ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Rebranding αλλά με ποιους;
Είναι τα παραδοσιακά κόμματα σε μία πορεία διαρκούς φθοράς; Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, δεν άνοιξε μόνο τη συζήτηση για το κατά πόσο ο τραμπισμός θα καταστεί μεταδοτικός, αλλά εμπέδωσε τη γύμνια δύο κατά τα άλλα ισχυρών κομμάτων: την αποδυνάμωση του άλλοτε κραταιού Δημοκρατικού Κόμματος, αλλά και την άλωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από τον Ντόναλντ Τραμπ. Αυτή η υπαναχώρηση του δίπολου ανοίγει τη συζήτηση αν το υπάρχον κομματικό σύστημα ευρύτερα θα αντικατασταθεί από προσωπικότητες τύπου Τραμπ που παρουσιαζόμενες ως εκτός συστήματος θα ηγούνται χωρών και θα κατέχουν σημαντικά αξιώματα. Στην Κύπρο, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δεν περίμεναν την εκλογή Τραμπ για να ανησυχήσουν, καθώς την πρώτη ψυχρολουσία την εισέπραξαν τον περασμένο Ιούνιο από την εκλογή και τη δυναμική του Φειδία Παναγιώτου. Το ερώτημα είναι πώς θα ανατρέψουν την καθοδική πορεία των εκλογικών ποσοστών τους ή αν θα αποδεχτούν πως η απαξίωση είναι πλέον εισιτήριο χωρίς επιστροφή. Ήδη, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ προχωρούν σε εσωτερικές αλλαγές, διακηρύσσουν την ανανέωση μέσω του περιορισμού θητειών σε αξιωματούχους. Αυτό που αντιμετωπίζουν και οι δύο είναι:
Στον ΔΗΣΥ υπάρχει το παράδοξο μη εξαίρεσης από τον περιορισμό θητειών ακόμη και της προέδρου του ΔΗΣΥ.
• Την επί του παρόντος αδιαφορία προσωπικοτήτων με έρεισμα να έρθουν κοντά.
• Την απουσία στελεχιακού προσωπικού που θα αντικαταστήσει επαρκώς αυτούς που φεύγουν.
• Τους μιμητές Τραμπ-Φειδία, οι οποίοι είτε θα διεκδικήσουν μέσω κόμματος είτε εκτός προκαλώντας και στις δύο περιπτώσεις προβλήματα στο εσωτερικό τους.
Οι κενές θέσεις και η Πινδάρου

Την εβδομάδα που πέρασε, ο αναπληρωτής πρόεδρος του ΔΗΣΥ Ευθύμιος Δίπλαρος εξέδιδε ανακοίνωση όπου δημοσιοποιούσε την απόφασή του να μην επαναδιεκδικήσει έδρα στη Βουλή. Η κίνησή του δεν ήταν καθόλου αψυχολόγητη, αν ληφθεί υπόψη πως τους τελευταίους μήνες συζητείται εντόνως η καταστατική πρόνοια του ΔΗΣΥ, η οποία θέτει όριο τριών θητειών σε αξιωματούχους. Η απόφαση αυτή λήφθηκε το 2018, κατά την οποία ελάχιστα στελέχη διαφώνησαν, ωστόσο σήμερα προκαλεί εσωστρέφεια. Δεν είναι μόνο ότι επηρεαζόμενα στελέχη αντιδρούν εντόνως, αλλά και το γεγονός ότι η απουσία κάποιων εξ αυτών από το ψηφοδέλτιο ενδεχομένως να στοιχίσει ψήφους σε μία κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση.
Χωρίς αντικαταστάτες
Από την πρόνοια, εκτός του Ευθύμιου Δίπλαρου στη Λεμεσό, επηρεάζονται ο Αβέρωφ Νεοφύτου και ο Νίκος Τορναρίτης, οι οποίοι δεν ήθελαν να επαναδιεκδικήσουν ούτως ή άλλως, στην επαρχία Λευκωσίας, ο Κυριάκος Χατζηγιάννης στην επαρχία Αμμοχώστου και ο Μάριος Μαυρίδης στην επαρχία Κερύνειας. Αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχουν και άλλα στελέχη που ενώ δεν επηρεάζονται έχουν αποφασίσει να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους στη Βουλή, όπως ο Χάρης Γεωργιάδης στη Λευκωσία και ο Ονούφριος Κουλά στην επαρχία Αμμοχώστου. Αυτό από μόνο του προκαλεί ανησυχία εντός του ΔΗΣΥ, όχι μόνο γιατί χάνει μία σειρά στελεχών με πολιτικό βάρος και συγκεκριμένο ακροατήριο, αλλά και γιατί δεν έχει βρει ακόμα εκείνα τα πρόσωπα που να καλύψουν εκλογικά το κενό τους. Η επαρχία που προκαλεί σοβαρές ανησυχίες είναι αυτή της Αμμοχώστου με την αποχώρηση των Κουλά – Χατζηγιάννη, αλλά και εξαιτίας του σοβαρού προβλήματος διαρροής ψηφοφόρων προς το ΕΛΑΜ. Σε ό,τι αφορά τη Λευκωσία υπάρχει βεβαίως και μία άλλη ανάγνωση. Πως το γεγονός ότι φεύγουν πρόσωπα που κλείδωναν έδρα θα λειτουργήσει ως προτροπή για να διεκδικήσουν άλλες προσωπικότητες με κύκλο και ακροατήριο που μέχρι τώρα δίσταζαν. Δεδομένη πάντως θεωρείται η υποψηφιότητα του αντιδημάρχου Αγλαντζιάς Ανδρέα Κωνσταντίνου, ο οποίος ξεκίνησε ήδη προεκλογικό, ενώ πολύ πιθανή θεωρείται και η υποψηφιότητα της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Άννας Κουκκίδου, η οποία πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι βρίσκεται στην ομάδα Κυπριακού του ΔΗΣΥ. Στον ΔΗΣΥ δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο τελικώς και η Αννίτα Δημητρίου να διεκδικήσει στη Λάρνακα, έστω κι αν προς το παρόν το αποκλείει, για να ανοίξει τον δρόμο σε στελέχη στη Λάρνακα.
Το μέλλον του Ευθύμιου
Το μεγάλο ενδιαφέρον που προκύπτει από την εν λόγω πρόνοια είναι το επόμενο βήμα του Ευθύμιου Δίπλαρου. Δεν είναι λίγα τα στελέχη που θεωρούν πως ο ίδιος τελικώς θα διεκδικήσει, καθώς η Πινδάρου θα βρεθεί υπό πίεση. Υπάρχουν ωστόσο και εκείνοι που είδαν την ανακοίνωση Δίπλαρου ως κατεξοχήν πολιτική, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τα επόμενα πολιτικά του βήματα και συγκεκριμένα την προεδρία του ΔΗΣΥ. Ο ίδιος ξεκαθάρισε πως θα συνεχίσει να πολιτεύεται, ασχέτως ότι δεν θα μπορεί να διεκδικήσει, και σύμφωνα με στελέχη του κόμματος, δεν είναι ένας αναπληρωτής πρόεδρος παρατημένος και σε διαδικασία αφυπηρέτησης. Αντιθέτως, βρίσκεται σε εκδηλώσεις και κυρίως δημιουργεί δίκτυο με κομματικούς αξιωματούχους και άλλα στελέχη.
Ο τρόπος βεβαίως για να διεκδικήσει την προεδρία είναι πολύ συγκεκριμένος. Θα πρέπει να αμφισβητήσει την Αννίτα Δημητρίου το 2026 και αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν το κόμμα –στο οποίο βάσει καταστατικού ως αναπληρωτής πρόεδρος ηγείται του προεκλογικού– οδηγηθεί σε ήττα ή σοβαρή μείωση ποσοστών. Το άλλο σενάριο είναι αν θα αναμένει μέχρι το 2028, στηρίζοντας την Αννίτα Δημητρίου για την προεδρία της Δημοκρατίας και ελπίζοντας πως έτσι θα λάβει το δακτυλίδι για την προεδρία του κόμματος.
Το παράδοξο
Ήδη, κομματικά στελέχη αναφέρουν πως ως θέση αρχής ο περιορισμός θητειών είναι σωστός καθώς οδηγεί στην ανανέωση και τη μη δημιουργία κατεστημένων, ωστόσο από αυτό θα έπρεπε να είχαν εξαιρέσει την ηγεσία του κόμματος, καθώς παραδόξως από την πρόνοια δεν εξαιρείται ούτε η πρόεδρος του κόμματος. Σε πρόσφατη σύσκεψη, η Αννίτα Δημητρίου είχε προτείνει την εξαίρεση της ηγεσίας αφενός φωτογραφίζοντας τον Ευθύμιο Δίπλαρο και αφετέρου θέλοντας έτσι να δημιουργήσει ενδιαφέρον σε επηρεαζόμενους βουλευτές να διεκδικήσουν την κενή από την αποχώρηση Πελεκάνου θέση του αντιπροέδρου. Όπως σημειώνεται, αυτή η θέση δεν φαίνεται να προκαλεί ενδιαφέρον σε στελέχη και με αυτό τον τρόπο ίσως να μπορούσαν να διεκδικήσουν είτε ο Κυριάκος Χατζηγιάννης, είτε ο Μάριος Μαυρίδης επαναδιεκδικώντας έτσι υποψηφιότητα στη Βουλή. Στην περίπτωσή του πάντως ο κ. Δίπλαρος ξεκαθάρισε στην εκπομπή «Διασπορά Ειδήσεων» και στην Οριάνα Παπαντωνίου ότι δεν ήθελε να παρουσιαστεί πως η πρόεδρος του κόμματος τού κάνει χάρη, όπως είχε αρχίσει ήδη να διαρρέεται σε δημοσιεύματα. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεσμεύτηκε πως δεν θα διεκδικήσει το 2026, χωρίς ωστόσο να κρύβει τη διαφωνία του για την εν λόγω πρόνοια.
Ήδη, πάντως, στα κομματικά πηγαδάκια υπάρχει έντονη δυσφορία, όχι μόνο για την πρόωρη συζήτηση των βουλευτικών εκλογών που έχει ήδη προκαλέσει εσωστρέφεια, αλλά κυρίως για τη συζήτηση των προεδρικών εκλογών του 2028. Δεν είναι μόνο η Αννίτα Δημητρίου και ο Αβέρωφ Νεοφύτου που φαίνεται να ενδιαφέρονται, αλλά στο κάδρο μπαίνει πλέον δυναμικά και ο δήμαρχος Πάφου, Φαίδωνας Φαίδωνος.
Οι εξαιρέσεις και τα νέα πρόσωπα

Ο Στέφανος Στεφάνου είχε προαναγγείλει με την εκλογή του στο πηδάλιο του κόμματος σημαντικές αλλαγές. Το κατά πόσο αυτές θα έχουν αντίκτυπο είναι ένα ζήτημα που συζητείται. Αλλαγές οι οποίες θα άνοιγαν την πόρτα του κόμματος σε ένα ευρύτερο ακροατήριο της κεντροαριστεράς, θα προσέλκυαν την ίδια στιγμή προοδευτικούς ψηφοφόρους και κυρίως θα έδιναν το στίγμα του εκσυγχρονισμού. Η αλλαγή των Νέων Δυνάμεων σε Κοινωνική Συμμαχία, προς το παρόν δεν είχε την απήχηση που ανέμεναν, τόσο σε στελεχιακό προσωπικό όσο και επικοινωνιακά στον κόσμο. Όμως και οι υπόλοιπες αλλαγές έχουν προκαλέσει εσωστρέφεια για τη διαχείρισή τους. Οι αλλαγές που τελικώς επιτεύχθηκαν αφορούν στον τρόπο εκλογής του γ.γ. του ΑΚΕΛ από το Συνέδριο αντί της Κεντρικής Επιτροπής, τη μείωση του έμμισθου μηχανισμού σε συλλογικά σώματα στο 60%, το ασυμβίβαστο των αξιωμάτων του Κεντρικού Οργανωτικού, Επαρχιακού και Επαρχιακού Οργανωτικού Γραμματέα με τα δημόσια αξιώματα και βεβαίως ο περιορισμός θητειών βουλευτών από τρεις σε δύο.
Ένα δύσκολο προηγούμενο
Ο περιορισμός θητειών είναι κάτι που προβληματίζει ιδιαίτερα και προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις, όταν ο Στέφανος Στεφάνου φωτογραφικά άνοιξε ζήτημα εξαίρεσης από την πρόνοια δύο στελεχών. Αν και πλέον η Εζεκία Παπαϊωάννου αναδιπλώνεται λόγω των αντιδράσεων που προκλήθηκαν, η εν λόγω πρόνοια αφορά τους Γιώργο Λουκαΐδη και Άριστο Δαμιανού. Η εξήγηση είναι πως έτσι θα διασφαλιστεί η πολιτική συνέχεια του κόμματος. Το ερώτημα είναι για ποιο λόγο αυτό δεν διασφαλίζεται από τον γ.γ. του ΑΚΕΛ Στέφανο Στεφάνου, ο οποίος θα παραμείνει στη Βουλή και κυρίως για ποιο λόγο το κόμμα δεν έκανε τις ανάλογες ενέργειες μέχρι σήμερα για να υπάρξει μία ομαλή συνέχεια που δεν θα επιτρέπει εξαιρέσεις και παραθυράκια. Η εν λόγω εξαίρεση βεβαίως δεν δημιουργεί μόνο προηγούμενο, αλλά και ενόχληση σε στελέχη που ενώ είναι ιδιαίτερα ενεργά και κομματικά πειθαρχημένα δεν λαμβάνουν τέτοιου είδους μεταχείρισης. Στη νέα Βουλή δεν θα επαναδιεκδικήσουν οι Άντρος Κυπριανού στη Λευκωσία, Αντρέας Καυκαλιάς και Κώστας Κώστα στη Λεμεσό, ενώ ενδέχεται να μείνει εκτός και ο Γιαννάκης Γαβριήλ στην Αμμόχωστο λόγω των δυόμισι θητειών που έκανε. Το μεγάλο κεφάλαιο, ωστόσο, είναι η μη επαναδιεκδίκηση από την Ειρήνη Χαραλαμπίδου. Με δεδομένο ότι η ίδια έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν κλείνει ο πολιτικός της κύκλος σε συνδυασμό με τη δημοτικότητά της, υπάρχουν οι σκέψεις για το πόσο θα στοιχίσει στο κόμμα η αποχώρησή της από το ψηφοδέλτιο. Άλλωστε το κόμμα δεν έχει επί του παρόντος βρει αντίστοιχο –σε δημοτικότητα– πρόσωπο να την αντικαταστήσει. Και εδώ μπαίνει το πρόβλημα της Κοινωνικής Συμμαχίας που αυτή τη στιγμή πέραν του Ανδρέα Ασσιώτη και της Μέλανης Στέλιου δεν έχει καταφέρει να προσελκύσει προσωπικότητες που θα φέρνουν μαζί τους ένα ευρύτερο ακροατήριο. Μία περίπτωση αποτελούσε η Άννα Θεολόγου, η οποία προκαλούσε αντιδράσεις για τις αντιφατικές με το κόμμα θέσεις της, όμως όπως σημειώνεται από στελέχη είναι πολύ πιθανό να μη διεκδικήσει στις επικείμενες εκλογές.
Στο ΑΚΕΛ θα πρέπει την ίδια στιγμή να αντιμετωπίσουν και την εκ των έσω δυσφορία από τις νέες εξελίξεις, καθώς πρόσωπα του κομματικού μηχανισμού αποκλείονται βάσει ασυμβίβαστου. Οι επαρχιακοί γραμματείς, για παράδειγμα, βάσει καταστατικού δεν θα διεκδικήσουν θέση στο ψηφοδέλτιο. Το πρόσωπο που επηρεάζεται άμεσα από κάτι τέτοιο είναι ο βουλευτής Κερύνειας Χρίστος Χριστόφιας που είναι ήδη επαρχιακός γραμματέας Λευκωσίας – Κερύνειας. Όπως λέγεται, ο ίδιος ως πειθαρχημένος κομματικός θα επιλέξει να παραμείνει στη θέση επαρχιακού γραμματέα –είναι μία θέση που αποτελούσε τον πρόδρομο για τη θέση του γενικού γραμματέα– και δεν θα διεκδικήσει έδρα το 2026. Στο κόμμα αναμένονται και άλλες εξελίξεις και ανακατατάξεις, καθώς επαρχιακοί γραμματείς, στην Αμμόχωστο ο Χρύσανθος Ζαννέτος και στην Πάφο ο Ανδρέας Φακοντής, αναμένεται να αποχωρήσουν το επόμενο διάστημα.
Όλη αυτή βεβαίως η συζήτηση, τόσο για τον ΔΗΣΥ όσο και για το ΑΚΕΛ εγείρει το ερώτημα, αν τα δύο κόμματα που ορθώς επέλεξαν να προχωρήσουν σε εκσυγχρονισμό, έχουν κάνει ήδη τα αναγκαία βήματα. Αν δηλαδή ξεκίνησαν ήδη τη διαδικασία προσέλκυσης σημαντικών προσωπικοτήτων ή αν θα βρεθούν μπροστά σε δυσάρεστες εξελίξεις το επόμενο διάστημα, στη διαμόρφωση των ψηφοδελτίων τους.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






