Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Χριστοδουλίδης – Αννίτα: Το παρατεταμένο παιχνίδι εξουσίας και εντυπώσεων

Published

on

Όταν πριν από λίγες ημέρες κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την Ημέρα της Ευρώπης στη Βουλή, αυτό που συζητήθηκε στα πολιτικά πηγαδάκια ήταν το τετ α τετ του προέδρου της Δημοκρατίας με την πρόεδρο της Βουλής. Η αμηχανία ήταν έκδηλη, όπως επίσης και η ψυχρότητα στον μεταξύ τους χαιρετισμό, σε αντίθεση βεβαίως με τη θέρμη με την οποία η Αννίτα Δημητρίου καλωσόριζε την ίδια στιγμή στη Βουλή τον υπουργό Εσωτερικών Κωνσταντίνο Ιωάννου. Η συνάντηση εκείνη ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει αυτό που συζητείται εδώ και καιρό. Πως μεταξύ των δύο πολιτικών προσώπων επικρατεί ισχυρός ανταγωνισμός. Ένα παιχνίδι εξουσίας για το ποιος θα επικρατήσει στον χώρο της Δεξιάς με γνώμονα το 2028. Σε αυτό το παιχνίδι δύναμης μεταξύ των δύο, πολλά θα εξαρτηθούν από το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών. Από αυτή την αμφίρροπη μάχη αμφότερες οι πλευρές ρισκάρουν πολλά, και με δεδομένο ότι στις επικείμενες εκλογές δεν υπάρχει σαφές πολιτικό αφήγημα, τότε το διακύβευμα μετατρέπεται καθαρά σε προσωπικό.

Οι δύο όψεις

Για πολλούς ο Νίκος Χριστοδουλίδης και η Αννίτα Δημητρίου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δύο νέα πολιτικά πρόσωπα που αναρριχήθηκαν ραγδαία στην εξουσία, αποφεύγοντας τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, δίδοντας ισχυρή έμφαση στην εικόνα τους και την προσωπική επαφή, αντί στην παρουσίαση πολιτικών θέσεων. Και οι δύο ευνοήθηκαν από τους δύο τέως Αναστασιάδη-Νεοφύτου στην αρχή της πολιτικής τους πορείας, ενώ η φύση των τελευταίων τους καλογυαλισμένων πόστων, αυτό της προέδρου της Βουλής για την Αννίτα Δημητρίου και η θέση του υπουργού Εξωτερικών για τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ήταν η αιτία να αποκτήσουν μεγάλη δημοτικότητα. Πλέον και οι δύο έχουν να διαχειριστούν τη φθορά που έρχεται αναπόφευκτα από καίριες θέσεις που ανέλαβαν στη συνέχεια, όπως αυτή του αρχηγού του κράτους και του αρχηγού ενός κόμματος. Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένο ότι οι δύο απευθύνονται στην ίδια δεξαμενή ψήφων, δημιουργείται απευθείας ανταγωνισμός και έριδες, που τις πλείστες φορές δεν έχουν να κάνουν με πολιτικές διαφωνίες αλλά με τακτικισμούς για το ποιος θα καταφέρει να έχει την περισσότερη επιρροή και να επικρατήσει.

Οριοθετώντας τις γραμμές

Κατά τον τελευταίο χρόνο έχουν γίνει πολλά που κατέδειξαν πως οι σχέσεις τους δεν είναι και οι πλέον ειλικρινείς. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε από την αρχή να δεσμεύσει τον Συναγερμό να προσδεθεί στο κυβερνητικό σχήμα, πρώτα μέσω δημόσιων προσκλήσεων, ή χρησιμοποιώντας μεσάζοντες γι’ αυτό, όπως ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης. Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με την ανοικτή πόρτα επικοινωνίας που είχε ο πρόεδρος με συγκεκριμένα στελέχη, τη στιγμή που η Αννίτα Δημητρίου είχε πάρει ξεκάθαρη θέση μέσω συνεδρίου πως ο ΔΗΣΥ ανήκει στην αντιπολίτευση, έστειλε το μήνυμα της εσωτερικής υπόσκαψης του ΔΗΣΥ με πρωτεργάτη τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Αυτός είναι και ο λόγος που η ίδια εδώ και καιρό έχει μπει σε μία διαδικασία να προσπαθεί να οριοθετήσει τις δικές της γραμμές. Καθόλου τυχαία η επιστολή που απέστειλε πέρυσι στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ζητώντας από την ηγεσία του τη μη συμπερίληψη των υπουργών τού Νίκου Χριστοδουλίδη στις προπαρασκευαστικές υπουργικές συναντήσεις του ΕΛΚ. Η «Κ» είχε αποκαλύψει και το έντονο παράπονο της κας Δημητρίου προς τον Μάνφρεντ Βέμπερ, για το γεγονός ότι οι αρχηγοί κρατών-μελών που συμμετέχουν στο ΕΛΚ –περιλαμβανομένου και του Νίκου Χριστοδουλίδη– δεν μένουν να ακούσουν και τις ομιλίες των αρχηγών των κομμάτων στις συναντήσεις που γίνονται. Έντονη ήταν και η δυσφορία της προέδρου του ΔΗΣΥ για τη θέρμη με την οποία προσεγγίζει τον Νίκο Χριστοδουλίδη η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον ανθρωπιστικό διάδρομο στη Γάζα. Η κόντρα τους συνεπώς δεν έχει γίνει απλώς γνωστή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά προκαλεί και πονοκέφαλο, καθώς το EPP θέλει προφανώς να διατηρήσει τις ισορροπίες με τον ΔΗΣΥ, το ενδιαφέρει περισσότερο όμως να έχει αρχηγούς κρατών στο εσωτερικό του παρά αρχηγούς κομμάτων. Αυτή η συγκατοίκηση στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ένα από τα κύρια θέματα που ενοχλούν την Αννίτα Δημητρίου και που στο περιβάλλον της αναφέρει συχνά πως ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κληροδότησε από τον Αβέρωφ Νεοφύτου. Μαζί με αυτό προστίθεται και η έντονη –χωρίς οποιαδήποτε συζήτηση των δύο εμπλεκόμενων μερών– φημολογία των τελευταίων μηνών, ότι ο Χάρης Γεωργιάδης είναι ο εκλεκτός του προέδρου για την Κομισιόν. Αυτό, όπως λέει στο περιβάλλον της, θα αποτελεί αιτία πολέμου, όμως αιτία πολέμου παραδόξως για την ίδια δεν θα αποτελεί το ενδεχόμενο ανανέωσης της θητείας τής τέως αντιπροέδρου του ΔΗΣΥ Στέλλας Κυριακίδου. Πέραν του ευρωπαϊκού σκηνικού στο οποίο παρουσιάζεται μία προσπάθεια του ποιος θα επικρατήσει, ζητήματα υπήρξαν και στο εσωτερικό. Η Αννίτα Δημητρίου αντέδρασε στην προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να κάνει το state of the union στη Βουλή, ενώ ζητήματα υπήρξαν και στην περίπτωση του Λιβάνου μετά την κρίση του μεταναστευτικού. Η κα Δημητρίου είχε ενημερώσει την Πινδάρου για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες με την πρέσβειρα του Λιβάνου, όμως μόλις αποχώρησε από το κόμμα, άκουσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να προτίθεται να επισκεφθεί τον Λίβανο. Αυτό το συμβάν όχι μόνο ενόχλησε την πρόεδρο του ΔΗΣΥ, αλλά άνοιξε και για την ίδια ζητήματα διαρροών εκ των έσω. Ούτε βεβαίως ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε να τιθασεύσει τις ανησυχίες τής Αννίτας Δημητρίου. Δεν έχει επιδιώξει απευθείας διαβούλευση μαζί της όλο αυτό το διάστημα για περαιτέρω συνεργασία, ενώ η κίνησή του να στείλει με τον Μάκη Κεραυνό νομοσχέδιο για το συνταξιοδοτικό των βουλευτών, ενέτεινε την άσχημη σχέση, όχι μόνο μαζί της και με βουλευτές του ΔΗΣΥ, αλλά και με τα συγκυβερνώντα κόμματα. Όσο όμως κι αν η υπόγεια μεταξύ τους κόντρα μαίνεται και παρουσιάζεται ως το κύριο πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν, η αλήθεια είναι πως τα προβλήματά τους είναι πολύ βαθύτερα, ενώ οι παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία τους στην πολιτική σκακιέρα ευρύτεροι.

Η Αννίτα Δημητρίου ανέλαβε τον Δημοκρατικό Συναγερμό σε ένα ομολογουμένως εκρηκτικό σκηνικό. Δεν ήταν μόνο η ήττα των προεδρικών εκλογών που ενέτεινε την αίσθηση της διάσπασης το πρόβλημα, ήταν η μεγάλη κόντρα μεταξύ των Νεοφύτου-Αναστασιάδη που έπρεπε να διαχειριστεί, το σοβαρό πλήγμα που προκάλεσε η δεκαετής διακυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη, αλλά και μία σοβαρή οικονομική τρύπα. Μόνο που η νέα πρόεδρος του ΔΗΣΥ δεν επιχείρησε να διαχειριστεί τις κρίσεις αλλά να τις κρύψει κάτω από το χαλί, επικαλούμενη την ενότητα και να δημιουργήσει καινούργια θέματα.

Οριοθέτηση της κυριαρχίας της επιχειρεί η Αννίτα Δημητρίου, προκαλώντας πονοκέφαλο στο EPP, ενώ ο Νίκος Χριστοδουλίδης αποφεύγει την όποια διαβούλευση μαζί της.

• Δεν έχει δημιουργήσει μία στενή και δυνατή ομάδα γύρω της στο κόμμα, ενώ οι σχέσεις με την υπόλοιπη ηγεσία και κυρίως με τον Ευθύμιο Δίπλαρο που έχει τη δική του ατζέντα δεν είναι οι καλύτερες.

• Έχει καταφέρει να διχάσει ακόμη περισσότερο το κόμμα με τους χειρισμούς που έγιναν στις δημοτικές εκλογές, ενώ η επαμφοτερίζουσα θέση για την απόφαση πειθαρχικών ποινών δεν βοηθά στην επούλωση των εσωκομματικών πληγών.

• Η παλιά φρουρά στελεχών έφυγε, στερώντας έτσι και την πολιτική εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων ζητημάτων την οποία και χρειάζονται, με αποτέλεσμα να στέλνουν πολλές φορές το μήνυμα πως δεν υπάρχει ούτε σοβαρότητα ούτε πολιτικό βάθος.

• Έχει κρατήσει κοντά τον Νίκο Αναστασιάδη, στέλνοντας το μήνυμα πως εκείνος σκιωδώς, κυβερνά το κόμμα.

Αυτό που διαφαίνεται από τις κινήσεις της είναι πως η ίδια έχει μπει –μάλλον ακούσια– σε μία διαδικασία διαχείρισης ήττας. Το κόμμα κατάφερε να χειριστεί επιτυχώς την κρίση που είχε προκαλέσει η αποχώρηση του Μάριου Πελεκάνου, προτάσσοντας τη θέση ότι αυτός εξυπηρετεί προσωπική ατζέντα, ενώ έχει αφήσει αρκετές αιχμές για τον ρόλο του Αβέρωφ Νεοφύτου –μέχρι πρότινος το πρόσωπο που την ανέδειξε. Το ερώτημα είναι πόσο θα μπορέσει να πείσει αυτό το αφήγημα του κομματικού πατριωτισμού και πώς κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει συνενωτικά για τον ΔΗΣΥ.

Προσωπικό διακύβευμα οι εκλογές

Ήδη η Αννίτα Δημητρίου εργάζεται εντατικά για να συγκρατήσει τη δυναμική του κόμματος, γυρίζοντας όλη την Κύπρο. Τη βοηθά βεβαίως η καλή της εικόνα και η πολύ καλή επικοινωνία που έχει με τη βάση. Αν υπάρξει ένα καλό αποτέλεσμα στις επικείμενες εκλογές, ενισχύεται και το ηγετικό της προφίλ, ενώ κλείνουν τουλάχιστον προς το παρόν οι όποιες φωνές εσωστρέφειας και ενδεχόμενης αμφισβήτησής της. Σε ένα τέτοιο σενάριο η ίδια θα μπορεί με αξιώσεις να διεκδικήσει για ακόμη μία φορά την προεδρία της Βουλής, ενισχύοντας και το πολιτικό της βάρος, αλλά την ίδια στιγμή έχοντας στο χέρι της ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί για αυτούς με τους οποίους θα θέλει να συνεργαστεί το 2028, αν τελικώς αποφασίσει να είναι υποψήφια.

Για την όλη προσπάθεια, σημαντικό είναι για την ίδια η εκλογή του Κωνσταντίνου Πετρίδη στις ευρωεκλογές, καθώς κάτι τέτοιο θα σηματοδοτήσει το τέλος της κόντρας μεταξύ των υποστηρικτών της υπέρβασης στον β΄ γύρο και της υπόλοιπης βάσης. Σημαντικό όμως είναι για την ίδια και οι νίκες σε συγκεκριμένους δήμους. Η εκλογή του Νίκου Τορναρίτη αποτελεί προσωπικό της στοίχημα, όχι μόνο για την πολύ στενή σχέση που έχουν. Πέραν του ότι αποτελεί η πρωτεύουσα παραδοσιακά προπύργιο του ΔΗΣΥ, τυχόν ήττα του θα ενεργοποιήσει όλες εκείνες τις φωνές που διαφώνησαν με τον χειρισμό της Λευκωσίας και την αυθαίρετη –μετά το κάψιμο πολλών υποψηφιοτήτων– απόφαση για υποψηφιότητα Τορναρίτη. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την περίπτωση του Κωστάκη Κωνσταντίνου. Η Πινδάρου, με τις παραινέσεις βεβαίως του Νίκου Αναστασιάδη, πόνταρε στη σίγουρη εκλογή Κωνσταντίνου και τον στήριξε μέχρι τέλους, δημιουργώντας σοβαρές ρωγμές στο κόμμα, αναμοχλεύοντας την κρίση των προεδρικών εκλογών και επιβεβαιώνοντας πως δεν ακολουθεί συνεπή στάση ευνοώντας «αποστάτες». Ένα κακό αποτέλεσμα σίγουρα δεν θα ανοίξει τώρα μία συζήτηση αμφισβήτησης και αντικατάστασης της Αννίτας Δημητρίου, αλλά θα ενισχύσει την γκρίνια που υπάρχει εδώ και καιρό, ανοίγοντας τον δρόμο και της φθοράς της και της υπόσκαψης.

Μία σαφής νίκη του Δημοκρατικού Συναγερμού είναι κάτι που σίγουρα δεν θέλει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ένας ενισχυμένος Συναγερμός θα ενισχύσει παράλληλα και τις αντιπολιτευτικές φωνές, καθώς το κόμμα ίσως να ερμηνεύσει τη νίκη του ως επιβράβευση για την επιμονή του να μείνει στην αντιπολίτευση. Το κυριότερο όμως για τον Νίκο Χριστοδουλίδη είναι το γεγονός ότι και η κύρια πολιτική αντίπαλός του, Αννίτα Δημητρίου, θα είναι ενισχυμένη πολιτικά, χωρίς ιδιαίτερη αμφισβήτηση στο κόμμα και με περισσότερη αυτοπεποίθηση να ασκήσει –αν χρειαστεί– αντιπολιτευτικό ρόλο απέναντι στην κυβέρνηση. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αν και νιώθει ενθαρρυμένος από την επίσκεψη Φον ντερ Λάιεν, τις επικροτήσεις για τον ανθρωπιστικό διάδρομο στη Γάζα και τις πρωτοβουλίες του στον Λίβανο που φαίνεται να ενίσχυσαν την αυτοπεποίθησή του, ωστόσο μία σειρά ζητημάτων προκαλεί ζητήματα για το πώς θα συνεχίσει στο μέλλον.

• Πλέον έχει εμπεδώσει πως ο Συναγερμός δεν θα προσδεθεί στο άρμα της κυβέρνησης, ενώ ανοικτός είναι ο κίνδυνος να μη συναινεί σε διάφορα νομοσχέδια ενόψει των βουλευτικών του 2026.

• Οι σχέσεις με τα κόμματα της συγκυβέρνησης δεν είναι η καλύτερη, καθώς έχει πλέον εμπεδωθεί στο εσωτερικό τους ότι είναι πρόεδρος μιας πενταετίας.

• Δεν έχει κτίσει τις καλύτερες σχέσεις με το Υπουργικό του Συμβούλιο –πλην των παροικούντων στο Προεδρικό. Κάποιοι θεωρούν πως είναι αναλώσιμοι στην πρώτη κρίση, ενώ άλλοι υπουργοί, που έχουν προσωπική ατζέντα, διατηρούν σχέσεις είτε με το ΑΚΕΛ είτε με τον ΔΗΣΥ.

• Βρίσκεται υπό τον συνεχή εκβιασμό αποχώρησης συγκυβερνώντων κομμάτων, δυσκολεύοντας όποιες κινήσεις του στο Κυπριακό –αν βεβαίως ο ίδιος θέλει να προχωρήσει σε τολμηρά βήματα αλλά και στο εσωτερικό.

Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θέλει σίγουρα και μία συντριβή του Συναγερμού, καθώς αυτό θα ανακινήσει τις φωνές ότι ο ίδιος είναι ο υπαίτιος της ήττας και της διάσπασης του κόμματος. Αν και δεν διάγει την καλύτερη περίοδο με τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ Νικόλα Παπαδόπουλο, φαίνεται να ευνοεί μία καλή παρουσία τού μεγαλύτερου κόμματος της διακυβέρνησης. Αφενός θα διατηρήσει στο πλευρό του το κόμμα του Κέντρου και αφετέρου θα αποτελεί την απάντησή του στα άλλα δύο κόμματα που –δημοσκοπικά τουλάχιστον– παραπαίουν ότι δεν είναι η κυβέρνηση που τους προκάλεσε τη φθορά.

Βεβαίως, ο ίδιος ούτε μπορεί ούτε θέλει να εμπλακεί ενεργά. Πέραν της παρουσίας του στα προεκλογικά συνέδρια των τριών κομμάτων, ο ίδιος δεν έχει το οργανωτικό για να στηρίξει αποτελεσματικά ένα συγκεκριμένο συνδυασμό ή συγκεκριμένους υποψηφίους, ούτε βεβαίως είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε διαμοιρασμό προεκλογικών δώρων όπως έκαναν προκάτοχοί του. Το σίγουρο είναι πως μαζί με ένα καλό αποτέλεσμα του ΔΗΚΟ, ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιθυμεί την εκλογή δικών του προσώπων στις τοπικές εκλογές, όπως είναι οι Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, Κωστάκης Κωνσταντίνου κ.ο.κ., καθώς θα σταλεί το μήνυμα πως επιβραβεύονται οι υποστηρικτές του, και την ίδια στιγμή θα έχει έναν καλό οργανωτικό δίκτυο για την υπόλοιπη τετραετία, ίσως και για το ενδεχόμενο που θα επιδιώξει επανεκλογή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει κρατήσει στο πλευρό του μέσω διαφόρων θέσεων και αξιωμάτων πρόσωπα που δούλεψαν ενεργά στον προεκλογικό του, κτίζοντας έτσι μία δυνατή ομάδα και διατηρώντας τους κατ’ επέκταση εκτός ΔΗΣΥ. Αυτές ακριβώς οι κινήσεις όχι μόνο συντηρούν την κόντρα μεταξύ των δύο πολιτικών προσώπων, αλλά αναμένεται να ενταθούν, όχι σε αυτή την εκλογική μάχη, αλλά στις βουλευτικές, όπου πολύ περισσότερα κρίνονται.

Πηγή: Kathimerini

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia