ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Ρήγμα στον άξονα Αθήνα-Λευκωσία για το ζήτημα των εγγυήσεων-ασφάλειας
NOVEMBER 30, 2016
Του Σταύρου Λυγερού
Εκτός από την εμπλοκή που έχει προκύψει στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, λόγω της διαφωνίας για το εδαφικό, τις τελευταίες ημέρες έχει προκληθεί και ένα ρήγμα στον άξονα Αθήνα-Λευκωσία. Αιτία είναι το ζήτημα των εγγυήσεων-ασφάλειας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Οι διαπραγματεύσεις για τα τέσσερα κεφάλαια της εσωτερικής πτυχής το προηγούμενο 18μηνο έχουν οδηγήσει σε συγκλίσεις, γεγονός που τροφοδότησε την ελπίδα για λύσει και εντός του 2016. Το Κυπριακό, όμως, δεν είναι μόνο οι συζητούμενες διευθετήσεις για το συνταγματικό, το εδαφικό, τις περιουσίες, τους εποίκους κλπ. Είναι και η εξωτερική πτυχή, το ζήτημα των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Υπενθυμίζουμε ότι η συμφωνία της Ζυρίχης (1960), πρόβλεπε ότι η νεόδμητη Κυπριακή Δημοκρατία θα είχε τρεις εγγυήτριες δυνάμεις (Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία). Από την αρχή, η κυβέρνηση Τσίπρα απέφυγε επιμελώς να εμπλακεί στις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Θέση της είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, ως μέλος της ΕΕ-Ευρωζώνης, μπορεί να διαχειρισθεί τα προβλήματά της και δεν έχει ανάγκη από μητέρες-πατρίδες και εγγυήτριες δυνάμεις. Η θέση αυτή δεν είναι αποστασιοποίηση από το Κυπριακό. Είναι θέση που στριμώχνει διπλωματικά την Άγκυρα. Χωρίς μία νέα συνθήκη εγγυήσεων δεν θα μπορούν να μείνουν στη Μεγαλόνησο τουρκικά στρατεύματα. Ούτε, βεβαίως, η Άγκυρα θα μπορεί να επικαλεσθεί επεμβατικά δικαιώματα, όπως είχε ισχυρισθεί 1974 για να εισβάλλει. Η Αθήνα έχει εξαρχής και με κατηγορηματικό τρόπο καταστήσει σαφή τη θέση της. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα δείχνει απρόθυμη να συναινέσει σε λύση του Κυπριακού, εάν δεν εξασφαλίσει την παραμονή ικανού αριθμού στρατιωτών της στη Μεγαλόνησο. Αυτός είναι ο λόγος που η εξωτερική πτυχή του Κυπριακού αφέθηκε για το τέλος. Η υφιστάμενη διαφορά ήταν και παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο. Τόσο ο διεθνής παράγοντας, όσο και η Άγκυρα πίστευαν ότι εάν ο Αναστασιάδης θα είχε συμφωνήσει για όλα τα άλλα ζητήματα, η Αθήνα τελικώς θα υποχρεωνόταν να αποδεχθεί μία διπλωματική φόρμουλα που ουσιαστικά θα ακύρωνε την αρχική θέση της. Κάπως έτσι σκεπτόταν και ο Κύπριος πρόεδρος. Εάν, μάλιστα, πιστέψουμε έγκυρη κυπριακή πηγή, είχε συμφωνήσει με τον διεθνή παράγοντα να αποδεχθεί μία τέτοια φόρμουλα. Οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων συναντήθηκαν στο Μοντ Πελεράν της Ελβετίας με σκοπό να ολοκληρώσουν τις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Με βάση τα όσα είπε ο Αναστασιάδης στους πολιτικούς αρχηγούς στο Εθνικό Συμβούλιο της περασμένης Πέμπτης, ο Ακιντζί αποδέχθηκε το τουρκοκυπριακό κρατίδιο να κατέχει το 29,2% του εδάφους, ενώ η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχόταν το 28,2%. Ο πρόεδρος είπε ότι ακόμα και εάν δεχόταν το 29,2% θα επέστρεφαν πάνω από 78.000 Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες και ότι στα εδάφη που θα επιστρέφονταν θα περιλαμβανόταν και η πόλη Μόρφου (προβλεπόταν και στο σχέδιο Ανάν). Κι αυτό, παρότι ο Ερντογάν έχει εδώ και εβδομάδες πει ότι η Μόρφου δεν θα επιστραφεί. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Τουρκοκύπριοι απέφυγαν επιμελώς να καταθέσουν χάρτη. Στη σχετική συζήτηση στο Εθνικό Συμβούλιο παρενέβη ο διαπραγματευτής πρέσβης Μαυρογιάννης, διαψεύδοντας ουσιαστικά τον πρόεδρο. Κατέθεσε πως στις συνομιλίες οι Τουρκοκύπριοι είπαν πως έχουν χάρτη που τους δίνει 29,2% του εδάφους, αλλά επιτρέπει την επιστροφή στις εστίες μόνο 55.000 Ελληνοκυπρίων. Κατόπιν αυτού, ο Αναστασιάδης έκανε πίσω. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ο ειδικός αντιπρόσωπος της Γραμματείας του ΟΗΕ για το Κυπριακό είπε στον Αναστασιάδη πως για να πάρει τη Μόρφου πρέπει να παραχωρήσει στους Τουρκοκύπριους την εκ περιτροπής προεδρία. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαίο να υπογραμμισθούν δύο στοιχεία: Πρώτον, πως το 29,2% είναι πλασματικό. Στην εδαφική διευθέτηση προβλέπονται και δύο μεγάλα πάρκα στην Καρπασία και στον Κορμακίτη (3-4% του εδάφους της Κύπρου), τα οποία θα είναι υπό τουρκοκυπριακή διαχείριση. Δεύτερον, πως δεν έχει γίνει διαπραγμάτευση για την ΑΟΖ των δύο κρατιδίων. Στο Εθνικό Συμβούλιο ο πρόεδρος ρωτήθηκε σχετικά, δεδομένου ότι οι Τουρκοκύπριοι διεκδικούν το 45% της κυπριακής ΑΟΖ. Μετά από πολλές πιέσεις, ομολόγησε ότι αυτό το ζήτημα όχι μόνο δεν έχει συζητηθεί, αλλά και πως ο ίδιος θεωρεί πως δεν μπορεί να συζητηθεί πριν από τη λύση! Πάντα σύμφωνα με την ενημέρωση του προέδρου στο Εθνικό Συμβούλιο, στη δεύτερη συνάντηση στο Μοντ Πελεράν, ο Ακιντζί υπαναχώρησε, αποδεχόμενος την επιστροφή το ανώτερο 65.000 Ελληνοκυπρίων. Ξεκαθάρισε, μάλιστα, ότι περαιτέρω διαπραγμάτευση δέχεται να γίνει σε πολυμερή διάσκεψη. Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η Αθήνα, έχοντας συνείδηση ότι η Άγκυρα έχει αντιδιαμετρικές θέσεις, είχε θέσει ως όρο για τη σύγκληση της πολυμερούς να προηγηθεί μία συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Σκοπός της θα ήταν να ξεκαθαρισθεί εάν οι διαφορές μπορούν να γεφυρωθούν. Γιατί εάν αποδεικνυόταν ότι το χάσμα είναι αγεφύρωτο, η πολυμερής θα κατέληγε σε ναυάγιο. Με αυτό το πνεύμα μίλησε ο Τσίπρας στην τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Ερντογάν. Στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχαν συνείδηση ότι εάν η Ελλάδα πήγαινε απευθείας στην πολυμερή για να διαπραγματευθεί εκεί, θα βρισκόταν στο εξής δίλημμα: ή να υποχωρήσει και να δεχθεί παραμονή των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής, ή να αποχωρήσει από τη διάσκεψη και να χρεωθεί το διπλωματικό κόστος του ναυαγίου. Επειδή, όμως, ο Αναστασιάδης πίεζε τον Τσίπρα να ορισθεί ημερομηνία σύγκλησης της διάσκεψης, συμφωνήθηκε η εξής συμβιβαστική φόρμουλα: να ορισθεί ημερομηνία, αλλά υπό αίρεση. Με άλλα λόγια, η διάσκεψη θα γινόταν μόνο εάν προέκυπτε γεφύρωση του χάσματος στη συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν. Η Αθήνα συμφώνησε να δώσει ημερομηνία και η Άγκυρα συμφώνησε οι δύο ηγέτες να συναντηθούν (στο Άμπου Ντάμπι). Η υπαναχώρηση του Ακιντζί στο εδαφικό προκάλεσε συνολική εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις. Αυτή με τη σειρά της προκάλεσε όχι μόνο το γνωστό παιχνίδι επίρριψης ευθυνών ανάμεσα στις δύο πλευρές, αλλά και μία έμμεση πλην σαφή διαμάχη μεταξύ Λευκωσίας και Αθήνας. Ένα μπλοκ πολιτικών και μιντιακών δυνάμεων στην Κύπρο και στην Ελλάδα ενορχήστρωσε μία επίθεση εναντίον του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, κατηγορώντας τον ότι προσπαθεί να τορπιλίσει τη λύση. Είναι οι ίδιοι κύκλοι που το 2004 είχαν υποστηρίξει φανατικά το σχέδιο Ανάν και μάλιστα έναντι πλουσιοπάροχης χρηματοδότησης, όπως αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων από αμερικανικά έγγραφα. Τον ισχυρισμό τους συνόψισε ο άλλοτε ευρωβουλευτής Τάκης Χατζηδημητρίου, ο οποίος σήμερα, μάλιστα, είναι και μέλος μίας τεχνικής επιτροπής στις διαπραγματεύσεις: «Περιεπλάκη το εδαφικό, κατά τρόπο αχρείαστο, με την υποστήριξη από μέρους της ελληνικής κυβέρνησης της εκ των προτέρων συμφωνίας για τις εγγυήσεις… Η ακραία θέση για τις εγγυήσεις έφερε σκλήρυνση της τούρκικης θέσης για το εδαφικό, που είναι η σοβαρότερη πλευρά για την επίλυση του προβλήματος». Παραθέσαμε τη θέση του, επειδή ουσιαστικά λέει φωναχτά αυτό που αφήνει να εννοηθεί ο πρόεδρος Αναστασιάδης. Είναι ενδεικτικό ότι προσπαθεί να καλλιεργήσει την εικόνα του “εποικοδομητικού Τσίπρα” έναντι του “ακραίου εθνικιστή Κοτζιά”. Με αυτό το πνεύμα μίλησε στο Εθνικό Συμβούλιο και ο εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ Νεοφύτου. Στο ίδιο μήκος κύματος και η εφημερίδα Πολίτης, που είναι η ναυαρχίδα των προαναφερθέντων κύκλων στην Κύπρο: «Ο πρόεδρος Αναστασιάδης είχε αρκετές τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος όμως πελαγοδρομούσε μεταξύ των όσων προωθούσε ο Κύπριος Πρόεδρος και των όσων ανέτρεπε ο δικός του υπουργός των Εξωτερικών. Έτσι, αν και ο Τσίπρας συμφώνησε με τον Αναστασιάδη, δεν έδειξε διατεθειμένος να τιθασεύσει τον υπουργό του. Γι’ αυτό και όταν πλέον αποφασίστηκαν οι ημερομηνίες της πολυμερούς διάσκεψης (21-22 Δεκεμβρίου), το σκηνικό είχε ανατραπεί». Τη σκυτάλη από τον “Πολίτη” πήρε στην Ελλάδα η ιστοσελίδα TVXS: «με βάση τα όσα είχαν μέχρι στιγμής συμφωνηθεί, σε πολύ γενικές γραμμές, η αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής θα γινόταν σταδιακά και μετά την επικύρωση της συμφωνίας. Στην προαναφερθείσα φόρμουλα παρουσιάζεται να είχε συμφωνήσει αρχικά και ο Έλληνας πρωθυπουργός που στη συνέχεια άρχισε να επηρεάζεται από τις θέσεις του κ. Κοτζιά». Από την πλευρά του, ο Κοτζιάς απάντησε ως εξής: «Μου λένε, όμως, ότι το να παλεύεις για την κατάργηση των εγγυήσεων, για να φύγουν τα κατοχικά στρατεύματα της Τουρκίας από την Κύπρο είναι εθνικισμός, ενώ είναι σύγχρονος ευρωπαϊσμός να κατέχει η Τουρκία ευρωπαϊκά εδάφη! Συχνά αυτοί που κατηγορούν για εθνικισμό την πατριωτική Αριστερά είναι φορείς του εθνικισμού της άλλης πλευράς». Σε non paper που έστειλε την περασμένη Δευτέρα το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται: «Η ελληνική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια επανειλημμένων συνομιλιών με όλους τους παράγοντες που εμπλέκονται στο Κυπριακό πρόβλημα, κατέστησε σαφές ότι συμφωνεί να συμμετάσχει σε πολυμερή συνάντηση, υπό την αίρεση της προηγούμενης συζήτησης και συμφωνίας με την Τουρκία, επί του θέματος των εγγυήσεων και της ασφάλειας. Άνευ διεξαγωγής της συγκεκριμένης συζήτησης, η Ελλάδα δεν πρόκειται να προσέλθει σε πολυμερείς συνομιλίες και αυτό οφείλει να γίνει κατανοητό από όλους, του κ. Έιντε (ο αμερικανοκινούμενος ειδικός απεσταλμένος του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ) συμπεριλαμβανομένου». Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που ο Κοτζιάς δέχεται αλλεπάλληλα “μαχαιρώματα”. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, ο απερχόμενος Αμερικανός αντιπρόεδρος Μπάιντεν είχε προ καιρού συστήσει στον Τσίπρα να βάλει νερό στο κρασί του όσον αφορά τις εγγυήσεις και να κάνει στην άκρη τον υπουργό Εξωτερικών για να διευκολυνθεί η λύση του Κυπριακού. Η Αμερικανίδα υφυπουργός Εξωτερικών Νούλαντ υποστηρίζει την παραμονή τουρκικών στρατευμάτων μετά τη λύση του Κυπριακού. Συζητάει την πρόταση των Τούρκων το πρόβλημα να λυθεί με την παραχώρηση σ’ αυτούς μίας (κυρίαρχης) βάσης στη βόρειο Κύπρο. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, εκτός από τον Αναστασιάδη και κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησαν να προκαλέσουν ρήγμα στις σχέσεις Τσίπρα-Κοτζιά. Λένε στον πρωθυπουργό ότι πρέπει αυτός να χαράζει την εξωτερική πολιτική και να μην αφήνει ελεύθερο πεδίο στον υπουργό Εξωτερικών, επειδή θα τορπιλίσει τη λύση του Κυπριακού! Όπως έχουμε προαναφέρει, ο διεθνής παράγοντας και η Άγκυρα πίστευαν ότι ρυμουλκώντας την Ελλάδα σε μία πολυμερή διάσκεψη θα την υποχρέωναν, υπό το κράτος των συντονισμένων πιέσεων, να υπαναχωρήσει από τη θέση της ότι απορρίπτει τις εγγυήσεις. Θεωρώντας τον Κοτζιά εμπόδιο, προσπαθούν να τον παρακάμψουν, προτείνοντας η διαπραγμάτευση για τις εγγυήσεις να γίνει μεταξύ εμπειρογνωμόνων και παραλλήλως με τις διαπραγματεύσεις για την εσωτερική πτυχή. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Αναστασιάδης. Σύμφωνα με πολιτικό παράγοντα της Κύπρου, ο Αναστασιάδης, αναφερόμενος στον Κοτζιά, του είπε: «αυτός ο βλάκας τόλμησε να με πάρει τηλέφωνο να μου πει πως ξέφυγα από τα συμφωνηθέντα». Αξιόπιστες πηγές στη Λευκωσία υποστηρίζουν ότι οι κύκλοι στην Κύπρο που έχουν στοχοποιήσει τον Κοτζιά έχουν πάρει το πράσινο φως από το προεδρικό μέγαρο. Οι ίδιοι κύκλοι προσπαθούν να αποδώσουν την υπαναχώρηση του Ακιντζί στο εδαφικό στο γεγονός ότι η Αθήνα επιμένει να ζητάει την κατάργηση των εγγυήσεων. Σ’ αυτό το πνεύμα ήταν και η παρέμβαση του εκπροσώπου του ΔΗΣΥ Νεοφύτου στο Εθνικό Συμβούλιο. Εξέφρασε τη θέση του με μορφή ερωτήματος: «Αποκλείετε να έγιναν δεύτερες σκέψεις από την τουρκική πλευρά επειδή δεν αποδέχονται την εκ των προτέρων κατάργηση των εγγυήσεων;» Για να μην αφήσει καμία αμφιβολία, μάλιστα, δήλωσε καθαρά πως εάν οι Τουρκοκύπριοι συμφωνήσουν για το εδαφικό επί χάρτου, τότε πρέπει να συγκληθεί σε διάσκεψη. Παρεμφερή θέση εξέφρασε και ο επικεφαλής του ΑΚΕΛ. Η πείρα του Κυπριακού αποδεικνύει πως είναι πάγια τακτική της τουρκικής πλευράς να καλλιεργεί προσδοκίες για να αποσπάσει ανταλλάγματα στις διαπραγματεύσεις και όταν έρχεται η ώρα να υπαναχωρεί. Είναι χρήσιμο, ωστόσο, να αναφέρουμε την έγκυρη πληροφορία πως όταν προέκυψε η εμπλοκή στην Ελβετία, έλαβε χώρα ένα έντονο επεισόδιο. Ο Ακιντζί αποκάλεσε τον Αναστασιάδη μεγάλο ψεύτη, ο οποίος άλλα λέει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά στη Λευκωσία και άλλα στην Αθήνα. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι κύκλοι που έχουν στοχοποιήσει τον Κοτζιά κατηγορούν την Αθήνα και για παρέμβαση στο Κυπριακό! Το ζήτημα των εγγυήσεων, όμως, δεν είναι αρμοδιότητα της Λευκωσίας. Είναι αποκλειστική αρμοδιότητα των τριών εγγυητριών δυνάμεων. Και είναι αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να μη θέλει να συμπράξει στην ανανέωση ενός καθεστώτος που αφενός έχει προκαλέσει πληγές στον κυπριακό Ελληνισμό. Οι εγγυήσεις είναι συνδεδεμένες με την αποικιοκρατία και ως πρακτική έχει καταργηθεί διεθνώς μεταπολεμικά. Μόνη εξαίρεση ήταν η Κύπρος το 1960. Στο σημείο αυτό παραθέτω απόσπασμα από άρθρο μου στο “Θέμα” πριν ένα χρόνο (20-12-2015) που αποδεικνύει πως το πρόβλημα με τις εγγυήσεις υπάρχει εξαρχής και δεν προέκυψε τώρα: «Είναι προφανές πως χωρίς τη συμμετοχή της Ελλάδας δεν μπορεί να υπάρξει κανενός είδους καθεστώς εγγυήσεων… Ο Κοτζιάς έχει ξεκαθαρίσει στον πρόεδρο Αναστασιάδη ότι η διαπραγμάτευση της λύσης του Κυπριακού είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Λευκωσίας και η Αθήνα δεν θα εμπλακεί καθοριστικά. Στο ζήτημα, όμως, των εγγυήσεων έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα και δεν πρόκειται να συμμετάσχει… Όσοι κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα επιδιώκουν να στήσουν μία πενταμερή διάσκεψη με σκοπό η Αθήνα να βρεθεί υπό πίεση… Διπλωματικές πηγές εκτιμούν πως όταν θα έχει κλείσει επιτυχώς ο κύκλος των διαπραγματεύσεων για τις εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού, το ζήτημα των εγγυήσεων και της στρατιωτικής παρουσίας θα έρθει στο τραπέζι ως η μόνη εκκρεμότητα. Θα απειλήσουν την κυβέρνηση Τσίπρα πως εάν δεν υποχωρήσει θα έχει την ευθύνη για τον τορπιλισμό της λύσης. Δεν αποκλείουν, μάλιστα, να της ασκηθούν πιέσεις και μέσω του Αναστασιάδη». Στο Εθνικό Συμβούλιο, ο Αναστασιάδης επανέλαβε το επιχείρημα πως εάν δεν βρεθεί ένας συμβιβασμός η Τουρκία θα κάνει πράξη την απειλή της να προσαρτήσει την κατεχόμενη Κύπρο. Μετά την εμπλοκή, ο Τούρκος υπουργός Τσαβούσογλου έσπευσε να μεταβεί εκεί για να δηλώσει ότι πρέπει άμεσα να συμφωνηθεί οδικός χάρτης για να λυθεί το Κυπριακό μέχρι το τέλος του 2016. Μπορεί η απειλή της προσάρτησης να χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης από τον Αναστασιάδη, αλλά ούτε και αυτός την πολυπιστεύει, επειδή η Άγκυρα τα έχει ξαναπεί στο παρελθόν. Η δική μας άποψη είναι πως αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μπλόφα. Εάν ο Ερντογάν δεν πάρει αυτό που θέλει θα έχει μεγάλο πολιτικό πειρασμό να μεγαλώσει την εδαφική επικράτεια της Τουρκίας. Μία τέτοια κίνηση ταιριάζει απολύτως στο νεοοθωμανικό όραμά του και αναμφισβήτητα θα έχει υψηλό πολιτικό συμβολισμό. Η όλη ρητορική του, άλλωστε, για τη συνθήκη της Λωζάννης και τα χαμένα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των πραγμάτων προετοιμάζει το έδαφος. Το γεγονός, μάλιστα, ότι διανύουμε περίοδο μετάβασης στην Ουάσιγκτον μπορεί να εκληφθεί από αυτόν ως ευκαιρία. Ο Σταύρος Λυγερός είναι αρθρογράφος της εφημερίδας ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ
Πηγή: Ιδού ποιοι τορπιλίζουν την ενότητα Αθήνας και Λευκωσία: Στοχεύουν Κοτζιά, καλύπτουν Ερντογάν https://mignatiou.com/2016/11/idou-pii-torpilizoun-tin-enotita-athinas-ke-lefkosia-stochevoun-kotzia-kaliptoun-erntogan/
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η Ευρώπη χάνει τον βηματισμό της: Τραμπ, πόλεμοι και εσωτερικές ρωγμές
του Χάρη Θεραπή
Από την ενεργειακή ανασφάλεια και τις κοινωνικές πιέσεις μέχρι τη γεωπολιτική αβεβαιότητα – Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε αποφάσεις που ίσως καθορίσουν όχι απλώς την οικονομία της, αλλά την ίδια τη θέση της στον νέο κόσμο
Η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι ενώπιον ενός δύσκολου ερωτήματος: μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική γεωπολιτική δύναμη ή θα συνεχίσει να αντιδρά στις αποφάσεις και στις κρίσεις που δημιουργούν άλλοι;
Η συζήτηση δεν είναι πλέον θεωρητική.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό μείγμα οικονομικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών πιέσεων. Η ενεργειακή αβεβαιότητα επιστρέφει, οι διαφωνίες μεταξύ των «27» γίνονται εντονότερες, οι εθνικοί προϋπολογισμοί πιέζονται και οι κοινωνίες εμφανίζονται ολοένα λιγότερο πρόθυμες να αποδεχθούν νέες θυσίες.
Την ίδια ώρα, το διεθνές περιβάλλον αλλάζει με ταχύτητα που οι Βρυξέλλες δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.
Από τη μία κρίση στην άλλη
Η Ευρώπη πέρασε τα τελευταία χρόνια από διαδοχικά σοκ: πανδημία, ενεργειακή κρίση, πόλεμος στην Ουκρανία, πληθωρισμός, μεταναστευτικές πιέσεις και ανατροπές στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις.
Τώρα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα περίοδο αβεβαιότητας.
Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα την ενεργειακή ασφάλεια, ενώ οι εξελίξεις στην Ουκρανία εξακολουθούν να απαιτούν σημαντικούς οικονομικούς και αμυντικούς πόρους.
Παράλληλα, οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες με τους όρους προηγούμενων δεκαετιών.
Και απέναντι στην Κίνα, η Ευρώπη εξακολουθεί να προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ οικονομικής συνεργασίας, εμπορικού ανταγωνισμού και στρατηγικής αυτονομίας.
Η ΕΕ καλείται, δηλαδή, να πληρώσει περισσότερο για την άμυνά της, περισσότερο για την ενέργειά της και περισσότερο για τη διατήρηση της οικονομικής της ανταγωνιστικότητας.
Το ερώτημα είναι ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό.
Οι κοινωνίες αρχίζουν να αντιδρούν
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη πολιτική απειλή.
Οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν ήδη βιώσει χρόνια αυξημένου κόστους ζωής, υψηλών τιμών ενέργειας, στεγαστικής πίεσης και συρρίκνωσης της πραγματικής αγοραστικής τους δύναμης.
Στη Γαλλία, οι δημοσιονομικές πιέσεις συνοδεύονται από κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις. Στην Ισπανία, το στεγαστικό εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, κυβερνήσεις καλούνται να βρουν χρήματα για άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια, κοινωνική πολιτική και ανάπτυξη – όλα ταυτόχρονα.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αντίφαση:
Οι Βρυξέλλες ζητούν περισσότερη Ευρώπη την ώρα που σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών ζητά περισσότερες απαντήσεις για την καθημερινότητά του.
Βορράς και Νότος ξανά απέναντι;
Οι διαπραγματεύσεις για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό και την ενέργεια επαναφέρουν γνώριμες αντιπαραθέσεις.
Οι χώρες που ζητούν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή χρηματοδότηση βρίσκονται απέναντι σε εκείνες που επιμένουν σε αυστηρότερη δημοσιονομική πειθαρχία.
Πίσω όμως από τους αριθμούς κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ζήτημα:
Τι Ευρώπη θέλουν τελικά τα κράτη-μέλη;
Μια Ένωση που θα διαθέτει κοινή αμυντική πολιτική, ισχυρότερο προϋπολογισμό και μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης;
Ή μια Ευρώπη στην οποία τα κράτη θα εξακολουθούν να διατηρούν τον πρώτο και τελευταίο λόγο όταν φτάνει η στιγμή των δύσκολων αποφάσεων;
Η απάντηση παραμένει θολή.
Το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ηγεσίας
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η σημερινή κρίση δεν είναι μόνο οικονομική ή γεωπολιτική. Είναι και κρίση πολιτικής ηγεσίας.
Η Ευρώπη έχει θεσμούς, οικονομική ισχύ και μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών. Εκείνο που συχνά δυσκολεύεται να αποκτήσει είναι μία ενιαία στρατηγική φωνή.
Οι μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές ιστορικές σχέσεις και διαφορετικές αντιλήψεις για την ασφάλεια.
Και όσο αυτές οι διαφορές παραμένουν, η περίφημη «στρατηγική αυτονομία» κινδυνεύει να παραμένει περισσότερο πολιτικό σύνθημα παρά πραγματικότητα.
Και η Κύπρος;
Για την Κύπρο αυτή η συζήτηση κάθε άλλο παρά μακρινή είναι.
Ως μικρό κράτος-μέλος στην ανατολικότερη πτέρυγα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε μια περιοχή με αυξημένη γεωπολιτική αστάθεια, η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να επιθυμεί μια Ευρώπη με ισχυρότερη κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.
Ταυτόχρονα, όμως, η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι διεθνείς αναταράξεις και οι ευρωπαϊκές δημοσιονομικές αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή.
Το πραγματικό ερώτημα επομένως δεν είναι εάν οι εξελίξεις στις Βρυξέλλες αφορούν την Κύπρο.
Είναι πόσο έτοιμη είναι η Κύπρος να διεκδικήσει ρόλο μέσα στην Ευρώπη που διαμορφώνεται.
Η ώρα των αποφάσεων
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι μεγάλες κρίσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως επιταχυντές της ενοποίησης.
Αυτή τη φορά, όμως, οι προκλήσεις έρχονται όλες μαζί.
Οικονομία. Ενέργεια. Άμυνα. Ουκρανία. Μέση Ανατολή. ΗΠΑ. Κίνα. Μετανάστευση. Κοινωνική συνοχή.
Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται ένα ερώτημα που γίνεται ολοένα πιο δύσκολο να αποφευχθεί:
Θέλει η Ευρώπη να γίνει πραγματική δύναμη ή αρκείται να παραμείνει μια μεγάλη οικονομική αγορά σε έναν κόσμο όπου επιστρέφει η σκληρή πολιτική ισχύος;
Οι επόμενες αποφάσεις των «27» ίσως δώσουν την απάντηση.
Γιατί η Ευρώπη δεν βρίσκεται απλώς σε ακόμη μία κρίση.
Βρίσκεται μπροστά σε μια νέα δοκιμασία για το τι ακριβώς θέλει να είναι.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΥ: Αβέρωφ ή Παμπορίδης; Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας για το 2028
Δεν είναι απλώς μια εσωκομματική εκλογή. Είναι μια αναμέτρηση για το ποιος ΔΗΣΥ θα πάει στις Προεδρικές του 2028. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου ζητά την πολιτική του επιστροφή. Ο Γιώργος Παμπορίδης επιχειρεί να εκφράσει την αλλαγή σελίδας. Και αυτή τη φορά, την απάντηση θα δώσει απευθείας η βάση.
Η μάχη άρχισε και επίσημα.
Αβέρωφ Νεοφύτου και Γιώργος Παμπορίδης πέρασαν τη Δευτέρα το κατώφλι της Πινδάρου και υπέβαλαν τις υποψηφιότητές τους για το χρίσμα του Δημοκρατικού Συναγερμού στις Προεδρικές Εκλογές του 2028.
Πίσω όμως από την τυπική διαδικασία κρύβεται ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό δίλημμα.
Επιστροφή Αβέρωφ ή αλλαγή σελίδας με Παμπορίδη;
Αυτό είναι, σε μεγάλο βαθμό, το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν στις 28 Νοεμβρίου τα σχεδόν 50.000 μέλη του ΔΗΣΥ.
Και η απάντησή τους δεν θα καθορίσει μόνο ποιος θα είναι ο προεδρικός υποψήφιος της παράταξης. Θα δείξει προς ποια κατεύθυνση θέλει να κινηθεί ο ίδιος ο Συναγερμός μετά τις πληγές του 2023.
Αβέρωφ: «Επιστροφή στο σπίτι»
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου μπήκε στην αναμέτρηση με ένα σαφές πλεονέκτημα: γνωρίζει τον ΔΗΣΥ όσο λίγοι.
Πρώην πρόεδρος του κόμματος, με πολυετή παρουσία στην πρώτη γραμμή, ισχυρές οργανωτικές διασυνδέσεις και βαθιά γνώση του κομματικού μηχανισμού, επιστρέφει για να ζητήσει από τη βάση μια δεύτερη ευκαιρία για τη μεγάλη μάχη.
Η εικόνα της υποψηφιότητάς του ήταν χαρακτηριστική.
Η αναφορά του στον ΔΗΣΥ ως το «σπίτι» και την «οικογένειά» του συμπύκνωσε ουσιαστικά ολόκληρο το πολιτικό αφήγημά του: επιστροφή στις ρίζες, εμπειρία, κομματική συνέχεια και επανασυσπείρωση.
Οι περισσότερες από 3.000 υπογραφές που συγκέντρωσε, όταν απαιτούνταν 500, αποτελούν παράλληλα σαφή επίδειξη οργανωτικής ισχύος.
Το μεγάλο ερώτημα, όμως, είναι άλλο:
Μπορεί η ισχυρή παρουσία του Αβέρωφ στον κομματικό μηχανισμό να μετατραπεί ξανά σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα;
Γιατί από τις Προεδρικές του 2023 μέχρι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά.
Και η νέα κάλπη δεν αφορά μόνο την αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά κυρίως το ποιος μπορεί να κερδίσει το 2028.
Παμπορίδης: Το στοίχημα της αλλαγής
Απέναντι στον Αβέρωφ βρίσκεται μια διαφορετική πολιτική πρόταση.
Ο Γιώργος Παμπορίδης δεν διαθέτει την ίδια διαδρομή στον κομματικό μηχανισμό. Διαθέτει, όμως, κυβερνητική εμπειρία και επιχειρεί να παρουσιάσει την υποψηφιότητά του ως επιλογή ανανέωσης και νέας πολιτικής αφετηρίας.
Ακόμη και η εικόνα της επίσημης υποβολής της υποψηφιότητάς του ήταν διαφορετική.
Χωρίς οργανωμένη κινητοποίηση υποστηρικτών και με χαμηλότερους τόνους, έδωσε έμφαση στην ανάγκη για ποιοτική και αδιάβλητη διαδικασία και, κυρίως, στην επόμενη ημέρα.
Το δικό του στοίχημα είναι διαφορετικό από εκείνο του Αβέρωφ.
Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέψει το αίτημα για ανανέωση σε πλειοψηφικό ρεύμα μέσα στην ίδια τη συναγερμική βάση.
Και ότι μπορεί να προσελκύσει όχι μόνο όσους θέλουν αλλαγή προσώπου, αλλά και εκείνους που αναζητούν έναν υποψήφιο με δυνατότητα διεύρυνσης πέρα από τα παραδοσιακά όρια του ΔΗΣΥ.
Η σκιά του 2023 παραμένει
Υπάρχει όμως και ένας τρίτος «πρωταγωνιστής» σε αυτή την αναμέτρηση.
Το 2023.
Οι προηγούμενες Προεδρικές Εκλογές άφησαν βαθιά σημάδια στον Δημοκρατικό Συναγερμό.
Η ήττα Αβέρωφ, η εκλογή Νίκου Χριστοδουλίδη, οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις και όσα ακολούθησαν εξακολουθούν να επηρεάζουν τις πολιτικές ισορροπίες.
Γι’ αυτό και η κάλπη της 28ης Νοεμβρίου μπορεί να λειτουργήσει και ως μια καθυστερημένη απάντηση της βάσης σε όσα συνέβησαν τότε.
Θέλει επιστροφή σε μια δοκιμασμένη κομματική ηγετική φυσιογνωμία;
Ή θεωρεί ότι ο κύκλος εκείνης της περιόδου έχει κλείσει και χρειάζεται μια νέα πολιτική πρόταση;
Και στο βάθος… Χριστοδουλίδης
Υπάρχει, ασφαλώς, και το μεγάλο ερώτημα των Προεδρικών του 2028.
Ο πραγματικός αντίπαλος του νικητή της 28ης Νοεμβρίου δεν θα είναι ο ηττημένος της εσωκομματικής αναμέτρησης.
Θα βρίσκεται έξω από την Πινδάρου.
Και εκεί η συζήτηση για τον Νίκο Χριστοδουλίδη αποκτά αναπόφευκτα ιδιαίτερη σημασία.
Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει όχι μόνο ποιον θα κατεβάσει στις Προεδρικές, αλλά και με ποια στρατηγική θα επιχειρήσει να επιστρέψει στην εξουσία.
Πώς θα τοποθετηθεί απέναντι στον σημερινό Πρόεδρο;
Πώς θα επαναπατρίσει ψηφοφόρους που απομακρύνθηκαν;
Και, κυρίως, ποιος από τους δύο μπορεί να οικοδομήσει ευρύτερες συμμαχίες όταν η αναμέτρηση μεταφερθεί από την εσωκομματική κάλπη στην κοινωνία;
Η Αννίτα στη μέση μιας δύσκολης εξίσωσης
Για την Αννίτα Δημητρίου η διαδικασία αποτελεί επίσης μια σημαντική πολιτική δοκιμασία.
Μετά την απόφασή της να μη διεκδικήσει το χρίσμα, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ καλείται τώρα να εγγυηθεί μια διαδικασία που δεν θα αφήσει πίσω της έναν νικητή και δύο στρατόπεδα.
Γιατί η μεγαλύτερη πρόκληση για την Πινδάρου ίσως να μην είναι η 28η Νοεμβρίου.
Ίσως να είναι η 29η.
Ο νικητής θα πρέπει να ενώσει την παράταξη. Ο ηττημένος θα πρέπει να αποδεχθεί έμπρακτα το αποτέλεσμα. Και η ηγεσία θα πρέπει να μετατρέψει μια σκληρή εσωκομματική αναμέτρηση σε κοινή πορεία προς τις Προεδρικές.
Η βάση καλείται να επιλέξει πορεία
Για πρώτη φορά ο προεδρικός υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα αναδειχθεί απευθείας από τη βάση του κόμματος.
Και αυτό δίνει στην αναμέτρηση χαρακτηριστικά πολύ μεγαλύτερα από μια συνηθισμένη εσωκομματική διαδικασία.
Στη μία πλευρά βρίσκεται ένας πρώην πρόεδρος που επιστρέφει ζητώντας να ολοκληρώσει μια πολιτική διαδρομή που έμεινε ανολοκλήρωτη το 2023.
Στην άλλη, ένας πρώην υπουργός που επιχειρεί να πείσει ότι το 2028 χρειάζεται διαφορετική αφετηρία.
Αβέρωφ ή Παμπορίδης. Επιστροφή ή αλλαγή σελίδας.
Στις 28 Νοεμβρίου, τα μέλη του ΔΗΣΥ δεν θα επιλέξουν απλώς υποψήφιο Πρόεδρο.
Θα επιλέξουν προς ποια κατεύθυνση θέλουν να κινηθεί ο Συναγερμός στην πιο κρίσιμη πολιτική μάχη των επόμενων χρόνων.
Άρθρα Χάρη Θεραπή
Η Ιφιγένεια του ΔΗΣΥ: Αρκεί η «θυσία» της Αννίτας για να φυσήξει ούριος άνεμος;
Ποιος έπαιξε τον ρόλο του Αγαμέμνονα στη περίπτωση της θυσίας της Αννίτας και τελικά θα φυσήξει ούριος άνεμος;
- Η απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου: Απέτρεψε μια μετωπική σύγκρουση στον ΔΗΣΥ, αλλά άφησε ανοικτό το ερώτημα για το πώς οδηγήθηκε σε αυτή την απόφαση.
- Η επόμενη μέρα του ΔΗΣΥ: Η κρίση δεν τελείωσε. Μεταφέρεται πλέον στη μάχη για το ποιος θα καθορίσει την πολιτική φυσιογνωμία και την προεδρική επιλογή της παράταξης.
- Το ζήτημα της πολιτικής ισχύος: Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε στη διεκδίκηση, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες στο κόμμα.
- Η κρίση πολιτικού πολιτισμού: «Προδοσίες», παρασκήνιο, προσωπικές αιχμές, πιέσεις και «κηδεμόνες» δείχνουν μια πολιτική αντιπαράθεση που ξεπερνά πλέον τα όρια της σκληρής πολιτικής διαφωνίας.
Η Αννίτα Δημητρίου έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε, προς το παρόν, μια μετωπική σύγκρουση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε η εσωκομματική ομαλότητα. Αντίθετα, ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα άφησε πίσω του ένα δύσκολο ερώτημα: ποιος καθορίζει σήμερα το παιχνίδι στον Δημοκρατικό Συναγερμό;
Η πολιτική εικόνα είναι απλή. Η νυν πρόεδρος αποσύρθηκε από τη διεκδίκηση του χρίσματος, ενώ ο τέως πρόεδρος παρέμεινε. Προηγήθηκαν δημόσιες παρεμβάσεις, αιχμές, καταγγελίες, συναντήσεις και έντονο παρασκήνιο. Γι’ αυτό και η απόφαση της Αννίτας δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο ως πράξη «ενότητας», χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που την προκάλεσαν.
Η απόφαση της Αννίτας
Η Αννίτα Δημητρίου επέλεξε να μην οδηγήσει τον ΔΗΣΥ σε μια εσωκομματική αναμέτρηση με τον Αβέρωφ Νεοφύτου, η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε σύγκρουση χωρίς εύκολη επιστροφή. Υπό αυτή την έννοια, η απόφασή της έχει πολιτική λογική και ενδεχομένως προστατεύει τόσο την ίδια όσο και την παράταξη από έναν νέο βαθύ διχασμό.
Το πρόβλημα βρίσκεται στη διαδρομή που προηγήθηκε. Η αρχική αντίδραση της ηγεσίας στην ανακοίνωση Αβέρωφ ήταν η υποψηφιότητα Αννίτας και η επιτάχυνση των εσωκομματικών διαδικασιών. Στη συνέχεια τα χρονοδιαγράμματα χαλάρωσαν και τελικά η ίδια η πρόεδρος απέσυρε το ενδιαφέρον της, μετά από ημέρες δημόσιας αντιπαράθεσης και έντονων παρασκηνιακών διεργασιών.
Αυτή είναι και η πολιτική αντίφαση που δύσκολα παρακάμπτεται: δεν έκανε πίσω ο τέως πρόεδρος για να διευκολύνει τη νυν πρόεδρο, αλλά η νυν πρόεδρος για να αποφευχθεί η σύγκρουση με τον τέως. Η εξέλιξη αυτή δεν ακυρώνει το επιχείρημα περί ενότητας, αλλά αναπόφευκτα δημιουργεί ερωτήματα για τις πραγματικές ισορροπίες ισχύος μέσα στον ΔΗΣΥ.
Ποιος έχει τον πρώτο λόγο;
Μέχρι πρόσφατα, η εικόνα που εξέπεμπε η παράταξη ήταν ότι η πρόεδρος έχει τον πρώτο λόγο και, εφόσον επιθυμεί να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, θα αποτελούσε την προφανή επιλογή του κόμματος. Η εξέλιξη των τελευταίων ημερών ανέτρεψε αυτή την εικόνα και επανέφερε στο προσκήνιο τον Αβέρωφ Νεοφύτου ως καθοριστικό παράγοντα των εξελίξεων.
Το πραγματικό ερώτημα της επόμενης ημέρας, συνεπώς, δεν περιορίζεται στο ποιος θα πάρει τελικά το χρίσμα. Αφορά το ποιος διαθέτει την πολιτική ισχύ να καθορίζει την πορεία της παράταξης. Και αν για να αποφευχθεί η εσωκομματική σύγκρουση χρειάστηκε να αποχωρήσει η ίδια η πρόεδρος από τη διεκδίκηση, τότε ο ΔΗΣΥ οφείλει κάποια στιγμή να απαντήσει πού βρίσκεται το πραγματικό κέντρο αποφάσεων.
Η επόμενη μέρα δεν θα είναι ήρεμη
Η απόσυρση της Αννίτας δεν τελειώνει την εσωκομματική συζήτηση. Υπάρχει ο Ιωνάς Νικολάου, υπάρχει ο Γιώργος Παμπορίδης, υπάρχουν διαφορετικά κέντρα επιρροής και μια μεγάλη κομματική βάση που θα κληθεί να τοποθετηθεί. Το διακύβευμα, μάλιστα, είναι μεγαλύτερο από την επιλογή ενός υποψηφίου για το 2028.
Ο ΔΗΣΥ καλείται να αποφασίσει ποιος θέλει να είναι πολιτικά. Θα επιστρέψει σε μια προηγούμενη περίοδο, θα επενδύσει στην ανανέωση ή θα συνεχίσει να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, προσωπικές στρατηγικές και κέντρα εξουσίας; Η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας δεν δίνει απάντηση. Απλώς μεταθέτει τη συζήτηση για αργότερα.
Οι «κηδεμόνες» και το παρασκήνιο
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η ειρωνική αναφορά του Γιώργου Παμπορίδη ότι «φαίνεται πως ο καθένας θέλει τον κηδεμόνα του στις συναντήσεις» αποτυπώνει μια άλλη διάσταση της υπόθεσης. Πίσω από την ατάκα υπάρχει ένα ουσιαστικό ερώτημα για το ποιοι συμμετέχουν στις κρίσιμες πολιτικές διαβουλεύσεις, με ποια ιδιότητα και με ποια πραγματική επιρροή στις αποφάσεις.
Οι διαβουλεύσεις και οι συμβιβασμοί αποτελούν μέρος της πολιτικής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι οι αποφάσεις δεν διαμορφώνονται μέσα από καθαρές πολιτικές διαδικασίες, αλλά μέσα από προσωπικές παρεμβάσεις, παρασκηνιακές συναντήσεις και πιέσεις. Τότε τα όρια ανάμεσα στην πολιτική συνεννόηση και στην επιβολή γίνονται επικίνδυνα δυσδιάκριτα.
Η διολίσθηση του πολιτικού πολιτισμού
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο των τελευταίων ημερών ίσως δεν αφορά καν το ποιος θα είναι υποψήφιος. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται πλέον η πολιτική αντιπαράθεση. «Προδοσίες», υπονοούμενα, προσωπικές αιχμές, διαρροές, συναντήσεις που αποκτούν σχεδόν συνωμοτικό χαρακτήρα και δημόσιες επιθέσεις δημιουργούν ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η διαφωνία εύκολα μετατρέπεται σε προσπάθεια αποδόμησης του αντιπάλου.
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη σκληρή πολιτική σύγκρουση και στην πολιτική εξόντωση. Όταν ο στόχος παύει να είναι η αντιπαράθεση θέσεων και γίνεται η αμφισβήτηση των κινήτρων, της αξιοπιστίας ή ακόμη και της πολιτικής ηθικής του άλλου, τα όρια ξεπερνιούνται. Και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση δεν εξαφανίζονται επειδή στο τέλος ακολουθούν χειραψίες, χαμόγελα και δηλώσεις ενότητας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, μετά την απόσυρση της Αννίτας Δημητρίου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου μίλησε για «σώφρονα και υπεύθυνη απόφαση». Το ερώτημα είναι τι άλλαξε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι πολιτικές διαφορές και όσα είχαν προηγηθεί ή απλώς η αποχώρηση μιας υποψηφιότητας που στεκόταν απέναντί του; Οι λέξεις στην πολιτική έχουν βάρος και δεν μπορούν να διαγράφονται ανάλογα με τις ανάγκες της στιγμής.
Η κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πολύ σοβαρότερα ζητήματα. Το Κυπριακό βρίσκεται σε κρίσιμη φάση, η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, η στέγαση εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα και η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς δοκιμάζεται. Οι πολίτες περιμένουν απαντήσεις για προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα, όχι για τις προσωπικές στρατηγικές του 2028.
Κι όμως, η πολιτική συζήτηση έχει ήδη αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα είναι υποψήφιος, ποιος θα αποσυρθεί, ποιος συναντήθηκε με ποιον και ποιος «πρόδωσε» ποιον. Όσο η πολιτική εγκλωβίζεται σε προσωπικές φιλοδοξίες, παρασκήνιο και αλληλοεξοντώσεις, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της: την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κοινωνίας.
Η Αννίτα έκανε πίσω και ο ΔΗΣΥ απέφυγε την άμεση σύγκρουση. Η πραγματική δοκιμασία όμως αρχίζει τώρα: να αποδείξει ότι μπορεί να αποφασίσει για το μέλλον του μέσα από καθαρές διαδικασίες και πολιτικές επιλογές, χωρίς εκβιαστικά διλήμματα, προσωπικές βεντέτες και χτυπήματα κάτω από τη μέση.
Γιατί το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα πάρει το χρίσμα του ΔΗΣΥ για το 2028. Είναι τι πολιτική και τι πολιτικός πολιτισμός θα έχουν απομείνει μέχρι τότε.
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΗ τέλεια καταιγίδα της Πινδάρου: Ο Αβέρωφ αποφάσισε, οι «πιστοί» του 2023 τι κάνουν;
-
LIVE4 weeks ago1η Οκτωβρίου 2026: Σε απευθείας μετάδοση από το ΡΙΚ η στρατιωτική παρέλαση
-
Off the Record1 month agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
voulitv1 month agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record1 month agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΧρίστος Κληρίδης: Γιατί να παραμένουμε στη ΔΔΟ όταν η Τουρκία την έχει απορρίψει;
-
Off the Record1 month agoΤορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΠρέπει πρώτα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ για να διεκδικήσει την Κύπρο;
-
Off the Record4 weeks agoΌταν ο «στενότερος των στενοτέρων» φιλοδοξεί να μάθει στην Αννίτα… πολιτικό πόκερ!
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: «Ο προδομένος ποτέ δεν προδίδει, αλλά δεν θα ξαναπροδοθεί»






