γραφείου Karnakis & Karnakis, με δραστηριότητα σε Ελλάδα και Παναμά.
Σύμφωνα με την επίσημη αμερικανική ανακοίνωση, το γραφείο είχε υποστηρίξει επί σειρά ετών ιρανική ναυτιλιακή δραστηριότητα και είχε παράσχει υπηρεσίες για εταιρικές δομές που συνδέονταν με πλοία τα οποία μετέφεραν ιρανικά προϊόντα.
Οι αμερικανικές αρχές εντάσσουν τις δραστηριότητες αυτές στο ευρύτερο δίκτυο του λεγόμενου «shadow fleet» του Ιράν.
Επίσημη πηγή: U.S. Department of the Treasury – Operation Economic Outcast Targets Iran’s Shadow Fleet Networks
Στο μικροσκόπιο και ελληνική τράπεζα
Ακόμη μεγαλύτερο ελληνικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η τραπεζική διάσταση της υπόθεσης.
Το Financial Crimes Enforcement Network – FinCEN, υπηρεσία του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών, γνωστοποίησε επισήμως ότι ενεργεί σε στενό συντονισμό με ευρωπαϊκούς εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Μάλιστα, ανακοίνωσε ότι προχώρησε για πρώτη φορά σε έκδοση διοικητικής κλήτευσης βάσει του 31 U.S.C. §5318(k) του Bank Secrecy Act, προκειμένου να προωθήσει την έρευνά του σχετικά με πιθανές σχέσεις ελληνικής τράπεζας με το Ιράν και τους proxies του.
Η ελληνική τράπεζα δεν κατονομάζεται στην επίσημη ανακοίνωση του FinCEN.
Παράλληλα, το FinCEN αναφέρει ότι έχει υποβάλει πολλαπλά αιτήματα παροχής πληροφοριών σχετικά με τις σχέσεις τραπεζών με ιρανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται στις λίστες κυρώσεων του OFAC.
Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο.
Διότι η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον σε δημοσιογραφικές πληροφορίες περί αμερικανικού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα.
Υπάρχει επίσημα καταγεγραμμένη έρευνα του FinCEN με ελληνική τραπεζική διάσταση.
Επίσημη πηγή: FinCEN – Operation Economic Outcast Targets Iran’s Shadow Fleet Networks
Μια ευρύτερη επιχείρηση οικονομικής πίεσης
Η συγκεκριμένη κίνηση δεν εμφανίστηκε ξαφνικά.
Ήδη από τον Σεπτέμβριο, το FinCEN είχε συγκαλέσει διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στο πλαίσιο της Operation Economic Outcast, με αντικείμενο τα χρηματοπιστωτικά δίκτυα που, σύμφωνα με το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών, παρέχουν στο Ιράν και στους συμμάχους του πρόσβαση σε correspondent banking, διευκολύνοντας τη διακίνηση κεφαλαίων και τις διεθνείς συναλλαγές.
Πηγή: FinCEN – Treasury Convenes Global Financial Institutions to Advance Operation Economic Outcast
Από το Ιράν στο αμερικανικό LNG
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη, διαφορετική σε πρώτη ανάγνωση, διάσταση.
Η Ελλάδα επιχειρεί να μετατραπεί σε μία από τις βασικές ενεργειακές πύλες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ο σχεδιασμός προβλέπει την εισαγωγή LNG μέσω ελληνικών υποδομών και στη συνέχεια τη μεταφορά φυσικού αερίου προς Βουλγαρία, Ρουμανία και άλλες αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μέσω του λεγόμενου Κάθετου Διαδρόμου – Vertical Corridor.
Στον σχεδιασμό αυτό σημαντικό ρόλο έχει αναλάβει η Atlantic SEE LNG Trade, κοινή εταιρεία στην οποία ο Όμιλος AKTOR συμμετέχει με ποσοστό 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%.
Συμφωνία 20 ετών για αμερικανικό LNG
Τον Ιούνιο του 2026, η ΔΕΠΑ Εμπορίας ανακοίνωσε επισήμως ότι η Atlantic SEE LNG Trade επέκτεινε τη μακροχρόνια συμφωνία της με την αμερικανική Venture Global.
Η συμφωνία προβλέπει την αγορά 1 εκατομμυρίου τόνων LNG ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου σε 1,3 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου τον χρόνο.
Η διάρκεια της συμφωνίας είναι 20 χρόνια, με έναρξη το 2030.
Πρόκειται, συνεπώς, για μια ενεργειακή δέσμευση που εκτείνεται σε βάθος δύο δεκαετιών και αποτελεί βασικό κομμάτι του σχεδιασμού μετατροπής της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο για την ευρύτερη περιοχή.
Επίσημη πηγή: ΔΕΠΑ Εμπορίας – Atlantic SEE LNG Trade: Συμφωνία 20 ετών με Venture Global
Ελλάδα – Βαλκάνια – Κεντρική Ευρώπη
Η στρατηγική δεν περιορίζεται στην εισαγωγή αμερικανικού LNG.
Ο πραγματικός στόχος είναι η μεταπώληση και διοχέτευσή του προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ήδη από την αρχική συμφωνία του Νοεμβρίου του 2025, η Atlantic SEE είχε υπογράψει Μνημόνια Κατανόησης με φορείς από τη Ρουμανία και την Ουκρανία.
Η Naftogaz της Ουκρανίας είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον για σύμβαση έως περίπου 0,7 εκατ. τόνων LNG ετησίως για 20 χρόνια από το 2030, ενώ ρουμανικές εταιρείες είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για έως περίπου 1,4 εκατ. τόνους ετησίως, επίσης για περίοδο 20 ετών.
Η ΔΕΠΑ ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι η Atlantic SEE επιταχύνει την ανάπτυξή της στον Κάθετο Διάδρομο, ενισχύοντας τον σχεδιασμό για μεγαλύτερο ρόλο της Ελλάδας στην ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Πηγές:
ΔΕΠΑ – Συμφωνία Atlantic SEE LNG Trade και Venture Global και MoUs με Ρουμανία και Ουκρανία
ΔΕΠΑ – Δελτία Τύπου για Atlantic SEE LNG Trade και Κάθετο Διάδρομο
Η εικόνα είναι επομένως σαφής:
Η Ελλάδα δεν επιχειρεί απλώς να αγοράσει αμερικανικό LNG. Επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ολόκληρο ενεργειακό διάδρομο διανομής του προς την ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Πού αρχίζει η πολιτική διάσταση
Σε αυτό το σημείο αρχίζει το πιο ευαίσθητο μέρος της υπόθεσης που αναδεικνύει η «Εστία».
Η εφημερίδα θέτει ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ελήφθησαν αποφάσεις για συγκεκριμένες μακροχρόνιες ενεργειακές δεσμεύσεις και αναφέρεται σε επιφυλάξεις γύρω από το οικονομικό ρίσκο ορισμένων συμφωνιών.
Το δημοσίευμα προχωρεί ακόμη περισσότερο, συνδέοντας συγκεκριμένες αποφάσεις με πολιτικές κατευθύνσεις που, σύμφωνα με την εφημερίδα, προήλθαν από υψηλό κυβερνητικό επίπεδο.
Εδώ απαιτείται σαφής δημοσιογραφικός διαχωρισμός.
Το Vouli.TV δεν έχει στη διάθεσή του δημόσιο επίσημο έγγραφο που να αποδεικνύει πολιτική εντολή για την ανάληψη συγκεκριμένου εμπορικού κινδύνου.
Συνεπώς, οι συγκεκριμένες αναφορές αποδίδονται στην «Εστία» και δεν παρουσιάζονται ως διαπιστωμένα γεγονότα.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργείται ένα απολύτως θεμιτό ερώτημα δημόσιου ενδιαφέροντος:
Ποιος αναλαμβάνει τελικά το ρίσκο μιας ενεργειακής συμφωνίας διάρκειας 20 ετών όταν σε αυτή συμμετέχει εταιρεία με κρατική παρουσία;
Το πραγματικό διακύβευμα του Κάθετου Διαδρόμου
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή ο Κάθετος Διάδρομος δεν είναι απλώς ένα εμπορικό project.
Έχει αποκτήσει σαφή γεωπολιτική διάσταση.
Η αναδιάταξη των ενεργειακών ροών και η ενίσχυση του αμερικανικού LNG στην ευρωπαϊκή αγορά αλλάζουν τις ισορροπίες στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Η Ελλάδα βρίσκεται γεωγραφικά σε ιδιαίτερα σημαντική θέση για να λειτουργήσει ως πύλη εισόδου.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο εάν υπάρχει διαθέσιμο αμερικανικό LNG.
Είναι εάν υπάρχουν αρκετοί αγοραστές βορειότερα που είναι διατεθειμένοι να δεσμευτούν μακροχρόνια, σε ποιες ποσότητες και σε ποια τιμή.
Η Atlantic SEE επιχειρεί ουσιαστικά να δημιουργήσει μια νέα ενεργειακή αλυσίδα:
ΗΠΑ → Ελλάδα → Βαλκάνια → Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Τρία επίπεδα μιας μεγάλης υπόθεσης
Η συνολική εικόνα μπορεί να χωριστεί σε τρία επίπεδα.
Το πρώτο είναι επίσημα επιβεβαιωμένο:
Η Ουάσιγκτον εντείνει την πίεση στα δίκτυα που θεωρεί ότι επιτρέπουν στο Ιράν να παρακάμπτει τις κυρώσεις.
Το δεύτερο επίσης επιβεβαιώνεται:
Η έρευνα έχει αποκτήσει ελληνική διάσταση τόσο στον χώρο των επαγγελματικών και ναυτιλιακών υπηρεσιών όσο και στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Το τρίτο είναι πολιτικό και παραμένει προς διερεύνηση:
Εάν και κατά πόσο οι ενεργειακές συμφωνίες δεκαετιών και οι αποφάσεις που τις συνοδεύουν δημιουργούν οικονομικές ή πολιτικές υποχρεώσεις που δεν έχουν ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη δημόσια συζήτηση.
Οι «κεραυνοί» και οι κορυφές
Η «Εστία» επιλέγει έναν ιδιαίτερα αιχμηρό τίτλο:
«Οι κεραυνοί πίπτουν επί των κορυφών».
Το ερώτημα είναι εάν πράγματι οι διαφορετικές αυτές εξελίξεις θα συγκλίνουν σε μία μεγαλύτερη πολιτική υπόθεση ή εάν πρόκειται για παράλληλες ιστορίες που εξελίσσονται την ίδια χρονική περίοδο.
Με βάση τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να παρουσιαστεί ως αποδεδειγμένο γεγονός ότι υπάρχει μία ενιαία αλυσίδα που συνδέει τις αμερικανικές έρευνες για το Ιράν με τις ελληνικές ενεργειακές συμφωνίες.
Τα στοιχεία, όμως, επιτρέπουν –και επιβάλλουν– να τεθούν συγκεκριμένα ερωτήματα:
Ποιο είναι το πραγματικό εύρος των αμερικανικών ερευνών στην Ελλάδα;
Ποια είναι η ελληνική τράπεζα που βρίσκεται στο μικροσκόπιο του FinCEN;
Υπάρχουν άλλες ελληνικές επιχειρήσεις ή πρόσωπα που ελέγχονται;
Ποιες ακριβώς υποχρεώσεις δημιουργούν οι ενεργειακές συμφωνίες διάρκειας 20 ετών;
Ποιος αναλαμβάνει το εμπορικό ρίσκο;
Και ποιος έχει την τελική ευθύνη όταν μια επιχειρηματική συμφωνία αποκτά ταυτόχρονα γεωπολιτική σημασία;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που χρειάζονται απαντήσεις.
Γιατί στην ενέργεια και τη γεωπολιτική οι συμφωνίες μπορεί να υπογράφονται σήμερα, αλλά οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειές τους μπορεί να εμφανιστούν πολλά χρόνια αργότερα.
Πηγές – Διασταύρωση στοιχείων
ΕΣΤΙΑ – «Οι κεραυνοί πίπτουν επί των κορυφών»
https://www.estianews.gr/kentriko-thema/o%E1%BC%B1-keravnoi-piptoun-%E1%BC%90pi-t%E1%BF%B6n-koryf%E1%BF%B6n/
U.S. Department of the Treasury – Operation Economic Outcast Targets Iran’s Shadow Fleet Networks
https://home.treasury.gov/news/press-releases/sb0664
FinCEN – Operation Economic Outcast Targets Iran’s Shadow Fleet Networks
https://www.fincen.gov/news/news-releases/operation-economic-outcast-targets-irans-shadow-fleet-networks
FinCEN – Treasury Convenes Global Financial Institutions to Advance Operation Economic Outcast
https://www.fincen.gov/news/news-releases/treasury-convenes-global-financial-institutions-advance-operation-economic
ΔΕΠΑ Εμπορίας – Atlantic SEE LNG Trade: επέκταση της 20ετούς συμφωνίας με Venture Global
https://www.depa.gr/atlantic-see-lng-trade-doubles-lng-volumes-from-the-us-through-an-expanded-agreement-with-venture-global/?lang=en
ΔΕΠΑ Εμπορίας – Συμφωνία Atlantic SEE LNG Trade και Venture Global
https://www.depa.gr/symfonia-atlantic-see-lng-trade-kai-venture-global-gia-tin-promitheia-lng/
Σημείωση δεοντολογίας
Το παρόν άρθρο αξιοποιεί ως αφετηρία πληροφορίες και προβληματισμούς που δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Εστία». Το Vouli.TV προχώρησε σε πρόσθετη διασταύρωση επιμέρους στοιχείων με επίσημες ανακοινώσεις του U.S. Department of the Treasury, του FinCEN και της ΔΕΠΑ Εμπορίας. Αναφορές και ισχυρισμοί του αρχικού δημοσιεύματος που δεν επιβεβαιώνονται από επίσημες ή ανεξάρτητες πηγές αποδίδονται ρητά στην «Εστία» και δεν παρουσιάζονται ως διαπιστωμένα γεγονότα.
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
TO GSI OR NOT TO GSI;

*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΗ τέλεια καταιγίδα της Πινδάρου: Ο Αβέρωφ αποφάσισε, οι «πιστοί» του 2023 τι κάνουν;
-
LIVE4 weeks ago1η Οκτωβρίου 2026: Σε απευθείας μετάδοση από το ΡΙΚ η στρατιωτική παρέλαση
-
Off the Record1 month agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
voulitv1 month agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record1 month agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΧρίστος Κληρίδης: Γιατί να παραμένουμε στη ΔΔΟ όταν η Τουρκία την έχει απορρίψει;
-
Off the Record1 month agoΤορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΠρέπει πρώτα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ για να διεκδικήσει την Κύπρο;
-
Off the Record4 weeks agoΌταν ο «στενότερος των στενοτέρων» φιλοδοξεί να μάθει στην Αννίτα… πολιτικό πόκερ!
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: «Ο προδομένος ποτέ δεν προδίδει, αλλά δεν θα ξαναπροδοθεί»






