ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Στον «Πίθο των Δαναΐδων» οι αποφάσεις για τη θαλάσσια ρύπανση της Λεμεσού
Στην πρόληψη και παρακολούθηση των πιθανών πηγών ρύπανσης της θάλασσας της Λεμεσού από τα αρμόδια κρατικά Τμήματα φαίνεται να χωλαίνει η αντιμετώπιση ενός προβλήματος που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, προκαλώντας τις έντονες αντιδράσεις των πολιτών. Η έλλειψη συντονισμού των υπηρεσιών, και μάλιστα έγκαιρα, ώστε πριν από την έναρξη της κολυμβητικής περιόδου τον Μάιο να υπάρχει έτοιμο πλάνο δράσης αλλά και ελέγχου της εφαρμογής του, δημιουργεί ως απότοκο τα περιστατικά ρύπανσης, τα οποία έχουν κορυφωθεί τις τελευταίες μέρες, με αποτέλεσμα την έκδοση μίας ανακοίνωσης απόγνωσης από πλευράς του Δήμου Λεμεσού το περασμένο Σάββατο, όπου κοντολογίς σηκώνει τα χέρια ψηλά και ζητά από το κράτος να αναλάβει επιτέλους δράση, καθώς αυτό διαθέτει μεν τα κατάλληλα εργαλεία, αλλά είναι ανενεργά.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από έναν χρόνο, σε σύσκεψη που συγκάλεσε η υφυπουργός Ναυτιλίας, Μαρίνα Χατζημανώλη, καθώς το υφυπουργείο έχει αναλάβει, μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, τον συντονισμό επίλυσης του προβλήματος, αποφασίστηκε η δημιουργία ad hoc επιτροπής, που θα προτείνει δράσεις και μέτρα προς τα αρμόδια Τμήματα για επίλυση του προβλήματος της θαλάσσιας ρύπανσης της Λεμεσού, ωστόσο εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι μέχρι σήμερα η πρωτοβουλία αυτή δεν έφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Είναι άγνωστο ποια ή ποιες από τις πιθανές πηγές ρύπανσης είναι πίσω από το πρόβλημα, γιατί δεν ασκείται ο κατάλληλος έλεγχος από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι λίγους μηνές μετά, και συγκεκριμένα τον περασμένο Φεβρουάριο, το Υπουργικό ενέκρινε τη σύσταση επιτροπής για την πρόληψη και αντιμετώπιση της θαλάσσιας ρύπανσης στις κυπριακές ακτές, υπό τον συντονισμό του Υφυπουργείου Ναυτιλίας.
Για αναπάντητα μέχρι σήμερα ερωτήματα σε σχέση με την πιστή εφαρμογή των απαραίτητων ελέγχων από τις 20 περίπου εμπλεκόμενες υπηρεσίες, έκανε λόγο ο περιβαλλοντολόγος και διευθυντής της κοινοπραξίας VSS-EPE/VTS (ανάδοχος εταιρεία που εκτελεί την προσφορά του Δήμου Λεμεσού για παροχή υπηρεσιών αντιμετώπισης της θαλάσσιας ρύπανσης), Δρ Σταύρος Παπασταύρος. Μιλώντας στην «Κ» παρομοίασε την κατάσταση με ένα «μαύρο κουτί», το οποίο χρήζει διερεύνησης.
Ο Δήμος στρέφεται προς το Υφυπουγείο Ναυτιλίας
Το περασμένο Σάββατο και με αφορμή καταγγελίες για ακόμη ένα περιστατικό ρύπανσης, ο Δήμος Λεμεσού ανακοίνωσε ότι μέχρι στιγμής ανέλαβε πρωτοβουλίες πέραν των αρμοδιοτήτων και ευθυνών του και ότι χρειάζεται η εμπλοκή των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών που διαθέτουν τα κατάλληλα μέσα καταπολέμησης της ρύπανσης. Επίσης διευκρίνισε ότι ο Δήμος δεν έχει τη δικαιοδοσία να επιβάλει ποινές στους παρανομούντες και υπενθύμισε την εισήγηση του για σύσταση Ουλαμού Άμεσης Δράσης και Πρόληψης, ώστε να υπάρχει συνολικός έλεγχος της θάλασσας και να μη γίνεται αποσπασματικά από διάφορες υπηρεσίες. Την ίδια ώρα ο Δήμος Λεμεσού στράφηκε προς το Υφυπουργείο Ναυτιλίας, εκφράζοντας την ελπίδα ότι αυτό θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια, προκειμένου να επιτευχθεί μια συντονισμένη δράση.
Το «μαύρο κουτί»
Σε ένα «μαύρο κουτί» των σχεδίων δράσης των 20 περίπου εμπλεκόμενων υπηρεσιών, η οποίες οφείλουν να ελέγχουν 10 περίπου πιθανές πηγές ρύπανσης, αναφέρθηκε ο περιβαλλοντολόγος και διευθυντής της κοινοπραξίας VSS-EPE/VTS (ανάδοχος εταιρεία που εκτελεί την προσφορά του Δήμου Λεμεσού για παροχή υπηρεσιών αντιμετώπισης της θαλάσσιας ρύπανσης), Δρ Σταύρος Παπασταύρος, μιλώντας στην «Κ» για αναπάντητα μέχρι σήμερα ερωτήματα σε σχέση με την πιστή εφαρμογή των απαραίτητων ενεργειών από αυτές.
Όπως είπε, οι πιθανές πηγές ρύπανσης, οι οποίες θα έπρεπε να ελέγχονται σε τακτική βάση από τα αρμόδια κρατικά Τμήματα, μεταξύ των οποίων είναι η Λιμενική Αστυνομία, το Κρατικό Χημείο, οι δημοτικές Υγειονομικές Υπηρεσίες, οι διευθύνσεις των μαρίνων, το Τμήμα Ναυτιλίας και το Τμήμα Περιβάλλοντος, είναι μεταξύ άλλων τα διερχόμενα πλοία, τα πλοία στο αγκυροβόλιο, τα σκάφη στις μαρίνες, τα σκάφη αναψυχής, οι χείμαρροι, οι οποίοι αν βρέξει μπορούν να μεταφέρουν και στερεά απόβλητα στη θάλασσα, τα ξενοδοχεία, οι αγωγοί των όμβριων υδάτων, οι οργανωμένες πλαζ, τα συστήματα των ενοικιάσεων θαλασσινών σκαφών και ψυχαγωγίας.
Όπως τόνισε ο Δρ Παπασταύρος, σήμερα κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια ή ποιες από τις πιο πάνω πιθανές πηγές ρύπανσης είναι πίσω από το πρόβλημα, γιατί δεν ασκείται ο κατάλληλος έλεγχος από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. «Έχουν σχέδιο δράσης οι υπηρεσίες; Πόσες δειγματοληψίες έχει κάνει η κάθε μία; Πόσες φορές επισκέφτηκαν τα σκάφη στις μαρίνες; Ποια σκάφη, όταν βγαίνουν έξω για να κάνουν μία βόλτα, φέρνουν τα λύματά τους πίσω και τα παραδίδουν στη μαρίνα;», διερωτήθηκε, παραθέτοντας ένα δείγμα σημαντικών ερωτημάτων.
Η εικόνα από τις επιτηρήσεις
Τους καλοκαιρινούς μήνες το σκάφος της εταιρείας επιτηρεί καθημερινά και από το πρωί με εξιδικευμένο σκάφος τη θαλάσσια περιοχή από το παλαιό λιμάνι Λεμεσού μέχρι το ξενοδοχείο «St Rafael». Το πλήρωμα συνήθως καθαρίζει είτε στερεά απορρίμματα, όπως κουτιά αναψυκτικών, πλαστικά μπουκάλια και σβόλους από πετρέλαια, είτε λύματα, τα οποία απορρίπτονται στη θάλασσα από μία σειρά πιθανών πηγών. Σύμφωνα με τον διευθυντή της εταιρείας, είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν παρατηρείται πρόβλημα ρύπανσης από πετρελαιοειδή, ενώ τα περιστατικά δεν είναι καθημερινά. Ωστόσο τόνισε την ανάγκη να γίνει συστηματικό πρόγραμμα αναγνώρισης των πιθανών πηγών ρύπανσης, αλλά και οι αρμόδιες Υπηρεσίες να κάνουν σωστά τους ελέγχους.

Υποδείξεις της Κομισιόν και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Λύση στο πρόβλημα ρύπανσης της θαλάσσιας περιοχής Λεμεσού έχει ζητήσει εκ νέου ο Όμιλος Χειμερινών Κολυμβητών και Φίλων Λεμεσού «Ακτή Ολυμπίων», ο οποίος πρόσφατα, σε ανοικτή επιστολή του, κάλεσε τους αρμόδιους υπουργούς και υφυπουργούς σε δημόσια συζήτηση. Στην επιστολή, που υπογράφει η πρόεδρος του Ομίλου, Έρμα Στυλιανίδη, αναφέρεται ότι είναι γνωστές οι πηγές ρύπανσης της θαλάσσιας περιοχής της Λεμεσού «αλλά τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα εκμεταλλεύονται την ολιγωρία του κράτους και τον κατακερματισμό των ευθυνών».
Σημειώνοντας ενέργειες του Ομίλου προς αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα και ότι υπάρχουν υποδείξεις της Κομισιόν και αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η κ. Στυλιανίδη επισημαίνει ότι «έχουν περάσει τόσα χρόνια και ακόμη δεν έχουμε εναρμονιστεί με τις νομοθεσίες της ΕΕ». Επαναφέρει επίσης το αίτημα για δημιουργία υπηρεσίας ακτοφυλακής, ώστε να εποπτεύονται, με σκάφη οι θάλασσες και ακτές επί 24ωρου βάσεως και να συλλαμβάνονται και να τιμωρούνται όσοι εντοπίζονται να ρυπαίνουν τη θάλασσα. Καλώντας τα αρμόδια υπουργεία και υφυπουργεία σε μια δημόσια συζήτηση για το θέμα, η κ. Στυλιανίδη εκφράζει την ελπίδα ότι ο Πρόεδρος του ΕΟΑ και ο Δήμαρχος Λεμεσού θα επιληφθούν επίσης του προβλήματος που ταλαιπωρεί για χρόνια τους κολυμβητές.

Διαρροή από φρεάτιο
Τη Δευτέρα στον απόηχο έντονων αντιδράσεων για ακόμη ένα περιστατικό ρύπανσης, που είχε ως αποτέλεσμα δημοσιεύσεις φωτογραφιών, που απεικονίζουν νερά από αγωγούς ομβρίων υδάτων να καταλήγουν στη θάλασσα της Λεμεσού, ο Δήμος Λεμεσού ανακοίνωσε ότι η αιτία ήταν ζημιά που προκλήθηκε σε κεντρικό φρεάτιο. Την ίδια ώρα χαρακτήρισε το συμβάν ως «μεμονωμένο γεγονός». Στην ανακοίνωση αναφέρεται ότι μετά τον εντοπισμό της διαρροής, λειτουργοί του Δήμου μετέβησαν άμεσα στο σημείο και αποκατέστησαν την ζημιά (10:10 εντοπισμός διαρροής – 11:00 αποκατάσταση ζημιάς).
Πηγή: Kathimerini
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv4 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record3 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο
-
Off the Record1 month agoΟι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας
-
Off the Record1 month agoΗ γενετική μας συγγένεια με τα ποντίκια και η χρησιμοποίηση σαν πειραματόζωα.
-
Off the Record1 month agoΤα αιτήματα Ζελένσκι και το αυξανόμενο κόστος για την Ευρώπη






