ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Τα επόμενα βήματα του Προέδρου – Οι εν δυνάμει αντικαταστάτες
Την ώρα που το Ανώτατο Δικαστήριο ανακοίνωνε την απόφασή του να παύσει για ανάρμοστη συμπεριφορά τον γενικό ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη και ενόσω η κοινωνία κατατασσόταν σε δύο στρατόπεδα μπροστά σε αυτή τη νέα θεσμική κρίση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης βρισκόταν στην Αθήνα για εκδήλωση που θα γινόταν εις μνήμην του Γιάννου Κρανιδιώτη το ίδιο βράδυ. Η απουσία του σε συνδυασμό με τη σημειολογία τού να υπογράφει τελικώς η Πρόεδρος της Βουλής Αννίτα Δημητρίου την παύση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, δημιούργησε έναν νέο κύκλο συζητήσεων και αντιδράσεων γύρω από την ατζέντα του Προέδρου.
Η δυσφορία του ΔΗΚΟ για την αμέτοχη στάση του Προέδρου, οι εκ των έσω αντιδράσεις και ένας Οδυσσέας που ετοιμάζεται να κατέλθει στην πολιτική αρένα
Ήταν άραγε όπως υπεραμύνονταν κύκλοι στο Προεδρικό ένα προγραμματισμένο ταξίδι που αν το ανέβαλλε θα προκαλούσε την καχυποψία πως γνώριζε εκ των προτέρων το αποτέλεσμα; Ή ήταν μήπως μία προμελετημένη κίνηση του Νίκου Χριστοδουλίδη για να αποφύγει και τη φθορά που συνεπαγόταν από το αποτέλεσμα, αλλά και την απώλεια του πολύτιμου για τον ίδιο πολιτικού κεφαλαίου; Η κίνησή του να αποφύγει την όποια τοποθέτηση επί του ζητήματος, να αναρτά συνεχώς τις παρεμβάσεις του στην Αθήνα τη στιγμή που στο εσωτερικό τα κόμματα βρίσκονταν σε ευθεία κόντρα, μέρος του πολιτικού συστήματος άρχισε να αμφισβητεί την απόφαση του Ανωτάτου και κύκλοι καλούσαν σε επανάσταση, ενίσχυσε τη θέση πως ο Πρόεδρος ήθελε να αποφύγει να λάβει θέση στη νέα κρίση. Το ερώτημα πλέον που τίθεται είναι ποιες είναι οι κινήσεις του, όχι μόνο για να εκτονώσει το ήδη τεταμένο κλίμα, αλλά και ποιες είναι οι σκέψεις του γύρω από την αντικατάσταση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη.
Άλλως Πιλάτος
Η κίνηση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη να βάλει τον Νίκο Χριστοδουλίδη στο κάδρο εκείνου του συστήματος που επιχείρησε το φάγωμά του, αναπόφευκτα προκάλεσε συζητήσεις. Ήταν άραγε η ομολογουμένως ποντιοπιλατική στάση που επέλεξε μπροστά στη θεσμική κρίση ή κάτι περισσότερο που ενέτεινε το κακό κλίμα; Η αλήθεια είναι πως οι δύο πολιτικοί άνδρες είχαν μία πολύ καλή σχέση αρχικά. Τόσο που ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης δήλωνε πως η συνεννόηση είναι πολύ καλύτερη από ό,τι με την προηγούμενη διακυβέρνηση.
Τα σύννεφα βεβαίως δεν άργησαν να έρθουν. Όχι μόνο με τη δημοσιοποίηση της έκθεσης του γενικού ελεγκτή γύρω από τα ωφελήματα και τα επιδόματα που λάμβανε ο Νίκος Χριστοδουλίδης ενόσω ήταν κυβερνητικός εκπρόσωπος, ούτε μόνο με την επίβλεψη που επιχείρησε να κάνει στην ανακαίνιση του Προεδρικού, αλλά και με την έκθεση που –σύμφωνα με το Προεδρικό– βολικά διέρρευσε στα ΜΜΕ αναφορικά με τη μετακίνηση των θυγατέρων του. Και λέμε βολικά, γιατί ήταν το ίδιο διάστημα που ανακοινώθηκε το αίτημα παύσης του γενικού ελεγκτή για ανάρμοστη συμπεριφορά από τη Γενική Εισαγγελία. Η στάση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη συνεπώς ερμηνεύθηκε με δύο τρόπους. Η μία ανάγνωση ήταν ότι συνέχισε να κάνει τη δουλειά του όπως ήξερε, υποβαθμίζοντας την μήνιν του νεοεκλεγέντα Προέδρου και τις προθέσεις του. Η δεύτερη ήταν ότι ήθελε να ασκήσει πιέσεις στον Πρόεδρο οδηγώντας τη σχέση τους στα άκρα. Να ασκήσει πιέσεις καθώς στο χειρότερο σενάριο της παύσης του θα ηρωοποιείτο στον κόσμο και θα περνούσε το μήνυμα πως η εξόντωσή του ήταν πολιτική. Στο καλύτερο σενάριο και αυτό που επικρατούσε στο μυαλό του ήταν πως αν αθωωνόταν, όχι μόνο θα δικαιωνόταν, αλλά θα μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει, κτίζοντας κεφάλαιο για μετέπειτα.
Το πράσινο φως
Το κατά πόσο ο Νίκος Χριστοδουλίδης αντιλήφθηκε τις επιδιώξεις του είναι ένα ζήτημα που εγείρει ερωτήματα και δεν έχει ακόμη απαντηθεί. Το σίγουρο είναι πως προτού κατατεθεί η αίτηση για παύση του, συναντήθηκε με τον γενικό εισαγγελέα και τον βοηθό οι οποίοι του ζήτησαν να συνυπογράψει την αίτηση. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, όπως λέγεται, αρνήθηκε με το πρόσχημα του σεβασμού στο ανεξάρτητο των θεσμών, ενώ κύκλοι του περιβάλλοντός του σημειώνουν πως επιχείρησε να τους πείσει να μην προχωρήσουν. Την ίδια στιγμή, βεβαίως, πολιτικοί κύκλοι αμφισβητούν τα περί αποστάσεως του Προέδρου Χριστοδουλίδη σημειώνοντας ότι σε συγκεκριμένους κύκλους που του πρότειναν να αναλάβει πρωτοβουλία για να αποκατασταθούν οι σχέσεις τους, είχε αποκαλύψει πως αν και δεν υπέγραψε, έδωσε ο ίδιος το πράσινο φως να προχωρήσουν.
Το ερώτημα πλέον είναι ποιος θα διαδεχτεί τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη και πότε. Επί του παρόντος, ο βοηθός γενικός ελεγκτής εκτελεί χρέη γενικού και κυβερνητικοί κύκλοι αποκλείουν το ενδεχόμενο να αποτελέσει τον αντικαταστάτη του Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Οι όποιες αποφάσεις φέρεται πως θα ληφθούν με την επιστροφή του Νίκου Χριστοδουλίδη από τη Νέα Υόρκη, το πιθανότερο στις αρχές Οκτωβρίου. Αυτή τη στιγμή, δύο πρόσωπα ακούγονται για την εν λόγω θέση. Ο ένας είναι ο διευθυντής του ελεγκτικού γραφείου της Ιεράς Συνόδου Γιάννος Χαριλάου. Ο δεύτερος είναι ο Θεοδόσης Τσιόλας. Ο κ. Τσιόλας ήταν ο γενικός γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου επί διακυβέρνησης Νίκου Αναστασιάδη και με την ολοκλήρωση της θητείας του πήρε άδεια άνευ απολαβών για να εργαστεί ως επικεφαλής του γραφείου του νέου μέλους του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου Λευτέρη Χριστοφόρου, στο Λουξεμβούργο. Η ειρωνεία στην περίπτωση του κ. Τσιόλα είναι πως η άδειά του αποτέλεσε θέμα έρευνας στην Ελεγκτική Υπηρεσία, με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη να υποστηρίζει πως όφειλε να παραιτηθεί από το πόστο του και όχι να λάβει άδεια άνευ απολαβών.
Ο διορισμός του κ. Τσιόλα προκαλεί ωστόσο πολιτικές προεκτάσεις, καθώς αποτελεί ένα πρόσωπο πλήρως συνδεδεμένο με τον Νίκο Αναστασιάδη. Όπως αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, ο Πρόεδρος δεν πρόκειται να κάνει μία κίνηση που θα τον ταυτίσει πλήρως με την προηγούμενη διακυβέρνηση, ιδιαίτερα ενώπιον της κρίσης που προκλήθηκε και της ταύτισης που επιχείρησε να κάνει ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης μεταξύ τέως και νυν Προέδρου γύρω από το φάγωμά του.
Ο εν δυνάμει αντίπαλος
Πέραν της αντικατάστασης, ωστόσο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει να διαχειριστεί και τις εντάσεις στο εσωτερικό. Παρότι ο Νικόλας Παπαδόπουλος αγνόησε αρχικά την παύση του γενικού ελεγκτή αναρτώντας ευχάριστες στιγμές στο Λονδίνο με την οικογένειά του, επανήλθε την περασμένη Παρασκευή λαμβάνοντας ξεκάθαρη θέση υπέρ του γενικού ελεγκτή. Είναι ευρέως γνωστό πως το συγκυβερνών κόμμα, διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με τον γενικό ελεγκτή, όπως και στελέχη του κόμματος που δυσφορούν ήδη από την απραξία του Προέδρου γύρω από το φλέγον αυτό θέμα. Την ίδια στιγμή, ο Πρόεδρος θα πρέπει να χειριστεί το ΑΚΕΛ, που καλώντας τους πολίτες σε διαμαρτυρία ενάντια στη διαφθορά εντείνει τους αντιπολιτευτικούς τόνους. Κυρίως όμως θα πρέπει να αρχίσει να σκέφτεται τις επόμενες κινήσεις του γενικού ελεγκτή. Όχι μόνο γιατί τον τοποθέτησε απέναντί του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αλλά και γιατί ο ίδιος ήδη ετοιμάζεται να μπει στην πολιτική αρένα, έχοντας –επί του παρόντος– και αφήγημα αλλά και ένα πολύ δυνατό ακροατήριο.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record2 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο






