ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Το προπαγανδιστικό βιβλίο της τουρκικής προεδρίας για το Κυπριακό έχει στόχο την δικαιολόγηση και προώθηση της «λύσης» δύο κρατών
Την 50η επέτειο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής επέλεξε η Άγκυρα για να παρουσιάσει ένα προπαγανδιστικό βιβλίο της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της Προεδρίας που επιχειρεί να παρουσιάσει το ιστορικό υπόβαθρο του Κυπριακού από την εθνικιστική οπτική γωνία της τουρκικής πλευράς.
Το βιβλίο «Ποιος φταίει; Το σήμερα δεν μπορεί να διαχωριστεί από το παρελθόν», που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Επικοινωνίας της Προεδρίας της Δημοκρατίας της Τουρκίας, επιχειρεί να παρουσιάσει μια άκρως αμφιλεγόμενη, μονόπλευρη ιστορική ανασκόπηση του Κυπριακού ζητήματος και αποτελεί μέρος της ευρύτερης προσπάθειας της Τουρκίας να προωθήσει τη λύση δύο κρατών στην Κύπρο.
Το βιβλίο παρουσιάζει αποκλειστικά την επίσημη τουρκική οπτική γωνία για το Κυπριακό, δίχως καμία αναφορά στις απόψεις και εμπειρίες της ελληνοκυπριακής κοινότητας. Η χρήση ορών και τίτλων όπως «η επιχείρηση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων δεν ήταν κατοχή, αλλά δράση κατά της κατοχής», υποδηλώνουν μια έντονα πολιτικοποιημένη προσέγγιση που δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας για τους λόγους τους οποίους η Άγκυρα παρουσιάζει το συγκεκριμένο δίγλωσσο βιβλίο κατά την παρούσα ιστορική συγκυρία.
Παράλληλα, απλουστεύσεις του τύπου «η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο ανεξάρτητο κράτος στον κόσμο που η πλειοψηφούσα κοινότητα έχει κάνει τα πάντα για να αυτοκαταστραφεί» και η εστίαση κυρίως στην περίοδο 1964-1974, παρουσιάζουν μια ιδεολογικά διαρθρωμένη οπτική γωνία για το ιστορικό υπόβαθρο του Κυπριακού.
Η παρουσίαση του Ερντογάν
Το νέο βιβλίο, το οποίο είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα της Διεύθυνσης Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, το παρουσιάζει ο Πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος Πρόεδρος χαρακτηρίζει το Κυπριακό ως «ένα σύνθετο φαινόμενο στον τομέα των διεθνών σχέσεων, (για την επίλυση του οποίου) πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς τελικά το πρόβλημα να έχει επιλυθεί».
Η εισαγωγή του κ. Ερντογάν, εστιάζει στις εθνοτικές και πολιτικές εντάσεις που έπληξαν την Κύπρο, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Ο Ερντογάν υποστηρίζει ότι «οι αδικίες και οι επιθέσεις που υπέστη η τουρκοκυπριακή κοινότητα, ιδιαίτερα μετά το 1963, αποτελούν κομβικό σημείο για την κατανόηση της τρέχουσας κατάστασης». Σύμφωνα με την οπτική γωνία που παρουσιάζεται, οι επιθέσεις αυτές εντάσσονταν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο προσπάθειας εξάλειψης της τουρκικής παρουσίας στο νησί και προώθησης της Ένωσης με την Ελλάδα.
Ο κ. Ερντογάν υποστηρίζει ότι η τουρκική εισβολή το 1974 «ήταν απαραίτητη για την προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας από την “εθνοκάθαρση” και την προσάρτηση στην Ελλάδα». Σύμφωνα με την τουρκική οπτική γωνία, «η εστίαση αποκλειστικά στα γεγονότα του 1974 αγνοεί τις προηγούμενες διώξεις των Τουρκοκυπρίων και δυσχεραίνει την εξεύρεση δίκαιης λύσης».
Ο Ερντογάν επαναλαμβάνει την πάγια θέση της Τουρκίας για λύση δύο κρατών στην Κύπρο, βασισμένη στην ισότητα και την κυριαρχία και των δύο κοινοτήτων.
Ο πρόλογος του Αλτούν
Το βιβλίο προλογίζει επίσης, ο Διευθυντής Επικοινωνίας της τουρκικής προεδρίας, Φαχρεττίν Αλτούν, με μια εκτενέστερη, μονόπλευρη ανάλυση του Κυπριακού, εστιάζοντας στην περίοδο μετά την ανεξαρτησία του 1960. Ο κ. Αλτούν υποστηρίζει ότι ο«ι Ελληνοκύπριοι, καθοδηγούμενοι από την ιδεολογία της Ένωσης, επιδίωξαν να μονοπωλήσουν την εξουσία στο νησί, αποκλείοντας τους Τουρκοκύπριους από την διακυβέρνηση».
Σύμφωνα με τον κ. Αλτούν, «η ελληνοκυπριακή πλευρά προέβη σε τρομοκρατικές ενέργειες και σφαγές εναντίον των Τουρκοκυπρίων, με αποκορύφωμα την “σφαγή των Ματωμένων Χριστουγέννων” το 1963». Ο Altun αναφέρει ακόμη ότι «το πραξικόπημα του 1974, με επικεφαλής τον Νίκο Σαμψών, αποσκοπούσε στην προσάρτηση της Κύπρου στην Ελλάδα».
Η τουρκική εισβολή, σύμφωνα με τον κ. Αλτούν, «ήταν απαραίτητη για την προστασία των Τουρκοκυπρίων, την αποτροπή της Ένωσης και την αποκατάσταση της δημοκρατίας». Ο κ. Αλτούν υποστηρίζει ακόμη ότι η ανακήρυξη του ψευδοκράτους το 1983, ήρθε ως αποτέλεσμα της αδυναμίας επίτευξης δίκαιης λύσης.
Ο κ. Αλτούν ισχυρίζεται ότι «η Τουρκία επιδιώκει διαρκώς την ειρηνική επίλυση του Κυπριακού μέσω του διαλόγου». Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η λύση πρέπει να βασίζεται στην αναγνώριση της ισότητας και της κυριαρχίας των δύο κοινοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία υποστηρίζει τη λύση δύο κρατών και την άρση των υποτιθέμενων περιορισμών (εμπάργκο) που επιβάλλονται στους Τουρκοκύπριους.
Σημείο έναρξης: «Για όλα, ακόμη και για την εισβολή, φταίνε οι Ελληνοκύπριοι»
Στο πρώτο μέρος του βιβλίου (κυρίως σελίδες 24-40), οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει να παρουσιάσει “την τουρκική επέμβαση του 1974 ως την απαρχή του Κυπριακού”, αγνοώντας τις προηγούμενες κακουχίες και διώξεις που υπέστησαν οι Τουρκοκύπριοι. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η προσπάθεια αυτή αποσκοπεί στην απόδοση ευθυνών στην Τουρκία και στην υπονόμευση των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων.
Το βιβλίο εστιάζει στην περίοδο 1963-1974, παρουσιάζοντας μαρτυρίες και ντοκουμέντα που, σύμφωνα πάντα με τους συγγραφείς, αποδεικνύουν τις διώξεις που υπέστη η τουρκοκυπριακή κοινότητα. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «η τουρκική εισβολή δεν ήταν “κατοχή”, αλλά “αντίδραση στην κατοχή” της ελληνοκυπριακής πλευράς».
Τουρκικοί ισχυρισμοί για αγνοούμενους
Στο βιβλίο αμφισβητείται προκλητικά και η εκδοχή των γεγονότων που παρουσιάζουν οι Ελληνοκύπριοι σχετικά με τους αγνοούμενους. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «μεγάλος αριθμός Ε/κ αγνοούμενων έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος, όχι κατά τη διάρκεια της τουρκικής επέμβασης (σσ Εισβολής)» (σελίδα 46).
