Connect with us

MILITAIRE

Θα φέρει ο Τραμπ την ειρήνη που δεν κατάφερε κανείς στη Συρία;

Avatar photo

Published

on

 


Καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αυξάνει την αμερικανική πίεση στη συριακή κρίση, η Ουάσιγκτον εξετάζει κατά πόσο η επιρροή της μπορεί να μετατρέψει μια σειρά εύθραυστων εκεχειριών σε σταθερή και διαρκή ειρήνη.

Αφότου το κυβερνών τουρκικό κόμμα γνώρισε βαριά ήττα από το αντιπολιτευόμενο Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2024, ο Ταγίπ Ερντογάν ξεκίνησε μυστικό διάλογο με τον φυλακισμένο ηγέτη του PKK, Αμπντουλάχ Οτζαλάν. Στόχος του ήταν διπλός: αφενός να διαρρήξει τη συνεργασία CHP–DEM που συνέβαλε στην επικράτηση της αντιπολίτευσης, και αφετέρου να αξιοποιήσει τη στήριξη του φιλοκουρδικού DEM σε νομοθετικές πρωτοβουλίες που θα του επέτρεπαν να επιδιώξει τρίτη προεδρική θητεία μετά το 2028. Η κίνηση αυτή — η οποία έγινε δημόσια από τον εθνικιστή σύμμαχο του Ερντογάν, Ντεβλέτ Μπαχτσελί, τον Οκτώβριο του 2024 — παρουσιάστηκε στην τουρκική κοινή γνώμη ως προσπάθεια οικοδόμησης μιας Τουρκίας «χωρίς τρομοκρατία».

Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο προέβλεπε έναν συνδυασμό επιδιώξεων του τουρκικού κράτους ασφαλείας και των προσωπικών πολιτικών φιλοδοξιών του Ερντογάν, με περιορισμένα οφέλη για τους Κούρδους. Το PKK θα έθετε τέλος στον τεσσαρακονταετή ένοπλο αγώνα του και θα αυτοδιαλυόταν, αποφεύγοντας την εθνικιστική έκρηξη που το 2015 είχε οδηγήσει σε κατάρρευση των ειρηνευτικών συνομιλιών.

Σε αντάλλαγμα, ο Οτζαλάν και όσοι μαχητές πληρούσαν τις προϋποθέσεις θα λάμβαναν αμνηστία και νομικές εγγυήσεις. Η πίεση προς τους εκλεγμένους Κούρδους αξιωματούχους και οι περιορισμοί στην πολιτιστική έκφραση θα χαλάρωναν. Το πιο σημαντικό αντάλλαγμα θα ήταν η άτυπη αποδοχή από την Άγκυρα του κουρδικού θύλακα στη βορειοανατολική Συρία — μιας περιοχής την οποία η Τουρκία επί χρόνια επιδίωκε να αποδυναμώσει. Αυτό φαίνεται πως συνέβαλε καθοριστικά στην απόφαση του PKK να συμμορφωθεί. Στις 12 Μαΐου το PKK ανακοίνωσε επίσημα τον αφοπλισμό και τη διάλυσή του. «Η μητέρα θυσιάζεται για το παιδί» ήταν ο χαρακτηρισμός του Ιρακινοκουρδικού ακαδημαϊκού Μπαγιάρ Ντόσκι στο Al-Monitor.

Είκοσι μήνες αργότερα, όμως, οι ισορροπίες έχουν ανατραπεί λόγω των ταχέων εξελίξεων στη Συρία, οι οποίες αναζωογόνησαν τις αμερικανοσυριακές σχέσεις μετά από δεκαετίες ψυχρότητας. Το 2015 η άρνηση των Κούρδων της Συρίας να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της Άγκυρας να ενταχθούν στους σουνίτες αντάρτες κατά του Μπασάρ αλ-Άσαντ ήταν ένας βασικός λόγος για την αποτυχία του τότε διαλόγου και την επανέναρξη του τουρκικού πολέμου κατά του PKK σε Ιράκ και Συρία. Σήμερα, το αδιέξοδο προκαλείται από τις αντικρουόμενες θέσεις σχετικά με το μέλλον των Κούρδων της Συρίας υπό τον νέο Σύρο ηγέτη, Αχμέντ αλ-Σαράα. Χωρίς συμφωνία ανάμεσα σε Άγκυρα, PKK, Δαμασκό και SDF — με τους τελευταίους να έχουν ιστορικούς δεσμούς με το PKK — καμία από τις δύο παράλληλες διαδικασίες (τουρκοκουρδική και συροκουρδική) δεν μπορεί να προχωρήσει, και από τουρκικής πλευράς η συριακή εκκρεμότητα προηγείται.

Όσο το αδιέξοδο συνεχίζεται, αυξάνεται ο κίνδυνος κατάρρευσης των εκεχειριών Τουρκίας–PKK και Τουρκίας–SDF, με πιθανή εμπλοκή των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων. Αυτό θα άφηνε χώρο στο Ισλαμικό Κράτος, σε υπολείμματα του καθεστώτος Άσαντ και σε άλλους αποσταθεροποιητικούς δρώντες να επανέλθουν.

Για τους Κούρδους και τη Δαμασκό, μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη δύναμη να ξεμπλοκάρουν το ζήτημα. Παρά τη μακρόχρονη τουρκική αντίσταση σε αμερικανική ανάμιξη στο κουρδικό, η κυβέρνηση Τραμπ έχει στην πράξη αναδειχθεί σε βασικό παράγοντα, σημειώνοντας ήδη απτά αποτελέσματα. Η ιστορική συνάντηση του Σαράα στις 10 Νοεμβρίου με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο έδωσε νέα δυναμική στις συνομιλίες, ιδίως καθώς ο Τούρκος ΥΠΕΞ Χακάν Φιντάν βρέθηκε για σύντομο διάστημα στην αίθουσα.

Πολλοί Κούρδοι περίμεναν ξεχωριστή πρόσκληση λόγω της καίριας συμβολής τους στον πόλεμο κατά του ISIS και απογοητεύτηκαν από τον αποκλεισμό τους από τη συριακή αντιπροσωπεία. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν το γεγονός με συγκρατημένη αισιοδοξία. Η επίσκεψη Σαράα υποδηλώνει ότι «οι ΗΠΑ αποφάσισαν να αναλάβουν τον πλήρη έλεγχο του συριακού φακέλου», όπως δηλώνει μια καλά ενημερωμένη κουρδική πηγή. Αυτό, με τη σειρά του, σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον δεν θα επιτρέψει μονομερείς επιθέσεις Δαμασκού ή Άγκυρας κατά των Κούρδων. Ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ δραστηριοποιείται εντατικά για να αποτραπεί ένα τέτοιο σενάριο. Στις αρχές Οκτωβρίου διαμεσολάβησε επιτυχώς εκεχειρία μεταξύ SDF και φιλοκυβερνητικών δυνάμεων στο Χαλέπι, έπειτα από σοβαρή κλιμάκωση. Παράλληλα πιέζει Δαμασκό και Κούρδους να υλοποιήσουν τη συμφωνία της 10ης Μαρτίου μεταξύ Σαράα και του αρχηγού των SDF, Μαζλούμ Κομπάνι, η οποία προβλέπει την ενοποίηση των SDF στον εθνικό στρατό.

Οι αιματηρές θρησκευτικές συγκρούσεις εις βάρος Αλαουιτών και Δρούζων ενίσχυσαν τη θέση των SDF, με τον Μπάρακ να αναγνωρίζει ότι το συγκεντρωτικό μοντέλο διακυβέρνησης του Σαράα είναι μη λειτουργικό. Ένα από τα πλέον σύνθετα ζητήματα — η στρατιωτική συγχώνευση των πολυεθνικών δυνάμεων των SDF, εκπαιδευμένων από το Πεντάγωνο, με τον Συριακό Εθνικό Στρατό — φαίνεται πως άρχισε να ξεμπλοκάρει τον περασμένο μήνα. Τότε ο Κομπάνι ανακοίνωσε ότι η Δαμασκός αποδέχθηκε τη δημιουργία μίας μεραρχίας και δύο ταξιαρχιών από δυνάμεις των SDF, που θα παραμείνουν αναπτυγμένες σε περίπου ένα τρίτο της συριακής επικράτειας που σήμερα ελέγχεται από τους Κούρδους. Σύμφωνα με το Al Arabiya, τρεις διοικητές των SDF — Λουκμάν Χαλίλ, Τζία Κομπάνι και Τζαμίλ Κομπάνι — έχουν οριστεί σε θέσεις στο συριακό Υπουργείο Άμυνας.

Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει πιθανό συμβιβασμό: οι SDF θα μπορούσαν να διατηρήσουν τις ομοιογενείς μονάδες τους υπό την ευρεία διοίκηση του υπουργείου, ενώ θα επέτρεπαν σε κυβερνητικές δυνάμεις να αναπτυχθούν σε τμήματα της πλούσιας σε πετρέλαιο επαρχίας Deir ez-Zor, στα ανατολικά του Ευφράτη — περιοχή στρατηγικής σημασίας λόγω της γειτνίασης με το Ιράκ και των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών που δρουν εκεί. Παρ’ όλα αυτά, ανώτερη πηγή των SDF ξεκαθάρισε στο Al-Monitor ότι «δεν έχει αλλάξει τίποτα».

Οι SDF είχαν αρχικά προτείνει την είσοδο κυβερνητικών δυνάμεων και κρατικών λειτουργών με αντάλλαγμα τη συναπόφαση στην τοπική εξουσία και τη διατήρηση των θέσεων των διοικητών τους — πρόταση που η Δαμασκός απέρριψε. Η προσχώρηση της Συρίας στον διεθνή συνασπισμό κατά του ISIS, υπό αμερικανική ηγεσία, μπορεί ωστόσο να δημιουργήσει δίαυλους συνεργασίας μεταξύ SDF και του νέου εθνικού στρατού που προσπαθεί να συγκροτήσει ο Σαράα. Με εμπειρία άνω της δεκαετίας στη συνεργασία τους με τις ελίτ δυνάμεις των ΗΠΑ, οι SDF μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη τεχνογνωσία για τον συνεχιζόμενο αγώνα κατά του ISIS.

Αν και ο Μπάρακ δήλωσε πρόσφατα ότι οι συνομιλίες πηγαίνουν «εξαιρετικά καλά», μέχρι να υπάρξει επίσημη συμφωνία ενοποίησης είναι πρόωρο να θεωρηθεί κάτι δεδομένο. Στις παρούσες συνθήκες και οι δύο πλευρές δέχονται πίεση από την Ουάσινγκτον να προβάλλουν θετικά μηνύματα, ενώ η Τουρκία καλείται να μετριάσει την επιθετική ρητορική της απέναντι στους Κούρδους. Η βασική προτεραιότητα της αμερικανικής κυβέρνησης είναι η πλήρης άρση των εναπομεινάντων κυρώσεων κατά της Συρίας. Το Υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε νέα εξάμηνη αναστολή των κυρώσεων βάσει του Νόμου «Caesar», ενώ ο Τραμπ πιέζει το Κογκρέσο για οριστική κατάργησή τους.

Δεν αποτέλεσε έκπληξη ότι ο Κομπάνι δημοσίευσε ευχαριστήριο μήνυμα προς τον Τραμπ στο X, εκφράζοντας ευγνωμοσύνη «για την ηγεσία του στη Συρία και για την ευκαιρία που δίνει στον συριακό λαό». Ωστόσο, μέλη του Κογκρέσου όπως ο Ρεπουμπλικανός Μπράιαν Μαστ αντιτίθενται στην άρση των κυρώσεων, ζητώντας πρώτα αποδείξεις ότι ο Σαράα προστατεύει τις μειονότητες. Παρότι ο Μαστ εξέδωσε θετικό σχόλιο μετά τη συνάντησή του με τον Σαράα, δεν έχει αλλάξει στάση. Δημόσιες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι το Ισραήλ πιέζει συγγενείς πολιτικούς κύκλους στο Κογκρέσο να διατηρηθούν οι κυρώσεις μέχρι να επιτευχθεί συμφωνία ασφάλειας με τη Συρία.

Οι Κούρδοι θεωρούν τις κυρώσεις σημαντικό μοχλό πίεσης κατά τη διαπραγμάτευσή τους με τη Δαμασκό αλλά και ασπίδα έναντι επιθετικών κινήσεων από την Τουρκία ή το καθεστώς. Όπως τόνισε πρόσφατα ο ανώτατος στρατιωτικός των SDF, Σιπάν Χέμο, χωρίς σαφείς εγγυήσεις για τα πολιτικά και πολιτισμικά δικαιώματα όλων των κοινοτήτων της χώρας — κατοχυρωμένα σε δημοκρατικό σύνταγμα — δεν πρόκειται να υπάρξει υποχώρηση.

Το μήνυμα, όπως σημειώνει Κούρδος πολιτικός στην Τουρκία, είναι σαφές: αν ο Σαράα δεν εγκαταλείψει τον αυταρχισμό του, οι Κούρδοι δηλώνουν έτοιμοι να αναλάβουν το κόστος.

Στην ουσία ποντάρουν στο ότι ο Σαράα θέλει να αποφύγει την αναζωπύρωση της σύγκρουσης, καθώς οι δυνάμεις του είναι αποδυναμωμένες και φοβάται την αντίδραση του Κογκρέσου. Πολλοί εκτιμούν επίσης ότι η επιθυμία του Ερντογάν να διατηρηθεί στην εξουσία κάνει την Άγκυρα πιο δεκτική σε συμβιβασμούς, ιδιαίτερα υπό αμερικανική πίεση.

Στο μεταξύ, χιλιάδες μαχητές του ISIS και οι οικογένειές τους κρατούνται σε φυλακές και στρατόπεδα υπό τον έλεγχο των SDF. Καμία από τις δυνάμεις της περιοχής — ούτε οι Ευρωπαίοι που ανησυχούν για νέο προσφυγικό κύμα — δεν επιθυμεί επιστροφή σε γενικευμένο πόλεμο στη Συρία. Επιπλέον, ΗΑΕ, Σαουδική Αραβία και Ισραήλ θέλουν να περιορίσουν τον ρόλο της Τουρκίας στη Συρία και, για τον λόγο αυτό, διατηρούν διαύλους με τις SDF. Όλα αυτά ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση των Κούρδων.

Ωστόσο, η παρουσία του Φιντάν στο Λευκό Οίκο αποτελεί σαφές μήνυμα ότι, στα ζητήματα που αφορούν τις SDF, η κυβέρνηση Τραμπ θα κινηθεί σε ευθυγράμμιση με την Άγκυρα. Όπως σημείωσε ο Μπάρακ σε συνέδριο στο Μπαχρέιν, η Τουρκία «είναι εξαιρετικά σημαντική για το μέλλον της Συρίας». Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αποδώσει εύσημα στον Ερντογάν για τον ρόλο του στη Συρία, αναγνωρίζοντάς του μάλιστα την «επιτυχή απομάκρυνση του προηγούμενου Σύρου ηγέτη».

Η αμερικανική συνεργασία με τις SDF υπήρξε η βασική εστία έντασης στις σχέσεις Άγκυρας–Ουάσινγκτον στην εποχή Ομπάμα. Ο Τραμπ ήταν έτοιμος να αναστρέψει αυτή την πορεία, επιτρέποντας την τουρκική εισβολή του 2019 στη βορειοανατολική Συρία. Πρόθεση του ήταν επίσης η πλήρης απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από την περιοχή — κάτι που τελικά ανέτρεψε το Κογκρέσο. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία ήταν για τους Κούρδους ένα από τα μεγαλύτερα διαπραγματευτικά τους όπλα, αλλά ταυτόχρονα εργαλείο πίεσης της Ουάσινγκτον για συμφωνία με τον Σαράα. Ο Μπάρακ, ενεργώντας ταυτόχρονα ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, ενεργοποίησε την απειλή της απόσυρσης αμέσως μετά τον διορισμό του ως ειδικού απεσταλμένου — απειλή που η Άγκυρα θεωρεί πιθανό να επανέλθει.

Κατά τη διάρκεια κοινής συνέντευξης Τύπου με τον Αιγύπτιο ΥΠΕΞ Μπαντρ Αμπντελάτι, ο Φιντάν δήλωσε ότι η Τουρκία παρακολουθεί «με ικανοποίηση» τον «εποικοδομητικό ρόλο» των ΗΠΑ στη διαχείριση των υποθέσεων της Συρίας — είτε των Δρούζων στο νότο είτε του PKK στη βορειοανατολική Συρία.

Στην τουρκική αντίληψη, ο Οτζαλάν αποτελεί επίσης εργαλείο πίεσης προς τις SDF. Τα πρακτικά τηλεδιάσκεψης μεταξύ του Οτζαλάν και διοικητών στο πεδίο, στα οποία συμμετείχε και η υπουργός Εξωτερικών των Κούρδων της Συρίας, Ιλχάμ Αχμέντ, καθώς και στέλεχος της MIT, διέρρευσαν τον Μάιο — κάτι που θα μπορούσε να συμβεί μόνο με έγκριση των τουρκικών αρχών. Κατά τη συνομιλία, ο Οτζαλάν υποστήριξε την ανάγκη δημοκρατικού συντάγματος στη Συρία, αλλά τόνισε ότι ο έλεγχος των συνόρων και των συνοριακών διελεύσεων πρέπει να παραμείνει στο συριακό κράτος. Τα σχόλια αυτά διαφέρουν από όσα είχε πει σε συνάντηση με δικηγόρους του, όπου φέρεται να είχε χαρακτηρίσει τη βορειοανατολική Συρία «κόκκινη γραμμή».

Η χρονική στιγμή της διαρροής, πέντε μήνες μετά την τηλεδιάσκεψη, αποτελεί σαφές μήνυμα ότι η Τουρκία επιθυμεί ο Οτζαλάν να αξιοποιήσει την επιρροή του. Η πρόκληση για τον 77χρονο ηγέτη του PKK είναι να διατηρήσει ανοικτό τον δίαυλο με την Τουρκία, χωρίς να διακινδυνεύσει την εικόνα του στους εκατομμύρια Κούρδους που τον θεωρούν σύμβολο αγώνα.

Η αντίστοιχη πρόκληση για PKK και SDF είναι να διαφυλάξουν τη σημαντικότερη κατάκτησή τους τα τελευταία 40 χρόνια — μια αυτόνομη κουρδική πολιτική και στρατιωτική δομή — χωρίς να εγκαταλείψουν τον άνθρωπο που θεωρούν θεμέλιο της υπόθεσής τους, αφήνοντάς τον να περάσει τα τελευταία του χρόνια στη φυλακή.

ΠΗΓΗ: MILITAITRE .gr

Continue Reading

MILITAIRE

Ρωσικές καταγγελίες για στρατιωτική ενίσχυση του NATO στην Αρκτική

Avatar photo

Published

on

Ο πρεσβευτής της Ρωσίας στη Δανία, Βλαντίμιρ Μπάρμπιν, κατηγόρησε το NATO ότι επιδιώκει τη στρατιωτικοποίηση της Αρκτική, στον απόηχο της απαίτησης του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ η χώρα του να «αποκτήσει» τη μεγάλη νήσο, η οποία αποτελεί διοικητικά αυτόνομη περιοχή της Δανία, καθώς και των ανακοινώσεων ευρωπαϊκών χωρών για ανάπτυξη στρατευμάτων τους.

Κράτη-μέλη του NATO, συμπεριλαμβανομένης της Δανίας, επικαλούνται –κατά τον ίδιο– μια υποτιθέμενη απειλή από τη Ρωσία και την Κίνα για να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Αρκτική, δήλωσε ο πρεσβευτής, σύμφωνα με το ρωσικό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων TASS. Για τον Βλαντίμιρ Μπάρμπιν, η Κοπεγχάγη έχει υιοθετήσει συγκρουσιακή στάση, εμπλέκοντας το NATO και συμβάλλοντας στην κλιμάκωση των στρατιωτικών εντάσεων στην περιοχή.

Η Ρωσία, όπως υποστήριξε, «δεν καταρτίζει σχέδια επίθεσης εναντίον των γειτόνων της στην Αρκτική, δεν τους απειλεί με στρατιωτική δράση και δεν επιδιώκει την κατάληψη εδαφών τους», αναφορά που ερμηνεύεται ως έμμεση αιχμή προς τον Αμερικανό πρόεδρο Τραμπ.

Παράλληλα, η Μόσχα έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει στο παρελθόν εναντίον οποιασδήποτε υποτίμησης ή παραγνώρισης των ρωσικών συμφερόντων στην Αρκτική. Με εκτεταμένη ακτογραμμή στον Αρκτικό Ωκεανό, η Ρωσία θεωρεί την περιοχή μέρος της σφαίρας επιρροής της, αξιοποιεί ολοένα και περισσότερο τις θαλάσσιες οδούς που τη διασχίζουν και ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ασκεί εκ νέου πιέσεις το τελευταίο διάστημα ώστε η Ουάσιγκτον να «αποκτήσει» την πλούσια σε φυσικούς πόρους περιοχή της Δανίας, επικαλούμενος λόγους «εθνικής ασφάλειας» και τους κινδύνους που, κατά τον ίδιο, απορρέουν από την παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας, χωρίς να αποκλείει το ενδεχόμενο στρατιωτικής επιλογής.

Μετά τις άκαρπες συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσιγκτον την περασμένη Τετάρτη για την εκτόνωση της διαμάχης, κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκή Ένωση, μεταξύ των οποίων η Γερμανία και η Γαλλία, ανακοίνωσαν την αποστολή στρατιωτικών στη νήσο, σε αποστολή υποστήριξης της Δανίας.

ΠΗΓΗ: MILITAIRE .gr
Continue Reading

MILITAIRE

Η «Γροιλανδία» του Τραμπ ανοίγει την όρεξη της Άγκυρας για το Καστελλόριζο

Avatar photo

Published

on

Λίγες μόλις ημέρες μετά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Τραμπ περί πρόθεσης «κατοχής» της Γροιλανδίας από τις ΗΠΑ, με στόχο να αποτραπεί η ρωσική και κινεζική επιρροή, γνωστός Τούρκος αμυντικός αναλυτής, ο Turan Oguz –πρόσωπο με διαύλους προς την κυβέρνηση Ερντογάν– πυροδότησε νέα ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Σε ανάρτησή του υποστήριξε ότι «θα κάνουμε κάτι για το Καστελλόριζο, είτε τους αρέσει είτε όχι. Αν δεν το πράξουμε, θα το καταλάβουν η Ρωσία ή η Κίνα. Το ότι έφτασαν εκεί με πλοίο πριν από 2.000 χρόνια δεν σημαίνει πως η γη τους ανήκει».

Στην ίδια ανάρτηση υπήρξε σχολιασμός ότι «οι κάτοικοι του Καστελλόριζου μεταβαίνουν στο Kaş για αγορές και υγειονομική περίθαλψη. Σε αυτούς τους περίπου 600 ανθρώπους θα μπορούσε να δοθεί τουρκική υπηκοότητα και οικονομικά κίνητρα σε όσους επιθυμούν την ένταξη στην Τουρκία». Ο συντάκτης του προκλητικού άρθρου, απαντώντας, παρουσίασε δύο επιλογές:

α. «Να διεξαχθεί δημοψήφισμα από τους κατοίκους ώστε να κηρυχθεί το νησί ανεξάρτητο, με πολιτική και στρατιωτική στήριξη από εμάς, και στη συνέχεια να ενταχθεί στην Τουρκία μέσω δεύτερου δημοψηφίσματος. Θα δοθούν κίνητρα από 10.000 έως 100.000 δολάρια ανά άτομο, τουρκική υπηκοότητα, ενώ θα ανεγερθεί πόλη με μίνι νοσοκομείο, σχολείο και αγορά».

β. «Η Τουρκία οφείλει να το επιλύσει στρατιωτικά. Όσοι επιθυμούν να γίνουν Τούρκοι πολίτες μπορούν να παραμείνουν. Οι υπόλοιποι μπορούν να μετακινηθούν όπου επιλέξουν. Παράλληλα μπορούμε να εγκαταστήσουμε Τούρκους πολίτες από το εξωτερικό στο νησί».

Είναι πάγια η θέση της Άγκυρας, η οποία αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία στο Καστελλόριζο, θεωρώντας το πολύ μικρό και υπερβολικά απομακρυσμένο από την ηπειρωτική Ελλάδα για να δικαιούται ΑΟΖ. Ταυτόχρονα κατηγορεί συστηματικά την Αθήνα για στρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου κατά παράβαση διεθνών συνθηκών.

Το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (Mavi Vatan) αποτελεί βασικό άξονα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με το Καστελλόριζο στον πυρήνα των διεκδικήσεων λόγω της στρατηγικής του θέσης στην ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για μια ενοποίηση των τουρκικών αξιώσεων σε ένα συνολικό σχέδιο, ενταγμένο στη νεοοθωμανική ατζέντα της κυβέρνησης Ερντογάν και στη φιλοδοξία επανάκαμψης της Τουρκίας σε γεωγραφικούς χώρους ιστορικής επιρροής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Δεν είναι σαφές κατά πόσον οι πρωτοφανείς και ιδιαίτερα προκλητικές τοποθετήσεις του Τούρκου αναλυτή αντανακλούν επίσημες κυβερνητικές σκέψεις ή αποτελούν προσωπικές του απόψεις. Ωστόσο, στο μήνυμά του για το 2026 επανέλαβε ότι η Τουρκία δεν θα ανεχθεί τετελεσμένα, «κλοπές» ή «πειρατεία» στη «Γαλάζια Πατρίδα». Την ίδια στιγμή καταγράφονται νέες τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο και στην ανατολική Μεσόγειο, ως απάντηση στις περιφερειακές συμμαχίες που διαμορφώνονται και περιορίζουν την τουρκική επιρροή στην περιοχή.

Γράφει ο
Σπυρίδων Κίσσας
Σμχος (ΥΠΛ) ε.α

ΠΗΓΗ: MILITAIRE .gr

Continue Reading

MILITAIRE

Κάτι φαίνεται να διαφεύγει στον Τραμπ από όσα έγραψε ο Θουκυδίδης

Avatar photo

Published

on


Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο τον Ιανουάριο του 2025 επανέφερε στο επίκεντρο μια αντίληψη για τη διεθνή πολιτική που παραπέμπει έντονα στις ιδέες του αρχαίου Έλληνα ιστορικού Θουκυδίδη. Η γνωστή ρήση του από την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου ότι «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υπομένουν ό,τι τους επιβάλλει η αδυναμία τους» μοιάζει να αντικατοπτρίζεται στη ρητορική και στις επιλογές πολιτικής του Αμερικανού προέδρου.

Ο θουκυδίδειος ρεαλισμός στην πράξη…
Ο Θουκυδίδης παρουσίασε έναν κόσμο όπου η ισχύς αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα των διεθνών σχέσεων. Στον περίφημο «Μηλιακό Διάλογο», οι Αθηναίοι θεμελιώνουν την επιθετική τους στάση στην άποψη ότι η ανθρώπινη φύση επιβάλλει την επικράτηση του ισχυρού. Αυτή η ωμή αποδοχή της δύναμης φαίνεται να διατρέχει και τη στάση του Τραμπ απέναντι στη διεθνή σκηνή. Η αμερικανική πολιτική υπό την ηγεσία του χαρακτηρίζεται από αποφάσεις που θέτουν σε πρώτη μοίρα τα εθνικά συμφέροντα, χωρίς ιδιαίτερες ηθικές ωραιοποιήσεις. Το δόγμα «America First» εκφράζει τη θουκυδίδεια αντίληψη ότι κάθε κράτος οφείλει να προτάσσει την προστασία των δικών του επιδιώξεων. Όπως οι Αθηναίοι δεν επικαλέστηκαν ηθικές υποχρεώσεις απέναντι στους Μηλίους, έτσι και ο Τραμπ αποφεύγει συστηματικά τη γλώσσα περί αξιακής παγκόσμιας ηγεσίας.

Η παγίδα του Θουκυδίδη και η Κίνα
Ο καθηγητής του Χάρβαρντ Graham Allison ανέπτυξε τη θεωρία της «Παγίδας του Θουκυδίδη», σύμφωνα με την οποία όταν μια ανερχόμενη δύναμη απειλεί να αντικαταστήσει μια κατεστημένη, η σύγκρουση καθίσταται σχεδόν αναπόφευκτη. Αυτό ακριβώς είχε περιγράψει ο Θουκυδίδης αναφορικά με την Αθήνα και τη Σπάρτη: η άνοδος της αθηναϊκής ισχύος γέννησε φόβο στη Σπάρτη, οδηγώντας τελικά στον πόλεμο.

Ο Τραμπ φαίνεται να διαβλέπει αυτόν τον κίνδυνο στη σχέση των ΗΠΑ με την Κίνα. Οι δασμοί, οι περιορισμοί στην τεχνολογία και η σκληρή διπλωματική ρητορική συνθέτουν μια στρατηγική που στοχεύει στη διατήρηση της αμερικανικής υπεροχής. Αντί για λόγο συνεργασίας και κοινών αξιών, επιλέγεται η ανοιχτή αντιπαράθεση και η διαπραγμάτευση από θέση ισχύος.

Συμμαχίες ως συναλλαγές
Ένα ακόμη στοιχείο της θουκυδίδειας οπτικής είναι η θεώρηση των συμμαχιών ως σχέσεων συμφέροντος και όχι ως ηθικών δεσμεύσεων. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη δέσμευση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, απαιτώντας από τους εταίρους μεγαλύτερη συμμετοχή στις αμυντικές δαπάνες. Αυτή η «συναλλακτική» διπλωματία αναδεικνύει την άποψη ότι οι συμμαχίες οφείλουν να αποφέρουν απτά οφέλη και όχι να βασίζονται σε αφηρημένες αρχές.

Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οι Αθηναίοι μετέτρεψαν τη Δηλιακή Συμμαχία από ένωση ισότιμων πόλεων σε αυτοκρατορικό μηχανισμό, επιβάλλοντας φόρους στους συμμάχους τους. Αν και ο Τραμπ δεν κινείται σε τόσο ακραία κατεύθυνση, η επιμονή του στη «δίκαιη κατανομή του κόστους» εκφράζει παρόμοια λογική: οι συμμαχίες πρέπει να υπηρετούν απτά τα αμερικανικά συμφέροντα.

Ο φόβος, η τιμή και το συμφέρον
Ο Θουκυδίδης προσδιόρισε τρία βασικά κίνητρα της διεθνούς πολιτικής: τον φόβο, την τιμή και το συμφέρον. Η πολιτική του Τραμπ μοιάζει να κινείται και στα τρία επίπεδα. Ο φόβος απώλειας της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας, η επιδίωξη σεβασμού στη διεθνή σκηνή και η αδιάλλακτη υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων συνθέτουν ένα μοτίβο που ο αρχαίος ιστορικός θα αναγνώριζε άμεσα.

Η συχνή αναφορά του Τραμπ στην ανάγκη να γίνει η Αμερική «ξανά σεβαστή» παραπέμπει στην έννοια της τιμής, κεντρική στην αρχαιοελληνική σκέψη. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η έμφαση συνδυάζεται με την ωμή επιδίωξη υλικών συμφερόντων.

Τα όρια του ρεαλισμού
Ωστόσο, ο θουκυδίδειος ρεαλισμός δεν είναι πανάκεια. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης κατέδειξε πως η υπέρμετρη εμπιστοσύνη στη δύναμη και η παραμέληση ηθικών περιορισμών μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή. Η Αθήνα τελικά ηττήθηκε, εν μέρει λόγω αλαζονείας και υπερέκτασης που γεννήθηκαν από την αίσθηση ανωτερότητας.

Για τις ΗΠΑ επί Τραμπ, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο μια καθαρά ρεαλιστική στρατηγική μπορεί να διατηρήσει την ισχύ τους σε έναν πολυπολικό κόσμο. Οι διεθνείς θεσμοί, οι συμμαχίες αξιών και το soft power διαθέτουν σημασία ακόμη και από ρεαλιστική σκοπιά. Η πλήρης απαξίωσή τους ενδέχεται να αποδυναμώσει μακροπρόθεσμα την ίδια την ισχύ που επιδιώκεται να διαφυλαχθεί.

Η θουκυδίδεια ανάγνωση της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ προσφέρει μια ωμή αλλά ειλικρινή εικόνα της λειτουργίας της δύναμης στις διεθνείς σχέσεις. Ωστόσο, όπως διδάσκει η τραγική εμπειρία της Αθήνας, η ανεξέλεγκτη επιδίωξη ισχύος χωρίς μέτρο και αυτογνωσία μπορεί να οδηγήσει σε απρόβλεπτες συνέπειες. Ο Θουκυδίδης δεν υπήρξε μόνο ρεαλιστής, αλλά και στοχαστής που προειδοποιούσε για την ύβρη που συχνά συνοδεύει την εξουσία.

ΠΗΓΗ: MILITAIRE .gr

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-25 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia