Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Βουλευτές κατηγορούν τη Νομική Υπηρεσία για προσπάθεια περιορισμού της ελευθερίας του λόγου

Published

on

Για “προσπάθεια φίμωσης” έκαναν λόγο Βουλευτές έπειτα από επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας, με την οποία ζητείτο να μη διεξαχθεί συζήτηση σήμερα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου, για την κατάρρευση του συμβολαίου για τον δρόμο Πάφου-Πόλεως Χρυσοχούς, καθώς εκκρεμεί υπόθεση εναντίον δικαστηρίου.

Τελικά, η συνεδρία πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη σε μια κατάμεστη αίθουσα από Βουλευτές μέλη της Επιτροπής αλλά και Βουλευτές μη μέλη της, καλεσμένους που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον Υπουργό Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, νυν και τέως Γενικό Ελεγκτή, Γενικό Λογιστή αλλά και αντιπροσωπεία του ελληνικού ομίλου Άκτωρ, ωστόσο, μετά τις αρχικές τοποθετήσεις των Βουλευτών, συνεχίστηκε κεκλεισμένων των θυρών.

Όπως ανέφερε ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Βουλευτής του ΔΗΚΟ, Ζαχαρίας Κουλίας, στο πρώτο μέρος οι Βουλευτές θα άκουγαν τους εκπροσώπους της εταιρείας και στο δεύτερο μισό την κρατική πλευρά.

Ο Χρύσης Παντελίδης, Αναπληρωτής Πρόεδρος της Επιτροπής και Βουλευτής του ΔΗΚΟ, ο οποίος ενέγραψε το ζήτημα της εξέτασης από την Επιτροπή Ελέγχου των συμβολαίων για έργα που έχουν διακοπεί το τελευταίο διάστημα, είπε ότι η Επιτροπή Ελέγχου οφείλει να εξετάσει το θέμα. Αναφερόμενος στην επιστολή της Νομικής  Υπηρεσίας, αλλά και στη συζήτηση που άνοιξε κατά πόσον οι Βουλευτές μπορούν να συζητούν υποθέσεις που βρίσκονται ενώπιον της δικαιοσύνης ή όχι, είπε ότι «επιχειρείται φίμωση Βουλευτών με επίκληση της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος».

Όπως ανέφερε, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος είναι προτεραιότητα και αποστολή των Βουλευτών, ειδικά της Επιτροπής Ελέγχου. Σημείωσε ότι εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος δεν είναι μόνο να κερδίζει δίκες η Νομική Υπηρεσία, καθώς αν ήταν μόνο αυτό, «όλοι εμείς κάθε φορά που η Νομική Υπηρεσία χάνει δίκες έπρεπε να την επικρίνουμε ότι δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον».

Επιπλέον, είπε ότι πολλές φορές οι Επιτροπές συζήτησαν θέματα ενώ βρίσκονταν ενώπιον της δικαιοσύνης και ουδέποτε προκάλεσε πρόβλημα αυτή η συζήτηση εντός της Βουλής. «Έχουμε διαδικασίες, έχουμε αποδείξει τη μέριμνα να προστατεύουμε και να υπηρετούμε το δημόσιο συμφέρον», πρόσθεσε.

Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε σε πλειάδα δημόσιων δηλώσεων κρατικών αξιωματούχων για το θέμα από τη μέρα που υπόθεση οδηγήθηκε , ανέφερεστο δικαστήριο. «Δεν αποδέχομαι ότι η συζήτηση θα επηρεάσει αρνητικά το δημόσιο συμφέρον», είπε, καθώς δημόσιο συμφέρον είναι και το να ετοιμάζονται και να υπογράφονται καλά και σωστά συμβόλαια, για να μη καταλήγουμε στα δικαστήρια.

Επιπλέον, είπε ότι προτεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν θα έπρεπε να είναι να κερδίσει τη δίκη, αλλά να αποκτήσει η Πάφος τον δρόμο που ζητά εδώ και δεκαετίες. Πρέπει «να αγωνιούμε για εγκαίνια και όχι για δικαστικές αποφάσεις. Δεν είναι εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος να κερδίζουμε δικαστικά, αλλά να γίνονται τα έργα που περιμένει η κοινωνία», είπε, προσθέτοντας ότι εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος είναι και η διαφάνεια, η λογοδοσία, ο έλεγχος, οι θεμελιώδεις έννοιες στις οποίες εδράζεται η Επιτροπή Ελέγχου.

Ο Βουλευτής του ΔΗΣΥ, Ονούφριος Κουλάς, είπε ότι το μείζον ζήτημα είναι να καταφέρουμε να γίνει το έργο. Άλλωστε, σημείωσε, ήταν πολιτική απόφαση «δικής μας κυβέρνησης να γίνει το έργο, παρότι τεχνοκρατικά υπήρχαν ενστάσεις». Όπως σημείωσε, «έννοια μας σήμερα είναι να ξεκινήσει ξανά και να τελειώσει, να διερευνηθεί σωστά το θέμα, να δούμε τι πήγε στραβά. Ό,τι και να συμβαίνει ζητούμενο είναι να παίρνουμε μαθήματα και να βελτιωνόμαστε για το μέλλον».

Για το θέμα της επιστολής της Νομικής Υπηρεσίας είπε ότι είναι σωστό να είμαστε όλοι προσεκτικοί, σημειώνοντας ότι «είμαστε ούτως ή άλλως. Γνωρίζουμε όταν υπάρχουν δικαστικές διαδικασίες ότι μπορεί να υπάρξει πρόβλημα», είπε, σημειώνοντας ως «λογική» την προειδοποίηση της Νομικής Υπηρεσίας.

Επιπρόσθετα, είπε ότι πρέπει να διερευνηθούν κατά πόσο ήταν σωστό το συμβόλαιο, αν υπήρχαν αδυναμίες. «Αντιλαμβάνομαι ότι και από το τέλειο συμβόλαιο απρόβλεπτες διαφωνίες μπορεί να υπάρξουν», σημείωσε. Ακόμα, είπε ότι πρέπει να διερευνηθεί αν η εταιρεία πληρούσε τα κριτήρια και σωστά της δόθηκε το συμβόλαιο. Αν αυτά τα ζητήματα ήταν εντάξει, πρέπει να διερευνηθεί πού ήταν οι διαφωνίες, αν ήταν απρόβλεπτες και γιατί φτάσαμε στο σημείο της διακοπής.

«Ό,τι και να κάνουμε για να τελειώσει το έργο, το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο και θα υπάρξει και πολύ μεγάλη καθυστέρηση», κατέληξε.

Ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Χρίστος Χριστοφίδης, εξέφρασε την ικανοποίηση του, καθώς η Νομική Υπηρεσία ενημέρωσε την Επιτροπή Ελέγχου ότι αποσύρει από την επιστολή της δύο σημεία, τα οποία «ήταν εξαιρετικά προβληματικά». Συγκεκριμένα, όπως είπε, απέσυρε την παράγραφο στην οποία αναφέρεται ότι δεν είναι δυνατόν να γίνονται δηλώσεις επί επίδικων θεμάτων και παρέπεμπε σε ποινική ευθύνη Βουλευτών και το σημείο με το οποίο συμβούλευε κρατικούς αξιωματούχους να μην παραστούν στη συνεδρία της Επιτροπής Ελέγχου.

«Δυστυχώς αυτό το σημείο δεν είναι η πρώτη φορά που μας απασχολεί. Δεχτήκαμε απειλές για ποινική δίωξη όντες Βουλευτές, διότι διερωτηθήκαμε γιατί καθυστερεί η δίκη Γιαννάκη. Δεχτήκαμε απειλές για ποινική δίωξη διότι είχαμε άποψη για τις διαδικασίες που ακολουθεί η Αρχή Κατά της Διαφθοράς. Δεν μπορεί σε αυτό τον τόπο να επιβληθεί η σιωπή του νεκροταφείου. Η Βουλή και οι Βουλευτές έχουμε ευθύνη, όχι δικαίωμα. Είναι ευθύνη και υποχρέωση και να θέτουμε ερωτήματα και να ζητούμε λόγο. Δεν είναι εμείς που θα δικάσουμε αλλά δεν είναι δυνατόν να επιχειρείται η φίμωση στον ναό της δημοκρατίας, στους ανθρώπους που είναι εντεταλμένοι από τον λαό για να ζητούν τον λόγο», είπε.

Ο Βουλευτής του ΔΗΚΟ, Πανίκος Λεωνίδου, είπε ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κοινή γνώμη έχει έγνοια γι’ αυτά τα συμβόλαια. Σημείωσε ότι η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου να διερευνήσει στον βαθμό που της επιτρέπει η νομοθεσία.

Για το ζήτημα της Νομικής Υπηρεσίας, είπε ότι γίνεται προσπάθεια οι θεσμοί να είναι σε συνεννόηση, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Ακόμη συνέστησε αυτοσυγκράτηση και αυτοπροστασία των θεσμών.

«Οφείλουμε ως Βουλευτές να εξετάζουμε ποιο είναι το υπέρτερο από τα δύο: η κοινή γνώμη να ενημερωθεί τάχιστα ή να δούμε το αποτέλεσμα και να δούμε πώς θα κρίνουμε μετά από τυχόν δικαστικές αποφάσεις», είπε, κάνοντας έκκληση να διασφαλίσουν τις διαδικασίες, το κύρος των θεσμών «και τους εαυτούς μας».

Ο Βουλευτής της ΔΗΠΑ-Συνεργασία, Αλέκος Τρυφωνίδης, είπε ότι η Επιτροπή Ελέγχου έχει την ευθύνη για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.

Σημείωσε ότι η επιστολή της Γενικής Εισαγγελίας ήταν «προσβλητική για το Κοινοβούλιο», προσθέτοντας ότι «διαβεβαιώνω ότι γνωρίζουμε να προστατεύουμε το δημόσιο συμφέρον, όπως και οι κρατικοί αξιωματούχοι. Είναι υποχρέωσή μας και να συζητούμε τα θέματα και την ώρα που πρέπει να είμαστε φειδωλοί σε δηλώσεις και δημόσιες εμφανίσεις, για να μη διαταραχτεί καμία διαδικασία».

Πρόσθεσε, επίσης, ότι η οδηγία να μη γίνονται δημόσιες δηλώσεις γιατί μπορεί να επηρεαστεί η δίκη «υποτιμά το δικαστικό σώμα», σημειώνοντας ότι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος είναι το πρώτιστο, αλλά  καιη διαφάνεια και η λογοδοσία συμβάλουν επίσης στην εξυπηρέτησή του, όπως και η καταπολέμηση της διασπάθισης δημόσιου χρήματος. «Δουλειά όλων μας να τελειώνουν τα έργα προς εξυπηρέτηση του υπέρτατου δημόσιου συμφέροντος που είναι η ευκολία στους πολίτες», κατέληξε.

Η ανεξάρτητη Βουλευτής, Αλεξάνδρα Ατταλίδου, είπε ότι η λογοδοσία για τον προϋπολογισμό του κράτους είναι θεμελιώδης διαδικασία και διασφαλίζει τη διαφάνεια και την υπευθυνότητα στη διαχείριση δημοσίων πόρων. «Κανένας θεσμός δεν μπορεί να βάλει περιορισμό για τον ρόλο που παίζει η Βουλή των Αντιπροσώπων. Θεωρώ ότι η επιστολή που πήραμε ήταν απαράδεκτη και δεν θα έπρεπε ποτέ να σταλεί σε Βουλευτές», είπε.

Σημείωσε ότι η αποτελεσματική λογοδοσία είναι και ένας πυλώνας κατά της διαφθοράς. «Σε άλλη χώρα αν κατέρρεαν τόσα έργα, τα οποία εγκρίθηκαν από μία Κυβέρνηση, αν η Κυβέρνηση ήταν στην εξουσία έπρεπε να φύγει μαζί με την κατάρρευση των έργων και σε άλλη χώρα θα βλέπαμε πρωτοκλασάτα στελέχη Κυβερνήσεων να δικάζονταν», είπε.

Πρόσθεσε ότι «αυτή η κατάσταση μας προσβάλλει, όχι μόνο εντός Κύπρου αλλά και στο εξωτερικό», καθώς τα έργα αυτά σχετίζονται και με ευρωπαϊκά κονδύλια. Για το συγκεκριμένο έργο, είπε ότι είναι «ντροπή μας να μην μπορούμε να διαχειριστούμε ένα έργο. Θεωρώ ότι η διαδικασία πρέπει να γίνει και να αποδοθούν ευθύνες».

Για το θέμα τοποθετήθηκαν και δύο Βουλευτές της επαρχίας Πάφου, ο Χαράλαμπος Πάζαρος από τον ΔΗΣΥ και ο Βαλεντίνος Φακοντής από το ΑΚΕΛ.

Ο κ. Πάζαρος είπε ότι πρέπει να υπάρχει διαφάνεια και λογοδοσία και «κανένας δεν συμφωνεί με φίμωση». Σημείωσε, ωστόσο, ότι δεν διαφωνεί με την προσέγγιση της Νομικής Υπηρεσίας, «αφού είμαστε Βουλευτές της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπηρετούμε τα συμφέροντά της, οπόταν οφείλουμε από τη στιγμή που υπάρχει δικαστική διαδικασία να είμαστε πολύ προσεκτικοί στις δημόσιες δηλώσεις μας».

Για τον δρόμο Πάφου-Πόλεως είπε ότι αποτελεί ένα όραμα που ξεκίνησε από το 1997. «Η προηγούμενη Κυβέρνηση κατάφερε το όραμα να το βάλει σε τροχιά υλοποίησης», ξεκινώντας το 2021, είπε, σημειώνοντας πως ο δρόμος δεν εξυπηρετεί μόνο το διαμέρισμα της Πόλεως Χρυσοχούς, αλλά θα περάσει από το 70-80% των χωριών της υπαίθρου της Πάφου. «Για ολόκληρη την επαρχία Πάφου είναι σημαντικό το έργο», πρόσθεσε.

Από την πλευρά του, ο κ. Φακοντής είπε ότι είναι μεγάλη η αξία του έργου, πέραν της τοπικής σημασίας και χαρακτήρισε ως «μεγάλο πισωγύρισμα» τη διακοπή του συμβολαίου. «Κανένας δεν θέλει να βλέπει έργα δημοσίου να πέφτουν σαν ντόμινο», ανέφερε, σημειώνοντας ότι πρέπει να διερευνηθεί ποιοι ευθύνονται και το τι μέλλει γενέσθαι. «Θέλουμε να δούμε τη διαδικασία πώς προχωρά για να μπει σε τροχιά υλοποίησης το συγκεκριμένο έργο», κατέληξε.

«Παρερμηνευθήκαμε» λέει η ΝΥ

Την πλευρά της εταιρείας άκουσε μόνο τελικά η κοινοβουλευτική Επιτροπή Ελέγχου την Πέμπτη, που εξέταζε το ζήτημα της διακοπής του συμβολαίου του δρόμου Πάφου-Πόλεως Χρυσοχούς, με την κρατική πλευρά να καταθέτει ενώπιον της Επιτροπής τη μεθεπόμενη Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου.

Στο μεταξύ, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, σε δηλώσεις της μετά την Επιτροπή είπε ότι η επίμαχη επιστολή που απέστειλε στην Πρόεδρο της Βουλής για να μη συζητηθεί το θέμα, καθ’ ότι βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία, «παρερμηνεύτηκε».

Συγκεκριμένα, η εκπρόσωπος της Νομικής Υπηρεσίας, εισαγγελέας Ρένα Παπαέτη Χατζηκώστα, είπε ότι πρωταρχικός σκοπός της Νομικής Υπηρεσίας είναι η διαφύλαξη των νόμιμων δικαιωμάτων του κράτους. «Ως εκ τούτου, η Νομική Υπηρεσία ως ο νομικός σύμβουλος του κράτους, που εκπροσωπεί τη Δημοκρατία στις δικαστικές διαδικασίες που αφορούν το υπό συζήτηση θέμα, έκρινε ότι θα έπρεπε να επιστήσει την προσοχή της Βουλής για πιθανές δυσμενείς επιπτώσεις, που τυχόν να είχαν οι τοποθετήσεις των προσκληθέντων, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι πρώην ανάδοχοι της τερματισθείσας σύμβασης για τον δρόμο Πόλης-Πάφου και νυν αντίδικοι της Δημοκρατίας στις εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν τόσο στα δικαστήρια της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας».

Συνέχισε σημειώνοντας ότι η επιστολή «δυστυχώς, αντί να τύχει της ορθής ερμηνείας και αντιμετώπισης ερμηνεύτηκε αποσπασματικά. Φράσεις οι οποίες παρερμηνεύτηκαν ή και ενόχλησαν τη Βουλή αποσύρθηκαν, καθότι αυτές ουδόλως αφορούσαν την ουσία του ζητήματος, για τον σκοπό για τον οποίο απεστάλη η επιστολή. Απόδειξη τούτου είναι η εδώ παρουσία όλων των κρατικών αξιωματούχων που προσκλήθηκαν, κατόπιν νομικής συμβουλής», είπε.

Η κ. Παπαέτη κατέληξε ότι αυτό που έχει σημασία για τη Νομική Υπηρεσία είναι ότι ο σκοπός για τον οποίο εστάλη η επιστολή επιτεύχθη, η συνεδρία διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών, με την κάθε πλευρά να παρουσιάζει τις θέσεις της ξεχωριστά.

Κληθείσα να σχολιάσει τις δηλώσεις Βουλευτών που μίλησαν για «φίμωση», απάντησε «ουδέν αναληθέστερο», σημειώνοντας ότι ήταν η θέση της Νομικής Υπηρεσίας ότι μία ανοιχτή συνεδρία δεν θα έπρεπε να διεξαχθεί και εάν διεξαχθεί, η Νομική Υπηρεσία, ως οι νομικοί σύμβουλοι του κράτους και οι δικηγόροι στη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί, «δεν θα παρευρεθούμε». Ερωτηθείσα αν είναι ικανοποιημένη από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, απάντησε θετικά.

Σχολιάζοντας τις δηλώσεις των Βουλευτών ότι για να υπάρχει εξυπηρέτηση δημοσίου συμφέροντος χρειάζεται και λογοδοσία και διαφάνεια και ο κόσμος της Πάφου να έχει το οδικό δίκτυο που του αρμόζει, είπε ότι «η μόνη μας έννοια ήταν τυχόν δυσμενής επηρεασμός λεχθέντων στις δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν». Πρόσθεσε ότι η Νομική Υπηρεσία είναι υπέρ της διαφάνειας, πάντοτε.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, Βουλευτής του ΔΗΚΟ, Ζαχαρίας Κουλίας, σε δηλώσεις επί της διαδικασίας μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίασης, είπε ότι «υπήρξε μία διασυνοριακή διαφορά με τη Νομική Υπηρεσία. Υπήρξε έντονη τοποθέτηση από τη μια πλευρά και την άλλη», σημειώνοντας ότι σε κλειστή συνεδρία της Επιτροπής, παρουσία της εκπροσώπου της εισαγγελίας, έγινε συνεννόηση, αποσύρθηκαν οι επίδικες παράγραφοι που ενοχλήσαν την Επιτροπή και «όλα είχαν λήξει και διευθετηθεί».

Σημείωσε ότι τελικά η συνεδρία έγινε κλειστή, «όπως πάντοτε γινόταν στην Επιτροπή Ελέγχου όταν είχαμε δικαστικές διαδικασίες ή υποθέσεις που διερευνώνται από την Αστυνομία». Ως εκ τούτου, είπε, «ακούσαμε την εταιρεία από μόνη της και τη μεθεπόμενη Πέμπτη, 20/2, θα γίνει η συνεδρία που θα ακουστεί η επίσημη πλευρά».

Σημείωσε, ακόμα, ότι αυτό είναι το πρώτο σκάνδαλο που εξετάζει η Επιτροπή, «και μετά θα μετακομίσουμε γεωγραφικά», διότι, όπως είπε, «η προηγούμενη κυβέρνηση φρόντισε να έχει διασπορά των σκανδάλων, Πάφο, Λιοπέτρι, Λάρνακα κ.ο.κ.».

Ο Βουλευτής του ΑΚΕΛ, Χρίστος Χριστοφίδης, σε δηλώσεις του μετά την ολοκλήρωση της συνεδρίας, σημείωσε ότι, αν δεν απέσυρε η Νομική Υπηρεσία τις συγκεκριμένες παραγράφους δημιουργούσαν «θεσμική κρίση». Το πρώτο σημείο που αποσύρθηκε από την επιστολής της Νομικής Υπηρεσίας προς την Πρόεδρο της Βουλής, ανέφερε ότι «δηλώσεις επί επίδικων θεμάτων δημοσίως και δη στη Βουλή των Αντιπροσώπων ενδέχεται να συνιστά καταφρόνηση του δικαστηρίου» και «ποινικό αδίκημα».

Σημείωσε ότι είναι πολύ διαφορετικό το να παρεμβαίνεις δημόσια για μία δίκη ή να αποκαλύπτεις στοιχεία, και άλλο Βουλευτές καθηκόντως να συζητούν για ζητήματα τα οποία πιθανόν να εκδικάζονται. «Δεν μπορεί οι εκπρόσωποι του λαού στον ναό της Δημοκρατίας να είναι υπό φίμωση ή υπό εκβιασμό γιατί κάνουν τη δουλειά τους», είπε.

Το δεύτερο σημείο που αποσύρθηκε είναι αυτό με το οποίο η Νομική Υπηρεσία συμβούλευε κρατικούς αξιωματούχους να μην παρευρεθούν στη συνεδρίαση.

Ο Βουλευτής του ΔΗΚΟ, Χρύσης Παντελίδης, ο οποίος ενέγραψε και το θέμα, είπε ότι το συμβόλαιο του δρόμου Πάφου-Πόλεως Χρυσοχούς διακόπηκε τον Νοέμβριο και βρίσκεται ενώπιον δικαστηρίων σε Κύπρο και Ελλάδα και γι’ αυτό το μεγαλύτερο μέρος της συνεδρίασης ήταν κλειστό.

Αναφορικά με την επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας, είπε ότι είναι υποχρέωση της Επιτροπής Ελέγχου να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο και να ενημερώνεται για μια σειρά από τέτοιου είδους υποθέσεις. «Ουδείς αμφισβητεί ότι δουλειά της Νομικής Υπηρεσίας είναι να κερδίσει τις δίκες οι οποίες υπάρχουν στο δικαστήριο αυτή τη στιγμή», σημείωσε. Ωστόσο, πρόσθεσε ότι δημόσιο συμφέρον είναι η λογοδοσία, η διαφάνεια και ο έλεγχος που ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και να ετοιμάζονται σωστά και πλήρη συμβόλαια για να μην προκύπτουν προβλήματα, καθώς και να ολοκληρώνονται τα έργα.

Ο Βουλευτής της ΔΗΠΑ, Αλέκος Τρυφωνίδης είπε ότι είναι ευθύνη της Βουλής να ελέγχει τον προϋπολογισμό του κράτους, για διαφάνεια, λογοδοσία και σωστή και αποτελεσματική χρησιμοποίηση των χρημάτων του κυπριακού λαού προς όφελός του. Σημείωσε ότι η Επιτροπή Ελέγχου διασφάλισε να γίνουν οι σωστές διαδικασίες σε κλειστή συνεδρία.

«Ως ΔΗΠΑ έχουμε ευθύνη έναντι του κυπριακού λαού για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται όταν υπογράφονται σωστά και αποτελεσματικά συμβόλαια προς εξυπηρέτηση των πολιτών, όταν υπάρχει διαφάνεια, λογοδοσία και έλεγχος, όταν ολοκληρώνονται τα έργα επωφελία του κυπριακού λαού, όταν καταπολεμούμε τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος και οι ένοχοι, αν υπάρχουν, να τιμωρούνται. Προς αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε και στις υπόλοιπες συνεδρίες της Επιτροπής», είπε.

Η ανεξάρτητη Βουλευτής, Αλεξάνδρα Ατταλίδου είπε ότι συζητήθηκε το θέμα της κατάρρευσης πολλών αναπτυξιακών έργων «τα οποία προγραμμάτισε και αδειοδότησε η κυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη-ΔΗΣΥ». «Επί της διάδοχης κυβέρνησης Χριστοδουλίδη», πρόσθεσε, «βλέπουμε με απόγνωση» το ένα μετά το άλλο «να καταρρέουν, τα έργα παγώνουν, το κόστος εκτινάσσεται σε επικίνδυνο για τη δημοσιονομική σταθερότητα ύψος, εγγυητικές λήγουν, χωρίς το κράτος να εξασφαλίσει τα δικαιώματά του».

Σε σχέση με την επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας, η κ. Ατταλίδου μίλησε για «απειλητικό μήνυμα που θέλησε να δώσει ο Γενικός Εισαγγελέας, προειδοποιώντας τους Βουλευτές ότι η συζήτηση του θέματος» μπορεί να ενεργοποιήσει νομοθεσία που προνοεί πρόστιμο και ποινή φυλάκισης για τα μέλη της Βουλής. Σημειώνοντας ότι η λογοδοσία για τον προϋπολογισμό του κράτους είναι θεμελιώδης διαδικασία και πυλώνας καταπολέμησης της διαφθοράς, είπε ότι σε ένα κράτος στο οποίο συνεχώς υποχωρεί στους διεθνείς δείκτες για θέματα καταπολέμησης της διαφθοράς, το λιγότερο είναι να αφεθεί η Βουλή των Αντιπροσώπων να εκτελέσει το συνταγματικό καθήκον που έχει να ελέγχει τις αποφάσεις του κράτους και το πώς ξοδεύεται το κάθε σεντ.

Εξάλλου, από τον ΔΗΣΥ λέχθηκε στο ΚΥΠΕ ότι «ως υπεύθυνη δύναμη» αποφάσισε να μην προβεί σε δηλώσεις «σεβόμενοι τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί».

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia