ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Τουφάν Δεν μπορείτε να μας κάνετε να αγαπήσουμε τον Ερντογάν!
του Σενέρ Λεβέντ
Το πιο μεγάλο γεγονός αυτής της προεκλογικής εκστρατείας ήταν το χειροκρότημα του Τουφάν Ερχουρμάν προς τον υποστηρικτή του Ταγίπ Ερντογάν…
Το θεωρώ μεγάλη ασέβεια προς όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και φυλακισμένους που βρίσκονται στις τουρκικές φυλακές εδώ και χρόνια…
Είναι επίσης ασέβεια προς τη μνήμη των χιλιάδων ανθρώπων που σκοτώθηκαν στη Συρία…
Ασέβεια προς τη μητέρα που κράτησε το σώμα της δεκάχρονης κόρης της, Τζεμιλέ, που σκοτώθηκε το 2015 στο Τζίζρε, μέσα σε έναν καταψύκτη…
Ασέβεια προς τον νεαρό στρατιώτη που αποκεφαλίστηκε από φανατικούς στη σκηνοθετημένη απόπειρα πραξικοπήματος…
Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι ένας νταής…
Ένας δεσπότης…
Ό,τι κι αν κάνεις, Τουφάν, δεν μπορείς να μας τον κάνεις αγαπητό…
Και αναρωτιέμαι πώς θα μπορέσεις να συμβιβαστείς μαζί του, αν πράγματι το επιθυμείς…
Όταν λες «δεν θα κάνω βήμα χωρίς να συμβουλευτώ την Τουρκία», εννοείς προφανώς να συμβουλευτείς τον Ταγίπ Ερντογάν…
Τι είδους “συμβουλή” είναι αυτή;
Στην Τουρκία βρίσκεται στην εξουσία μια οργάνωση που ο Αχμέτ Αλτάν αποκαλεί «μαφιόζικη συμμορία» και ο Τζαν Ντουντάρ «εγκληματική οργάνωση».
Τι καλό μπορεί να μας προσφέρει ένας δικτάτορας που στέρησε την ελευθερία στους καλύτερους ανθρώπους της Τουρκίας — τον Σελαχαττίν Ντεμιρτάς, τον Οσμάν Καβαλά, τον Εκρέμ Ιμάμογλου και τόσους άλλους —, που μηδένισε τη δικαιοσύνη και τύφλωσε τα μέσα ενημέρωσης;
Δεν τον θέλω, ούτε αν με ωφελούσε προσωπικά…
Δεν περιμένω τίποτα από κάποιον που τόσα χρόνια καταπιέζει τον ίδιο του τον λαό…
Τουφάν, δεν μπορείς να μας κάνεις να αγαπήσουμε τον Ταγίπ Ερντογάν…
Και ντρόπιασες τους υποστηρικτές σου χειροκροτώντας τον…
Επτά χρόνια πριν, στις 22 Ιανουαρίου 2018, αν αυτή η κοινωνία βρίσκεται σε σημείο να χειροκροτεί τον Ερντογάν, που μας λιθοβόλησε μέσω των φανατικών του, τι άλλο μπορεί να κάνει εδώ;
Δεν πληγώνει καθόλου την αξιοπρέπειά σου αυτό;
Ενώ εσύ καθόσουν στο έδρανο του χωριού δίνοντας όρκο την προηγούμενη μέρα, η οθόνη ενός από τους πιο σεβαστούς δημοσιογράφους της Κωνσταντινούπολης σκοτιζόταν — εκείνη τη στιγμή συνελήφθη…
Ο συλληφθείς ήταν ο Μερντάν Γιανάρνταγ.
«Αυτό είναι τραμπουκισμός», είπε…
Ναι, είναι τραμπουκισμός…
Αλλά εσύ δεν μπορείς να το πεις…
Ποτέ δεν σε άκουσα να μιλάς για την ελευθερία αυτών των πολιτικών κρατουμένων…
Ούτε να λες: «Η Συρία δεν είναι ρέον νερό, είναι αίμα!»
Θα σε κάνει τόσο χαρούμενο μια εκλογική νίκη που θα κερδηθεί με σιωπή απέναντι στη βία στη χώρα μας, στην Τουρκία και στον κόσμο;
Γιατί επαναλαμβάνεις συνεχώς ότι «η Τουρκία είναι εγγυήτρια σε ολόκληρο το νησί»;
Ποιος δεν το ήξερε αυτό;
Ναι, βέβαια…
Μία από τις τρεις πρώην εγγυήτριες δυνάμεις…
Και οι τρεις έχουν αίμα αυτού του νησιού στα χέρια τους…
Αν είχαν την ευκαιρία, θα εισέβαλλαν ξανά, χωρίς αμφιβολία…
Στο τραπέζι μου δεν υπάρχει καμία σημαία εκτός από τη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας…
Μια σημαία για την οποία κανείς δεν πεθαίνει…
Είπες ότι η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται υπό ελληνική κατοχή;
Τότε γιατί δεν την “απελευθερώνεις”;
Ήθελες να επιστρέψεις σε αυτή τη Δημοκρατία, αλλά σου είπαν ότι δεν μπορείς;
Πες μου να πάω τότε στη Χάγη…
Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου δεν έχουν πεθάνει ακόμη…
Είμαστε εταίροι αυτής της Δημοκρατίας, εκτός αν αυτές οι συμφωνίες καταργηθούν.
24 από τις 80 έδρες του κοινοβουλίου στο Νότο είναι δικές μας…
Ακόμη άδειες, ακόμη μας περιμένουν…
Τι υπάρχει να χαρεί κανείς επειδή ένας δεσποτικός δικτάτορας γιόρτασε τη νίκη του στις εκλογές;
Παίζει μαζί μας…
Με τις πιο αξιοσέβαστες επιλογές μας…
Δεν επενέβη ποτέ…
Δεν έχουμε εμείς τη βούληση;
Θα αφαιρέσουν οι δαίμονες το άρθρο 10 από εκεί;
Τι σημαίνει να κοιτά κανείς αφ’ υψηλού τους Τουρκοκύπριους;
Νομίζω τα ξεχάσαμε όλα…
Ίσως εκείνος τα ξέχασε…
Εμείς όμως ξεχνάμε ποτέ;
Σαν να μην ήρθαν οι απειλές θανάτου προς τον Μουσταφά Ακιντζί από το παλάτι της Άγκυρας πριν από πέντε χρόνια…
Σαν να μην είναι αυτός που έβγαλε τον Ερσίν Τατάρ από το πηγάδι και τον φύτεψε πάνω στα κεφάλια μας…
Σαν να μην είναι αυτός που δεν ξεπέρασε ποτέ την εκδίκηση και το μίσος του για τον Ακιντζί…
Τι δημοκράτες, πράγματι!…
Τι σεβασμός στη βούλησή μας!
Ο Ταγίπ Ερντογάν, που απειλεί ακόμη και τον Ανώτατο Δικαστή μας…
Καυχιέται ότι πήρε τον πρόεδρό μας από ένα παλάτι που θεωρούσε «νυχτερινό καταφύγιο»…
Μπράβο και στους νομικούς μας…
Καλύτερα να μέναμε στο εργοστάσιο τσιγάρων, μακάρι να μην είχαμε μπει ποτέ εκεί μέσα…
Δεν μας έμεινε καθόλου αξιοπιστία!
Πόσο αξιόπιστοι είμαστε, άραγε;
Κανείς δεν μας ξέρει…
Κανείς δεν ξέρει καν ότι υπάρχει μια χώρα που λέγεται «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου»…
Ούτε η Google το ξέρει…
Ούτε το YouTube…
Τουφάν, δεν μπορείς να μας κάνεις να αγαπήσουμε τον Ταγίπ Ερντογάν…
Δεν μπορείς να παρουσιάζεις αυτή τη γη, που βρίσκεται υπό κατοχή εδώ και 51 χρόνια, ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος…
Το να δίνεις σε αυτόν τον εισβολέα την ευκαιρία να καυχιέται για το «ανεξάρτητο κράτος» μας, λέγοντας «έκαναν μια δημοκρατική επιλογή», με πληγώνει…
Με πληγώνει να περπατώ τον ίδιο δρόμο με έναν δεσποτικό δικτάτορα…
Είμαστε πάντα καταδικασμένοι να υπάρχουμε έτσι;
Πληρώνουμε αιώνια εξιλέωση εδώ;
Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει κάθε μέρα — μια μέρα μόνο πεθαίνει σε αυτόν τον κόσμο…
Τουφάν, δεν μπορείς να μας κάνεις να αγαπήσουμε τον Ταγίπ Ερντογάν.
Η κόλαση είναι άδεια…
Οι διάβολοι είναι εδώ…
Σενέρ Λεβέντ
26 Οκτωβρίου 2025
Εφημερίδα Avrupa
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
TO GSI OR NOT TO GSI;

*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record2 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record2 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record4 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Off the Record1 month agoΟι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028






