Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΥΠΕΞ: Επαναβεβαίωση στρατηγικής συνεργασίας Κύπρου-Αιγύπτου

Published

on

Επαναβεβαιώθηκε η στρατηγική συνεργασία Κύπρου-Αιγύπτου, που βασίζεται στην ειλικρίνεια, τα κοινά συμφέροντα και τη διαφάνεια, δήλωσε την Τρίτη ο Υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Κόμπος μετά τη συνάντηση με τον Αιγύπτιο ομόλογό του, Σαμέχ Σούκρι στο Κάιρο.

Από την πλευρά του, όπως μεταδίδει το πρακτορείο ειδήσεων ΜΕΝΑ, ο κ. Σούκρι ευχαρίστησε την Κύπρο για τις προσπάθειες της να εξασφαλίσει ανθρωπιστική βοήθεια για τους Παλαιστίνίους.

Ευχαρίστησε επίσης την Κύπρο για τις συνεχιζόμενη υποστήριξη προς την Αίγυπτο στο πλαίσιο της σχέσης της χώρας με την ΕΕ, υπογραμμίζοντας την προθυμία της Κύπρου να ενημερώνει την Κομισιόν και τα κράτη μέλη της ΕΕ για τις συνθήκες και τις προκλήσεις στη Μέση Ανατολή.

Ο Αιγύπτιος Υπουργός Εξωτερικών σημείωσε το βάθος της στρατηγικής σχέσης της χώρας με την Κύπρο σε διάφορους τομείς και την βούληση της για περαιτέρω προώθηση της διμερούς συνεργασίας, προσθέτοντας ότι οι συνομιλίες επικεντρώθηκαν στον καθορισμό ημερομηνίας για την σύγκληση μιας κοινής ανώτερης επιτροπής σε προεδρικό επίπεδο.

Ανέφερε ακόμη ότι καταβάλλονται προσπάθειες για τον καθορισμό μιας ημερομηνίας για μια Σύνοδο Κορυφής Αιγύπτου – Ελλάδας – Κύπρου.

Οι δύο Υπουργοί συζήτησαν Κυπριακό, διμερείς σχέσεις, συνεργασία στον τομέα της ενέργειας, αλλά και την κατάσταση στην περιοχή και τη σχέση ΕΕ-Αιγύπτου, μεταξύ άλλων.

Ο κ. Κόμπος, χαρακτήρισε ως «σημαντική εξέλιξη» την υπογραφή Μνημονίου Συναντίληψης για την εργοδότηση Αιγυπτίων εργαζομένων στην Κύπρο.

Στη δήλωσή του στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε της συνάντησής του με τον κ. Σούκρι, ο κ. Κόμπος είπε ότι η συνάντηση επιβεβαιώνει «τη δύναμη και την αλληλεγγύη που καθορίζουν τη σχέση μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου».

Μια σχέση, η οποία, όπως είπε, βασίζεται σε ιστορικούς δεσμούς, εμπιστοσύνη «και ένα κοινό όραμα για τα πολιτικά μας βήματα προς τα εμπρός και την αμοιβαία οικονομική μας ευημερία», προσθέτοντας ότι αυτή η κοινή κατανόηση και όραμα επεκτείνεται στην περιοχή, ειδικά σε αυτούς τους ταραχώδεις καιρούς.

Είπε ότι οι συζητήσεις τους επαναβεβαίωσαν τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών που βασίζεται στην ειλικρίνεια, τα κοινά συμφέροντα και τη διαφάνεια.

«Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης για την Κινητικότητα των Εργαζομένων από την Αίγυπτο, το οποίο αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό βήμα προόδου στη συνεργασία μας», είπε κ. Κόμπος.

Ο Υπουργός Εξωτερικών σημείωσε ότι αυτό ολοκληρώθηκε σε μόλις τέσσερις μήνες και αποτελεί σαφές παράδειγμα της πολιτικής βούλησης των δύο χωρών. «Είναι αμοιβαία επωφελές για τις οικονομίες μας και τους ανθρώπους μας, και το σχέδιο για την τομεακή οικονομική πρόοδο», πρόσθεσε.

Είπε ότι οι συζητήσεις τους επικεντρώθηκαν «σε πέντε βασικά θέματα» και ότι επιβεβαίωσαν την κοινή τους δέσμευση στις αρχές του διεθνούς δικαίου, στη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες «και στον καθοριστικό ρόλο της περιφερειακής συνεργασίας».

Ο κ. Κόμπος είπε ότι ενημέρωσε τον Αιγύπτιο ομόλογό του, για τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με το Κυπριακό, «τονίζοντας την ετοιμότητά μας να υποστηρίξουμε την προσωπική απεσταλμένη του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών».

Πρόσθεσε ότι «εκτιμάται βαθιά», η μακροχρόνια και βασισμένη σε αρχές στάση της Αιγύπτου σε όλα τα διεθνή φόρουμ, και ότι εξέφρασε την εκτίμησή του στον κ. Σούκρι «για την ανεκτίμητη υποστήριξη της Αιγύπτου».

Ανέφερε ακόμη ότι διερεύνησαν διάφορες πτυχές της διμερούς ατζέντας, με ιδιαίτερη έμφαση στην ενεργειακή συνεργασία. «Η μεταφορά φυσικού αερίου από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη της Κύπρου στην Αίγυπτο, για υγροποίηση, παραμένει η κύρια επιλογή ανάπτυξης για τις εμπλεκόμενες εταιρείες», είπε ο κ. Κόμπος.

«Πολιτικά, η συνεργασία μας με την Αίγυπτο στον ενεργειακό τομέα είναι η πυξίδα μας», ανέφερε, προσθέτοντας πως, η συνεχιζόμενη συνεργασία των δύο χωρών στο πλαίσιο του Φόρουμ Φυσικού Αερίου της ανατολικής Μεσογείου (EMGF), αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ενεργειακής τους σχέσης.

Όσον αφορά τις διμερείς σχέσεις, ο κ. Κόμπος εξέφρασε τον ενθουσιασμό της Κύπρου για τη διοργάνωση της επόμενης συνάντησης «κυβέρνησης με κυβέρνηση (G2G)» με την Αίγυπτο, σημειώνοντας πως. «θα ενισχύσει περαιτέρω τις συλλογικές μας προσπάθειες».

Επιπλέον, συνέχισε, «αναμένουμε με ανυπομονησία την επόμενη τριμερή σύνοδο κορυφής με την Ελλάδα, η οποία αναμφίβολα θα συμβάλει στην ενίσχυση των περιφερειακών μας εταιρικών σχέσεων και των συλλογικών στρατηγικών συμφερόντων μας».

Ο κ. Κόμπος είπε ακόμη ότι εξέφρασαν «την κοινή και βαθιά μας ανησυχία για τη συνεχιζόμενη επικίνδυνη κατάσταση στην περιοχή μας».

Ως προς αυτό, είπε, η θέση της Κύπρου είναι ότι η επέκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στη Ράφα, με δυνητικά μη αναστρέψιμες και καταστροφικές συνέπειες, «πρέπει να σταματήσει».

«Η Κύπρος λυπάται έντονα για τις πρόσφατες αεροπορικές επιδρομές που προκάλεσαν καταστροφές και το θάνατο τόσων πολλών αθώων πολιτών, συμπεριλαμβανομένων παιδιών», είπε ο Υπουργός.

Σημείωσε ότι είναι επιτακτική η ανάγκη για άμεση κατάπαυση του πυρός και απελευθέρωση ομήρων, και ότι η Αίγυπτος έπαιξε «καθοριστικό ρόλο» σε αυτό και ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να είναι ευγνώμων για την ηγεσία της Αιγύπτου.

Ανέφερε ότι εξέφρασε επίσης «σοβαρή ανησυχία για τη δεινή ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα», προσθέτοντας πως, η αύξηση και η διευκόλυνση της ροής ανθρωπιστικής βοήθειας είναι απαραίτητη.

Σημειώνοντας ότι το πέρασμα της Ράφα, από την Αίγυπτο, είναι η σανίδα σωτηρίας για τους κατοίκους της Γάζας και ότι «δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αντικατασταθεί», είπε ότι η Λευκωσία, πάντα τόνιζε ότι ο θαλάσσιος διάδρομος της Κύπρου είναι μια πρόσθετη, συμπληρωματική διαδρομή μέσω της θάλασσας.

Είπε ακόμη ότι, η καταστροφική ανθρωπιστική κατάσταση στη Γάζα είναι τέτοια που είναι απαραίτητη η αύξηση της ροής ανθρωπιστικής βοήθειας. «Κάθε συνεισφορά έχει σημασία και έχουμε χρέος να συνεχίσουμε τις προσπάθειες. Η Κύπρος συμβάλλει με τον τρόπο που μπορεί, αναδεικνύοντας πάντα την υπεροχή των χερσαίων διελεύσεων», είπε ο κ. Κόμπος.

Σύμφωνα με τον κ. Κόμπο, ο κίνδυνος διάχυσης της σύγκρουσης παραμένει, αναφέροντας ότι η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, με σοβαρές οικονομικές και εμπορικές επιπτώσεις, είναι ένα άλλο παράδειγμα όπως και η κατάσταση στη Δυτική Όχθη, τον Λίβανο και αλλού.

«Χαιρετίζουμε το Σχέδιο των ΗΠΑ και εκφράζουμε ευγνωμοσύνη για τις ακούραστες προσπάθειες της Αιγύπτου σε όλα τα μέτωπα», είπε ο Υπουργός.

Δήλωσε ότι ο πολιτικός ορίζοντας είναι η μόνη διασφάλιση για το μέλλον και για τη σταθερότητα της περιοχής και ότι μια λύση δύο κρατών, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, «είναι η μόνη βιώσιμη πολιτική επιλογή».

Υπενθύμισε ότι η Κύπρος έχει εδώ και καιρό αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του παλαιστινιακού λαού και ότι αναγνώρισε το κράτος της Παλαιστίνης το 1988.

Τέλος, ο κ. Κόμπος είπε ότι εξέτασαν πώς προβάλλεται και υλοποιείται η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών στη διεθνή σκηνή, προσθέτοντας πως η Κύπρος έχει προωθήσει ενεργά τη Συνολική και Στρατηγική εταιρική σχέση ΕΕ-Αιγύπτου. Σημείωσε ότι η ΕΕ πρέπει να σταθεί στο πλευρό της Αιγύπτου και πρέπει να υποστηρίξει, με κάθε τρόπο, αυτό που έχει κάνει η Αίγυπτος για την ασφάλεια και τη σταθερότητα της Ευρώπης.

Εξάλλου, σε δηλώσεις του για την επίσκεψή του στην Αίγυπτο ο κ. Κόμπος είπε ότι είχαν «τη σημαντική ευκαιρία» να υπογράψουν με τον κ. Σούκρι ένα Μνημόνιο Συναντίληψης για την εργοδότηση Αιγυπτίων εργαζομένων στην Κύπρο σε τομείς της οικονομίας τους οποίους θα καθορίσει η Κυπριακή πλευρά «πάντα σύμφωνα με τις ανάγκες της δικής μας αγοράς εργασίας και σε αριθμούς στους οποίους θα αποφασιστούν σε συνεννόηση πάντοτε μεταξύ των αρμοδίων Υπουργείων, Εργασίας των δύο χωρών».

«Αυτό αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη», είπε ο κ. Κομπος, «διότι δίνεται η ευκαιρία να έχουμε πλέον ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί θεσμοθετημένα, δομημένα να υπάρχει εργοδότηση Αιγυπτίων στην Κύπρο, στους τομείς τους οποίους η Κυπριακή οικονομία έχει ανάγκη, και αυτό είναι αμοιβαία επωφελές και για τις δύο χώρες, ενώ μπορεί να λειτουργήσει ως πρότυπο για τομεακή ανάπτυξη οικονομικών σχέσεων από τούδε και στο εξής».

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia