ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Νομικό φρένο στη Λευκωσία για τη Συρία
Μπλόκο στις προσδοκίες της Λευκωσίας για χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών της Συρίας ως «ασφαλών» τείνουν να δημιουργήσουν οι προτάσεις που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ε.Ε., Νίκος Αιμιλίου, σε ανάλογη υπόθεση (που αφορά στη Μολδαβία), καθιστώντας σαφές ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται εν μέρει και αποσπασματικά «ασφαλής χώρα», σε κάποιες από τις περιοχές του, ενώ την ίδια ώρα κάποιες άλλες περιοχές του να θεωρούνται ως μη ασφαλείς. Όπως πληροφορείται η «Κ», ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου της Ε.Ε. σημείωσε στις προτάσεις του ότι η οδηγία 2013/32 επιτρέπει τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως ασφαλούς, μόνο εάν αφορά στο σύνολο της εδαφικής της επικράτειας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις προσδοκίες της Λευκωσίας, η οποία ανέλαβε πρωτοβουλία και επιχειρεί να πείσει τους εταίρους της στην Ε.Ε., να χαρακτηρίσουν κάποιες περιοχές της Συρίας ως ασφαλείς, προκειμένου να δρομολογηθεί η έναρξη της επιστροφής Σύρων προσφύγων, στις εν λόγω περιοχές.
Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Κ», τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα της Ε.Ε. προσυπέγραψαν η Γερμανία, καθώς και η Κομισιόν, που παρενέβησαν τόσο στην ακροαματική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και γραπτώς. Ειδικότερα, οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, που είθισται να αποτελούν πυξίδα και συνεπώς να ακολουθούνται από το Δικαστήριο της Ε.Ε., με ελάχιστες εξαιρέσεις, αφορούν σε προδικαστικό ερώτημα δικαστηρίου της Τσεχίας, υπό το φως απόφασης που έλαβε η Πράγα, χαρακτηρίζοντας τη Μολδαβία ως ασφαλή χώρα, όχι όμως και την Υπερδνειστερία, που νομικά και πολιτικά αποτελεί τμήμα της μολδαβικής επικράτειας, αλλά έχει αυτοανακηρυχθεί «ανεξάρτητη» και ελέγχεται από παραστρατιωτικές οργανώσεις που υποστηρίζονται από τη Μόσχα.
Ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου Ε.Ε., αναλύοντας τη θέση του, εξήγησε μεταξύ άλλων ότι «η εξέταση του γράμματος των σχετικών διατάξεων της οδηγίας 2013/32, του νομοθετικού τους πλαισίου, καθώς και της νομοθετικής προθέσεως που επιδιώκει η οδηγία 2013/32, έχει ως αποτέλεσμα ότι η οδηγία αυτή επιτρέπει τον χαρακτηρισμό ως ασφαλούς χώρας καταγωγής μόνο σε ολόκληρη εδαφική βάση», με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η θέση λοιπόν που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας, αν και αφορά τη Μολδαβία και την Υπερδνειστερία, τείνει να δημιουργήσει ένα σημαντικό «προηγούμενο», εάν βεβαίως υιοθετηθεί τελικά από το Δικαστήριο της Ε.Ε., το οποίο αναμένεται σύντομα να λάβει την απόφασή του. Σε μια τέτοια περίπτωση, το «προηγούμενο» θα επεκταθεί και σε άλλες περιπτώσεις, περιλαμβανομένης και της Συρίας, μπλοκάροντας οριστικά τις επιδιώξεις της Λευκωσίας που επιθυμεί τον χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών της εν λόγω χώρας ως «ασφαλών», προκειμένου να εξασφαλίσει την απαραίτητη νομιμοποίηση η προσπάθειά της για επιστροφή Σύρων προσφύγων.
Όπως δε γίνεται κατανοητό, στη βάση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Ε.Ε. δεν είναι νομικά εφικτός ο κατακερματισμός μιας χώρας σε ζώνες ασφαλών περιοχών και σε ζώνες μη ασφαλών περιοχών. Ως εκ τούτου, μια τέτοια προσέγγιση, διαχωρισμού δηλαδή κρατών σε ζώνες και χαρακτηρισμού κάποιων ως ασφαλών και κάποιων άλλων ως μη ασφαλών, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθώς θεωρείται ότι αντίκεται στην οδηγία 2013/32.
Ο γενικός εισαγγελέας Νίκος Αιμιλίου επεσήμανε μάλιστα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ε.Ε. ότι ο ορισμός της επίμαχης έννοιας της ασφαλούς χώρας αναφέρεται σε κράτος στο οποίο, γενικώς και διαρκώς, δεν υφίσταται κανένας από τους κινδύνους που προσδιορίζονται στην εν λόγω έννοια. Υποστήριξε δεότι η χρήση του επιρρήματος «εν γένει» στο πλαίσιο νομοθετικής πράξεως η οποία, στην έννομη τάξη της Ένωσης, οριοθετεί το δικαίωμα ασύλου, υποδηλώνει, ότι «η προϋπόθεση αυτή πρέπει να πληρούται στο εσωτερικό της οικείας χώρας στο σύνολό της και όχι μόνο σε τμήμα αυτής (ούτε μόνο σε σημαντικό τμήμα της)».
Όλα αυτά που τέθηκαν από τον γενικό εισαγγελέα του Δικαστηρίου Ε.Ε. δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία ότι η προσπάθεια της Λευκωσίας για χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών της Συρίας ως «ασφαλών», καθίσταται πλέον εξαιρετικά δύσκολη και θα έχει την ίδια τύχη με την κίνηση της Τσεχίας στην περίπτωση της Μολδαβίας (νοουμένου βεβαίως ότι το Δικαστήριο θα υιοθετήσει τις προτάσεις του γενικού του εισαγγελέα).
Σημειώνεται ότι στην παρέμβασή της στο Δικαστήριο της Ε.Ε., η Ολλανδία στήριξε τη θέση της Τσεχίας, ενώ στο αντίθετο ακριβώς στρατόπεδο βρέθηκαν Γερμανία και Κομισιόν, που προσυπέγραψαν τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου.
Η Κομισιόν σημείωσε, μάλιστα, μεταξύ άλλων, ότι «οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τον εθνικό χαρακτηρισμό», ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, «πρέπει να πληρούνται όσον αφορά το σύνολο του εδάφους μιας χώρας». Η Κομισιόν θεώρησε ότι εξαίρεση στον κανόνα αυτό μπορεί να υπάρξει μόνο σε περιοχές στις οποίες ένα κράτος δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι περιοχές θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μη ασφαλείς. Κάτι με το οποίο πάντως διαφώνησε ο γενικός εισαγγελέας του Δικαστηρίου Ε.Ε., εμμένοντας στη θέση ότι ο καθορισμός μιας χώρας ως «ασφαλούς» καταγωγής, εκτείνεται στο σύνολο της επικράτειάς της. Χωρίς εξαιρέσεις.
Δύσκολη η θέση της Κύπρου
Επανειλημμένα το τελευταίο διάστημα, η Λευκωσία και ο αρμόδιος υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ιωάννου, επιχείρησαν να πείσουν τους εταίρους τους στην Ε.Ε., προκειμένου να συναινέσουν στον χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών στη Συρία, ως «ασφαλών», ώστε να δρομολογηθεί η δυνατότητα επιστροφής Σύρων προσφύγων, υπό το φως των αντικειμενικά μη διαχειρίσιμων αριθμών προσφύγων και μεταναστών που έχουν κατακλύσει την Κύπρο. Ο ΥΠΕΣ επισκέφθηκε τη Δανία και την Τσεχία, ενώ πρόσφατα έγινε και υπουργική σύσκεψη αριθμού κρατών-μελών στη Λευκωσία. Όπως έλεγε στην «Κ» ξένη διπλωματική πηγή, «η κυπριακή κυβέρνηση επιχείρησε να εξασφαλίσει τη συναίνεση εταίρων στην Ε.Ε., ώστε να δημιουργηθεί μια πλατφόρμα πιέσεων και να ανοίξει ο δρόμος για τον χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών της Συρίας ως ασφαλών». Σύμφωνα με την ίδια ξένη διπλωματική πηγή, η προσπάθεια τής Λευκωσίας «προσκρούει σε αρκετούς σκοπέλους, γεγονός που δεν επιτρέπει αισιοδοξία για την υλοποίησή της, στην παρούσα χρονική περίοδο». Η ίδια πηγή παρέπεμψε τόσο στις «προτάσεις του γενικού εισαγγελέα του Δικαστηρίου της Ε.Ε., όσο και στο γεγονός ότι η Κομισιόν, αλλά και το ισχυρότερο κράτος της Ε.Ε. (σ.σ. Γερμανία), έχουν περίπου την ίδια προσέγγιση». Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «αυτή ακριβώς η σύγκλιση των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα και των θέσεων της Κομισιόν, αλλά και της Γερμανίας, και κυρίως η κοινή τους αντίληψη ότι δεν είναι εφικτός ο χαρακτηρισμός μόνο κάποιων περιοχών μιας χώρας, αποσπασματικά, ως ασφαλών, έχει εκ των πραγμάτων τεράστια σημασία και τείνει να δημιουργήσει ένα νομικό και πολιτικό προηγούμενο, για κάθε περίπτωση». Παράλληλα, σύμφωνα με την ίδια πηγή, θα πρέπει να συνυπολογιστεί η τοποθέτηση ανθρωπιστικών/μη κυβερνητικών οργανώσεων, που θεωρούν επικίνδυνη και μη ρεαλιστική τη θέση της Λευκωσίας για χαρακτηρισμό κάποιων περιοχών της Συρίας ως ασφαλών. Στην ίδια περίπου γραμμή είναι και τα αρμόδια όργανα του ΟΗΕ. Όλα αυτά, εξήγησε η ίδια πηγή, «λειτουργούν μάλλον αποτρεπτικά στις επιδιώξεις της Λευκωσίας, στην παρούσα τουλάχιστον χρονική περίοδο που διανύουμε».
Πηγή: Philenews
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