Η προσέγγιση του βιβλίου στο θέμα των αγνοουμένων υποβαθμίζει τη σημασία του ζητήματος για τους Ελληνοκύπριους. Η αναφορά στην υποτιθέμενη «ελληνοκυπριακή αμνησία» και η σύνδεση των αγνοουμένων κυρίως με το πραξικόπημα όπως είναι αναμενόμενο παραβλέπει την πολυπλοκότητα του ζητήματος και κυρίως τον ανθρώπινο πόνο που συνεχίζει να προκαλείται στην κυπριακή κοινωνία.
Πηγή: Kathimerini
#exAformis
Όταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
του Χάρη Θεραπή
Η υπόθεση TAXAN δεν αφορά μόνο τον Μαρίνο Σιζόπουλο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που κατονομάζονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αφορά, πρωτίστως, τη θεσμική αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και την ικανότητα του κράτους να πείθει τους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με συνέπεια, ανεξαρτησία και ίσα μέτρα απέναντι σε όλους.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πόρισμα για το λεγόμενο «Κράτος Μαφία», με την ίδια την Κυβέρνηση να αναγκάζεται να αναζητήσει ανεξάρτητους ανακριτές λόγω της εξαίρεσης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα καταλήγει ξανά στο ίδιο γραφείο.
Το πόρισμα της Αστυνομίας για την υπόθεση TAXAN αναμένεται να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο.
Πώς μπορεί η ίδια ακριβώς ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που το 2022 είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη, να πείσει σήμερα ότι η νέα της απόφαση δεν θα σκιάζεται από τις επιλογές του παρελθόντος;
Η τότε θέση ήταν ξεκάθαρη: δεν υπήρχε επαρκής και ανεξάρτητη μαρτυρία.
Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας, εντόπισε στοιχεία και ενδείξεις που οδήγησαν σε διαπίστωση πιθανής διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα αστυνομική διερεύνηση.
Το εύλογο ερώτημα δεν αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης.
Αφορά το πώς είναι δυνατόν στοιχεία που κρίθηκαν ικανά να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση να μην είχαν εντοπιστεί ή αξιολογηθεί στην πρώτη έρευνα.
Και ακόμη περισσότερο, γιατί τότε δεν ζητήθηκαν συμπληρωματικές ανακρίσεις ή περαιτέρω διερεύνηση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή.
Η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές αποφάσεις της. Κρίνεται από την ποιότητα των ερευνών, από τη συνέπεια των χειρισμών και από την εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν οι ίδιες υποθέσεις επιστρέφουν μετά από λίγα χρόνια με διαφορετικά δεδομένα και διαφορετικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται.
Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η ίδια η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης εξαιτίας άλλων σοβαρών υποθέσεων, η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον φυσικά ασκηθούν διώξεις.
Όμως η δημόσια λογοδοσία των θεσμών είναι εξίσου απαραίτητη.
Εάν η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει αυτή τη φορά να προχωρήσει με ποινικές διώξεις, θα οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε σε σχέση με το 2022 και γιατί τότε δεν κρίθηκε αναγκαία μια πιο ουσιαστική διερεύνηση.
Εάν, από την άλλη, αποφασίσει εκ νέου να μην προχωρήσει, θα πρέπει να αιτιολογήσει με τρόπο που να μπορεί να πείσει μια κοινωνία η οποία παρακολουθεί πλέον με αυξανόμενη δυσπιστία τη λειτουργία των θεσμών.
Η ουσία δεν είναι αν η υπόθεση αφορά έναν πρώην αρχηγό κόμματος.
Ούτε αν οι καταγγελίες τελικά θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρρεύσουν στο δικαστήριο.
Η ουσία είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να διερευνούν σοβαρές υποθέσεις χωρίς σκιές, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ίδιοι θεσμοί καλούνται κάθε φορά να αξιολογήσουν τα δικά τους λάθη.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται.
Πρέπει και να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή η εμπιστοσύνη, δυστυχώς, δεν ανακτάται με ανακοινώσεις. Ανακτάται μόνο όταν οι θεσμοί αποδεικνύουν στην πράξη ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν και τη δύσκολη αυτοκριτική.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
Σε έντονο πολιτικό κλοιό πιέσεων βρίσκεται ο κατοχικός ηγέτης, Τουφάν Έρχιουρμαν. Από τη μία πλευρά δέχεται επικρίσεις από πρώην συνεργάτες του στο Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, αλλά και από ψηφοφόρους που τον είχαν στηρίξει για τις θέσεις του στο Κυπριακό και οι οποίοι πλέον διαπιστώνουν ότι ακολουθεί πολιτική που προσομοιάζει με εκείνη των πολιτικών του αντιπάλων.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία, παρότι δεν φαίνεται να έχει παράπονα από τη συνεργασία μαζί του, δεν δείχνει να του έχει πλήρη εμπιστοσύνη, κάτι που αποτυπώνεται σε διάφορες κινήσεις της. Στην πράξη, η Άγκυρα φαίνεται να τον παρακάμπτει, να μην τον ενημερώνει και να μην τον λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη στις συζητήσεις που αφορούν το Κυπριακό. Το γεγονός αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες, το αντιλαμβάνεται και ο ίδιος ο κ. Έρχιουρμαν, ο οποίος εκφράζει τη δυσαρέσκειά του.
Είναι ξεκάθαρο ότι οι εκάστοτε εγκάθετοι της Άγκυρας διαθέτουν περιορισμένα περιθώρια αυτόνομης δράσης. Στο παρελθόν, ο μόνος που επιχείρησε, έστω και σε μία περίπτωση, να διατυπώσει διαφορετικές θέσεις προκαλώντας την αντίδραση του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, ήταν ο Μουσταφά Ακιντζί. Στην ουσία, ο Τουφάν Έρχιουρμαν, τον οποίο ούτε οι ξένοι συνομιλητές του θεωρούν ότι μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο ή να ασκήσει επιρροή, δεν εκφράζει διαφορετικές απόψεις από εκείνες που προωθεί η Άγκυρα.
Ο Έρχιουρμαν επιλέγει να κινείται πίσω από γενικές και αόριστες διατυπώσεις. Αποφεύγει να τοποθετηθεί ξεκάθαρα για τη μορφή λύσης του Κυπριακού, επαναλαμβάνοντας ότι εκείνο που έχει σημασία είναι το περιεχόμενο της λύσης και όχι η ονομασία της. Η στάση αυτή θεωρείται συνειδητή επιλογή, καθώς επιδιώκει να αποφύγει τόσο τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής κοινότητας όσο και τις αντιδράσεις από την Τουρκία. Σε πρόσφατες τηλεοπτικές εμφανίσεις του, αναφέρθηκε στη θέση της Τουρκίας περί «κυριαρχικής ισότητας» και «ίσου διεθνούς καθεστώτος». Όπως δήλωσε, «πρόκειται για ένα εννοιολογικό πλαίσιο που τέθηκε μετά το Κραν Μοντανά, το περιεχόμενο του οποίου, ωστόσο, δεν έχει συζητηθεί ή συμπληρωθεί επαρκώς μέχρι σήμερα». Με αυτή τη διατύπωση, αποφεύγει να απορρίψει τους όρους που προωθεί η Άγκυρα, τους οποίους είχε υιοθετήσει με ιδιαίτερη ένταση και ο Ερσίν Τατάρ και οι οποίοι παραπέμπουν σε λύση δύο κρατών.
Τουρκία, Έρχιουρμαν και ψευδοκράτος
Η τουρκική πλευρά συνεχίζει να κινείται στη λογική μιας χωριστής αυτόνομης περιοχής στα κατεχόμενα και μιας μορφής συγκυριαρχίας σε διάφορες πτυχές της λειτουργίας του κράτους. Μέσα από συνομοσπονδιακές προσεγγίσεις, εγείρει ζητήματα συνδιαχείρισης, όπως αυτό του φυσικού αερίου, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι μια τέτοια συνεργασία μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και χωρίς συνολική λύση του Κυπριακού.
Είναι σαφές ότι η Άγκυρα διατηρεί στενότερα κανάλια επικοινωνίας με την ψευδοκυβέρνηση, την οποία και στηρίζει ενεργά. Σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να επιθυμεί η σημερινή «αντιπολίτευση», δηλαδή το Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, να αναλάβει την ηγεσία του κατοχικού καθεστώτος, προκρίνοντας αντ’ αυτού μια κατάσταση πολιτικής ισορροπίας. Παράλληλα, είναι εμφανές ότι η προώθηση μεγάλων έργων υποδομής από την Τουρκία στα κατεχόμενα συνδέεται και με την ενίσχυση της ψευδοκυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η «συμφωνία» που αναμένεται να υπογραφεί την 1η Ιουλίου για τη μεταφορά φυσικού αερίου από την Τουρκία προς τις κατεχόμενες περιοχές. Στο πλαίσιο αυτό, τα κατεχόμενα αναμένεται να επισκεφθεί ο Αντιπρόεδρος της Τουρκίας, Cevdet Yılmaz. Σύμφωνα με τον ψευδοπρωθυπουργό Ουνάλ Ουστέλ, κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 2026 θα αρχίσει η πόντιση των αγωγών και θα ξεκινήσει επίσημα η υλοποίηση του έργου, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί το αργότερο έως το 2029.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Νέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
Το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε τη Δευτέρα να εισηγηθεί την εκ νέου θέση σε διαθεσιμότητα της Άννας Αριστοτέλους, σύμφωνα με πληροφορίες του ΚΥΠΕ.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πληροφορίες, το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τη διάρκεια έκτακτης συνεδρίας που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Δευτέρας, αποφάσισε να υποβάλει εισήγηση προς την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ), προκειμένου η κ. Αριστοτέλους να τεθεί εκ νέου σε διαθεσιμότητα.
Υπενθυμίζεται ότι το Διοικητικό Δικαστήριο ακύρωσε την προηγούμενη εβδομάδα την απόφαση της ΕΔΥ, βάσει της οποίας η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα από τις 5 Δεκεμβρίου 2025 έως την ολοκλήρωση της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί εις βάρος της και σχετίζεται με έγγραφα των Κεντρικών Φυλακών.
Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η αρμόδια αρχή για να εισηγηθεί τη διαθεσιμότητα της αιτήτριας δεν ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο αλλά η Προεδρία της Δημοκρατίας, καθώς η κ. Αριστοτέλους εξακολουθούσε να υπηρετεί στην Προεδρία όταν κατατέθηκε η σχετική πρόταση προς την ΕΔΥ.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «στις 28.11.2025 που υπεβλήθη η πρόταση από το Υπουργικό Συμβούλιο, η αιτήτρια εξακολουθούσε να υπηρετεί στην Προεδρία και δεν είχε ακόμα αναλάβει καθήκοντα Γενικού Διευθυντή», ενώ προστίθεται ότι «αρμόδια αρχή, για να εισηγηθεί την διαθεσιμότητα της αιτήτριας, ήταν η Προεδρία της Δημοκρατίας και όχι το Υπουργικό Συμβούλιο».
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΒουλευτικές εκλογές 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα και κατανομή εδρών
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ2 weeks agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
Off the Record1 month agoΟ Φούλης εν όπως τον σκαλαπούνταρο… εδείχτηκεν τους ούλλους!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΌσα πρέπει να ξέρετε πριν ψηφίσετε!
-
EKLOGES20261 month agoΒουλευτικές Εκλογές 2026 – Ζωντανή Αναμετάδοση Αποτελεσμάτων από το ΡΙΚ
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΣάλος από πρόταση υποψήφιου του ΕΛΑΜ για παρακολούθηση κομμάτων
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΤι δεν επιτρέπεται από την Παρασκευή μέχρι την ημέρα των εκλογών
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ2 weeks agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ2 weeks agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 week agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο






