ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μετατίθεται για Ιούνιο η έξοδος στις αγορές
Η Κυπριακή Δημοκρατία τελικά δεν θα προχωρήσει στην πρώτη της έξοδο στις αγορές για το 2024 τον Απρίλιο. Η έξοδος μετατίθεται πλέον για τον Ιούνιο. Αν και το υπουργείο Οικονομικών βρισκόταν τον Μάρτιο στη διαδικασία ορισμού συμβούλου της έκδοσης του ομολόγου, με κατεύθυνση να βγει στις αγορές εντός Απριλίου, τελικά αποφασίστηκε πως το συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι να προχωρήσει δύο μήνες αργότερα, δηλαδή τον Ιούνιο. Το μέγεθος του ομολόγου ΕΜΤΝ με το οποίο θα βγει στις αγορές για δανεισμό, παραμένει στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ, ενώ ο Ιούνιος δεν είναι τυχαίος. Στις 14 Ιουνίου είναι η τελευταία αξιολόγηση από οίκους αξιολόγησης, του Standard and Poor’s (S&P). Στις 10 Μαΐου αναμένουμε την αξιολόγηση του νέου οίκου, του Scope, στις 24 Μαΐου θα προχωρήσουν οι Moody’s και στις 7 Ιουνίου οι Fitch. Μία αναβάθμιση από τους άνωθεν οίκους θα δώσει περαιτέρω ώθηση στο ομόλογο, άρα και στην τιμή που θα πετύχει. Έτσι, οι σύμβουλοι και το υπουργείο Οικονομικών είναι σχεδόν «κλειδωμένοι» πλέον να βγουν στις αγορές προς τον Ιούνιο και δεν θα βγουν όπως είχαν αρχικά σκεφτεί, τον Απρίλιο. Όπως περιορίστηκαν να σημειώσουν πάντως κυβερνητικές πηγές, «χρειάζεται πολλή προεργασία για την έκδοση χρέους και σταθμίζονται οι εξελίξεις στην διεθνή αγορά».
Ο μοναδικός οίκος που έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σε αξιολόγηση του αξιόχρεου της Κύπρου για το 2024, είναι ο DBRS Ratings GmbH (Morningstar DBRS). Στις 22 Μαρτίου λοιπόν, επιβεβαίωσε τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας στο BBB (υψηλό) και κράτησε σταθερές (outlook) τις προοπτικές της οικονομίας. Ο οίκος είπε πως, η Κύπρος είναι εκτεθειμένη σε καθοδικούς κινδύνους, όπως η κλιμάκωση της στρατιωτικής σύγκρουσης στην Ουκρανία και η παρατεταμένη διακοπή του εμπορίου στην Ερυθρά Θάλασσα, λέγοντας πως, μια πιθανή υλοποίηση τέτοιων καθοδικών κινδύνων αποτελεί παράγοντα κινδύνου για τις δημοσιονομικές προοπτικές, καθώς θα επιβάρυνε τα δημόσια έσοδα και θα αύξανε τις πιέσεις στις δαπάνες. Οι παραπάνω αναταραχές πιθανόν να κράτησαν και την όρεξη του Γραφείου Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους για έξοδο στις αγορές για «αργότερα».
Οι χώρες με υπερβολικό χρέος θα πρέπει να το μειώνουν κατά μέσο όρο 1% ετησίως, εάν υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ, και κατά 0,5% ετησίως κατά μέσο όρο, εάν είναι μεταξύ 60% – 90%.
Το χρέος
Το δημόσιο χρέος της Κύπρου στα τέλη του 2023 έφτασε τα 22,3 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τη διάρθρωση του χρέους, το χρέος εσωτερικού περιορίζεται μόνο στο 3%, έναντι 97% που είναι το χρέος του εξωτερικού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους για το τέλος του 2023, ο δανεισμός σταθερού επιτοκίου είναι στο 67% και κυμαινόμενου στο 33%. Σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο του προϋπολογισμού του 2024, οι προοπτικές της κυπριακής οικονομίας μεσοπρόθεσμα παραμένουν θετικές, ωστόσο με σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας. Σύμφωνα με το βασικό μακροοικονομικό σενάριο, ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να κυμανθεί γύρω στο 2,9% το 2024, ενώ για τα έτη 2025 και 2026 αναμένεται να κυμανθεί στο 3,1% και 3,2% αντίστοιχα. Ο ρυθμός πληθωρισμού (δείκτη τιμών καταναλωτή) για το 2024 προβλέπεται να κυμανθεί στο 3,5%, ενώ για τα έτη 2025 και 2026 προβλέπεται να ανέλθει στο 2%. Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να μειωθεί γύρω στο 5,8% του εργατικού δυναμικού το 2024 και ακολούθως το 2025 να περιορισθεί στο 5,3% και το 2026 να μειωθεί περαιτέρω στο 5%. Το έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών αναμένεται να σημειώσει βελτίωση τα έτη 2024-2026 και να μειωθεί στο 9,2%, 8,6% και 8% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. Τέλος, η Καθαρή Επενδυτική Θέση αναμένεται να βελτιωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθώντας τη βελτίωση στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών.
Νέοι δημοσιονομικοί κανόνες
Την Τρίτη 23 Απριλίου 2024, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τους νέους δημοσιονομικούς κανόνες της Ε.Ε. Μέσα σε αυτούς περιλαμβάνονται νέες διατάξεις για την προώθηση των επενδύσεων, την ενίσχυση της κοινωνικής σύγκλισης και την αύξηση της εθνικής ευθύνης, υποχρεωτική ελάχιστη μείωση του μέσου ελλείμματος και του μέσου χρέους, δυνατότητα παράτασης της επίτευξης των εθνικών στόχων και παρέκκλιση σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ότι τα πρώτα εθνικά σχέδια για δαπάνες, μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις πρέπει να εκπονηθούν έως τον Σεπτέμβριο του 2024. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανόνων τους καθιστά σαφέστερους, πιο φιλικούς προς τις επενδύσεις, καλύτερα προσαρμοσμένους στην κατάσταση κάθε χώρας και πιο ευέλικτους. Σημειώνεται πως, οι νέοι κανόνες που εγκρίθηκαν είχαν συμφωνηθεί προσωρινά μεταξύ του Κοινοβουλίου και των διαπραγματευτών των κρατών-μελών τον Φεβρουάριο.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο, οι ευρωβουλευτές ενίσχυσαν σημαντικά τους κανόνες για την προστασία της ικανότητας των κυβερνήσεων να προχωρούν σε επενδύσεις. Έτσι, εκτιμούν πως, θα είναι πλέον πιο δύσκολο για την Επιτροπή να υποβάλει ένα κράτος-μέλος σε διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος εάν συνεχίζονται οι απαραίτητες επενδύσεις, και όλες οι εθνικές δαπάνες για τη συγχρηματοδότηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων θα εξαιρεθούν από τον υπολογισμό των δαπανών της κυβέρνησης, δημιουργώντας περισσότερα κίνητρα.
Οι χώρες με υπερβολικό χρέος θα πρέπει να το μειώνουν κατά μέσο όρο 1% ετησίως, εάν το χρέος τους υπερβαίνει το 90% του ΑΕΠ, και κατά 0,5% ετησίως κατά μέσο όρο, εάν είναι μεταξύ 60% και 90%. Εάν το έλλειμμα μιας χώρας υπερβαίνει το 3% του ΑΕΠ, θα πρέπει να μειώνεται κατά τη διάρκεια περιόδων ανάπτυξης για να φτάσει το 1,5% και να δημιουργεί περιθώριο δαπανών για δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
Οι νέοι κανόνες περιέχουν διάφορες διατάξεις που παρέχουν μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων για τις κυβερνήσεις, για παράδειγμα δίνοντας τρία επιπλέον έτη αν χρειάζεται (πέρα από τα υφιστάμενα τέσσερα) για την επίτευξη των στόχων του εθνικού σχεδίου. Οι ευρωβουλευτές εξασφάλισαν ότι αυτός ο πρόσθετος χρόνος μπορεί να χορηγηθεί για οποιονδήποτε λόγο κρίνει σκόπιμο το Συμβούλιο, και όχι μόνο εάν πληρούνται συγκεκριμένα κριτήρια, όπως προτάθηκε αρχικά. Οι ευρωβουλευτές επέμειναν ότι οι χώρες με υπερβολικό έλλειμμα ή χρέος μπορούν να ζητήσουν διαδικασία συζήτησης με την Επιτροπή προτού τους παρασχεθεί καθοδήγηση σχετικά με την πορεία των δαπανών τους. Αυτό θα δώσει περισσότερες ευκαιρίες σε μια κυβέρνηση να διατυπώσει την άποψή της, ιδίως σε αυτό το κρίσιμο σημείο της διαδικασίας. Ένα κράτος-μέλος μπορεί να ζητήσει την υποβολή αναθεωρημένου εθνικού σχεδίου εάν υπάρχουν αντικειμενικές περιστάσεις που εμποδίζουν την εφαρμογή του, για παράδειγμα αλλαγή κυβέρνησης.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΑΚΕΛ και VOLT καλούν σε κινητοποίηση για το πόρισμα «Κράτος-Μαφία»
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης






