Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η ψευδαίσθηση Ερχιουρμάν: προοδευτικός λόγος ή καμουφλαρισμένος εθνικισμός;
του Χάρη Θεραπή
Η πρόσφατη πολιτική τοποθέτηση του Τουφάν Ερχιουρμάν ανέδειξε, ίσως πιο καθαρά από ποτέ, τα όρια των ψευδαισθήσεων που για δεκαετίες συνόδευαν το Κυπριακό. Οι ψευδαισθήσεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο την τουρκοκυπριακή πλευρά και την εξάρτησή της από την Άγκυρα· αφορούσαν και την ελληνοκυπριακή κοινωνία, η οποία, σε μια σημαντική μερίδα της, πίστεψε ότι ο Ερχιουρμάν εκπροσωπεί κάτι ριζικά διαφορετικό από τον Ερσίν Τατάρ. Η πραγματικότητα όμως, όπως αποτυπώθηκε στα λόγια και τη στάση του, δείχνει ότι οι διαφορές είναι ύφους, όχι ουσίας.
Από τη ρητορική του εκσυγχρονισμού στην επιβεβαίωση της εξάρτησης
Ο Ερχιουρμάν προβάλλεται ως μετριοπαθής πολιτικός, υπέρμαχος του διαλόγου και της ευρωπαϊκής προοπτικής. Ωστόσο, η στάση του στις κρίσιμες παραμέτρους του Κυπριακού δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη γραμμή που χαράσσει η Άγκυρα. Με έμφαση στην «πολιτική ισότητα» και με ρητή αναφορά στη διατήρηση του εγγυητικού ρόλου της Τουρκίας, ο Ερχιουρμάν επαναβεβαιώνει ότι καμία διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς πλήρη συνεννόηση με την Άγκυρα. Έτσι, η παλαιότερη ψευδαίσθηση πως μια τουρκοκυπριακή ηγεσία μπορεί να ενεργήσει ανεξάρτητα και να διαμορφώσει δική της στρατηγική γραμμή, αποδεικνύεται αβάσιμη.
Οι ελληνοκυπριακές προσδοκίες και η διάψευσή τους
Στην ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη, η φιγούρα του Ερχιουρμάν είχε καλλιεργήσει ελπίδες. Επειδή προέρχεται από έναν πολιτικό χώρο που ιστορικά μιλούσε τη γλώσσα της επανένωσης και της ομοσπονδίας, θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή, πιο κοντά στο πνεύμα του Κραν Μοντανά. Πολλοί πίστεψαν ότι εκπροσωπεί το «αντίπαλο δέος» στον Τατάρ και ότι η επιστροφή του στο προσκήνιο θα μπορούσε να επαναφέρει στο τραπέζι την ιδέα της δικοινοτικής, διζωνικής ομοσπονδίας.
Όμως, η πρόσφατη ρητορική του δείχνει ότι η διαφορά δεν έγκειται στον στόχο, αλλά στον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται. Ο Ερχιουρμάν μιλά με την ίδια επιμονή για δύο προϋποθέσεις: την αναγνώριση της πολιτικής ισότητας των Τουρκοκυπρίων και τη διατήρηση του ρόλου της Τουρκίας ως εγγυήτριας δύναμης. Με άλλα λόγια, δεν προτείνει έναν διαφορετικό δρόμο προς τη λύση, αλλά μια πιο κοσμιευμένη εκδοχή της ίδιας αφετηρίας: ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα και η Άγκυρα είναι ενιαίο πολιτικό σώμα, με κοινή στρατηγική βούληση.
Η σύγκλιση πίσω από τη ρητορική
Η διαφορά ανάμεσα στον Ερχιουρμάν και τον Τατάρ είναι περισσότερο αισθητική παρά πολιτική. Ο πρώτος επιλέγει έναν μετρημένο, θεσμικό λόγο, που επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτά τα κανάλια επικοινωνίας με τον διεθνή παράγοντα. Ο δεύτερος εκφράζει την ίδια θέση με περισσότερο εθνικιστική και προκλητική φρασεολογία. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η ουσία παραμένει αμετάβλητη: αποδοχή της τουρκικής εποπτείας, αναγνώριση της de facto διχοτόμησης και επανανοηματοδότηση της «λύσης» με όρους πολιτικής ισότητας δύο ξεχωριστών οντοτήτων.
Η αποδοχή αυτής της πραγματικότητας οδηγεί και στην αποκάλυψη του πυρήνα της νέας φάσης του Κυπριακού: η ομοσπονδία δεν απορρίπτεται ρητά, αλλά αδειάζει από το περιεχόμενό της, μετατρεπόμενη σε ένα σχήμα δύο σχεδόν ανεξάρτητων κρατικών μορφωμάτων με χαλαρή συνεννόηση.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων και για τις δύο κοινότητες
Από τη μια πλευρά, η τουρκοκυπριακή κοινωνία συνειδητοποιεί ότι η εξάρτηση από την Τουρκία δεν είναι προσωρινό φαινόμενο αλλά διαρκής δομή εξουσίας. Από την άλλη, η ελληνοκυπριακή κοινωνία αναγκάζεται να αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει πλέον “μετριοπαθής συνομιλητής” στα Κατεχόμενα που να μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην Άγκυρα. Ο Ερχιουρμάν, παρά τη διαφορετική πολιτική του αισθητική, κινείται εντός των ίδιων πλαισίων.
Το τέλος των ψευδαισθήσεων δεν αφορά, λοιπόν, μόνο τη μια πλευρά. Είναι μια αμφίπλευρη αφύπνιση: για τους Τουρκοκύπριους, ότι η αυτονομία τους είναι περιορισμένη· για τους Ελληνοκύπριους, ότι η αναζήτηση ενός «διαφορετικού» Τουρκοκύπριου ηγέτη που θα μπορούσε να οδηγήσει στη λύση ήταν, εξ αρχής, μια προβολή επιθυμίας πάνω στην πολιτική πραγματικότητα.
Ένα νέο, ψυχρότερο τοπίο
Η σημερινή κατάσταση στο Κυπριακό δεν προσφέρει χώρο για ρομαντικές αυταπάτες. Η Άγκυρα έχει εδραιώσει πλήρως τον ρόλο της ως καθοριστικού παράγοντα στα Κατεχόμενα. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία, ανεξαρτήτως πολιτικής προέλευσης, δεν μπορεί να κινηθεί έξω από τα όρια αυτής της σχέσης. Και η ελληνοκυπριακή πλευρά, όσο κι αν επιθυμεί την επανένωση, οφείλει να αναμετρηθεί με το γεγονός ότι ο διάλογος δεν γίνεται πια ανάμεσα σε δύο κοινότητες, αλλά ανάμεσα σε δύο διαφορετικά κέντρα εξουσίας.
Επίλογος – Η αφύπνιση του ρεαλισμού
Το τέλος των ψευδαισθήσεων, επομένως, δεν είναι ήττα· είναι απαραίτητη προϋπόθεση ρεαλισμού και αυτογνωσίας. Μόνον όταν όλοι οι Κύπριοι αντιληφθούν ότι το μέλλον του νησιού δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην κατοχή, θα μπορέσει να υπάρξει πραγματική προοπτική ειρήνης.
Η βασική προϋπόθεση για ένα βιώσιμο κοινό μέλλον είναι η απελευθέρωση της Κύπρου από τον τουρκικό στρατό κατοχής και η διαφύλαξη, πάση θυσία, της Κυπριακής Δημοκρατίας – του μοναδικού διεθνώς αναγνωρισμένου κράτους στο νησί.
Η Δημοκρατία αυτή, παρά τα λάθη και τις αδυναμίες της, παραμένει ο μόνος θεσμικός φορέας που εξασφαλίζει ισονομία, δικαιοσύνη και ευρωπαϊκά δικαιώματα σε όλους τους πολίτες της, ανεξαρτήτως καταγωγής. Ανάμεσά τους και στους πολίτες τουρκοκυπριακής καταγωγής, όπως ο ίδιος ο Τουφάν Ερχιουρμάν, οι οποίοι απολαμβάνουν πλήρως τα προνόμια και την ασφάλεια που εγγυάται η ευρωπαϊκή έννομη τάξη.
Η επιστροφή στον ρεαλισμό δεν σημαίνει παραίτηση από το όραμα· σημαίνει αναγνώριση της πραγματικότητας ως αφετηρία για δράση. Και η πραγματικότητα είναι μία: μόνον ένα ελεύθερο, ενιαίο και δημοκρατικό κράτος μπορεί να εγγυηθεί το μέλλον όλων των Κυπρίων.
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
Η καταχώριση κατηγορητηρίου κατά του Μακάριου Δρουσιώτη και της επονομαζόμενης «Σάντη» δεν αποτελεί καταδίκη. Είναι όμως μια εξέλιξη που δικαιώνει την επιφυλακτική στάση που κράτησε το Vouli.TV από την πρώτη στιγμή.
Τότε που επισημαίναμε ότι τόσο σοβαρές καταγγελίες δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως αλήθειες χωρίς αποδείξεις, δεχόμασταν επικρίσεις. Σήμερα αποδεικνύεται πόσο επικίνδυνο είναι να υποκαθιστά ο δημόσιος θόρυβος τη δικαστική διερεύνηση.
Στο μεταξύ, άνθρωποι διαπομπεύθηκαν. Ο πρώην δικαστής του Ανωτάτου Μιχαλάκης Χριστοδούλου διέψευσε από την πρώτη στιγμή τους ισχυρισμούς εις βάρος του, ζήτησε να διερευνηθούν όλες οι καταγγελίες και κατήγγειλε ότι δημοσιοποιήθηκαν ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί.
Το ίδιο και ο πρώην ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης, ο οποίος διέψευσε κατηγορηματικά όσα του αποδόθηκαν, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι η δημόσια στοχοποίησή του επηρέασε καθοριστικά την πολιτική του πορεία και τις προοπτικές εκλογής του.
Η δολοφονία χαρακτήρων είναι ίσως το πιο ύπουλο «έγκλημα» της δημόσιας ζωής. Δεν χρειάζεται δικαστική απόφαση. Αρκούν ένας τίτλος, μια ανάρτηση και χιλιάδες αναπαραγωγές. Η ζημιά γίνεται σε λίγες ώρες. Η αποκατάσταση, αν έρθει ποτέ, χρειάζεται χρόνια.
Το Vouli.TV δεν προδικάζει την έκβαση της υπόθεσης. Αυτό είναι έργο της Δικαιοσύνης.
Υπενθυμίζει όμως κάτι που ορισμένοι φαίνεται να ξέχασαν: στη δημοκρατία οι καταγγελίες χρειάζονται αποδείξεις. Όχι φαντασία. Και κανείς δεν έχει το δικαίωμα να καταστρέφει υπολήψεις για να χτίζει αφηγήματα.
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
#exAformis
Όταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
του Χάρη Θεραπή
Η υπόθεση TAXAN δεν αφορά μόνο τον Μαρίνο Σιζόπουλο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που κατονομάζονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αφορά, πρωτίστως, τη θεσμική αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και την ικανότητα του κράτους να πείθει τους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με συνέπεια, ανεξαρτησία και ίσα μέτρα απέναντι σε όλους.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πόρισμα για το λεγόμενο «Κράτος Μαφία», με την ίδια την Κυβέρνηση να αναγκάζεται να αναζητήσει ανεξάρτητους ανακριτές λόγω της εξαίρεσης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα καταλήγει ξανά στο ίδιο γραφείο.
Το πόρισμα της Αστυνομίας για την υπόθεση TAXAN αναμένεται να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο.
Πώς μπορεί η ίδια ακριβώς ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που το 2022 είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη, να πείσει σήμερα ότι η νέα της απόφαση δεν θα σκιάζεται από τις επιλογές του παρελθόντος;
Η τότε θέση ήταν ξεκάθαρη: δεν υπήρχε επαρκής και ανεξάρτητη μαρτυρία.
Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας, εντόπισε στοιχεία και ενδείξεις που οδήγησαν σε διαπίστωση πιθανής διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα αστυνομική διερεύνηση.
Το εύλογο ερώτημα δεν αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης.
Αφορά το πώς είναι δυνατόν στοιχεία που κρίθηκαν ικανά να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση να μην είχαν εντοπιστεί ή αξιολογηθεί στην πρώτη έρευνα.
Και ακόμη περισσότερο, γιατί τότε δεν ζητήθηκαν συμπληρωματικές ανακρίσεις ή περαιτέρω διερεύνηση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή.
Η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές αποφάσεις της. Κρίνεται από την ποιότητα των ερευνών, από τη συνέπεια των χειρισμών και από την εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν οι ίδιες υποθέσεις επιστρέφουν μετά από λίγα χρόνια με διαφορετικά δεδομένα και διαφορετικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται.
Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η ίδια η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης εξαιτίας άλλων σοβαρών υποθέσεων, η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον φυσικά ασκηθούν διώξεις.
Όμως η δημόσια λογοδοσία των θεσμών είναι εξίσου απαραίτητη.
Εάν η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει αυτή τη φορά να προχωρήσει με ποινικές διώξεις, θα οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε σε σχέση με το 2022 και γιατί τότε δεν κρίθηκε αναγκαία μια πιο ουσιαστική διερεύνηση.
Εάν, από την άλλη, αποφασίσει εκ νέου να μην προχωρήσει, θα πρέπει να αιτιολογήσει με τρόπο που να μπορεί να πείσει μια κοινωνία η οποία παρακολουθεί πλέον με αυξανόμενη δυσπιστία τη λειτουργία των θεσμών.
Η ουσία δεν είναι αν η υπόθεση αφορά έναν πρώην αρχηγό κόμματος.
Ούτε αν οι καταγγελίες τελικά θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρρεύσουν στο δικαστήριο.
Η ουσία είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να διερευνούν σοβαρές υποθέσεις χωρίς σκιές, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ίδιοι θεσμοί καλούνται κάθε φορά να αξιολογήσουν τα δικά τους λάθη.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται.
Πρέπει και να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή η εμπιστοσύνη, δυστυχώς, δεν ανακτάται με ανακοινώσεις. Ανακτάται μόνο όταν οι θεσμοί αποδεικνύουν στην πράξη ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν και τη δύσκολη αυτοκριτική.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






