ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΛΥΣΗ ΠΑΚΕΤΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΕΚΛΟΓΕΣ
Η πολιτική συμφωνία, για την οποία πλέον μιλούν Αθήνα και Βρυξέλλες, ανάμεσα σε όλες τις πλευρές των δανειστών για το ελληνικό ζήτημα, είναι, εκτός απρόοπτου, μάλλον θέμα μερικών εβδομάδων και διαμορφώνει πλέον το νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον.
Κατά τα φαινόμενα προκύπτει μία ισορροπία τρόμου για τη χώρα μας, καθώς η διαφαινόμενη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα (για δύο ή τέσσερα χρόνια) οδηγεί μοιραία στην εξής «λύση»: θα δοθεί στην Ελλάδα μία ουσιαστική λύση για το χρέος, αλλά θα υπάρξει και απαίτηση για τη λήψη νέων μέτρων, ώστε η χώρα να εξακολουθήσει και μετά το 2018 (χρονιά για την οποία έχει συμφωνηθεί πρωτογενές πλεόνασμα 3,5%) και για τουλάχιστον δύο ή τρία χρόνια, να έχει αυτής της τάξης δημοσιονομικές επιδόσεις. Για τις οποίες επιδόσεις οφείλει από τώρα να δώσει τις ανάλογες εγγυήσεις: Το ΔΝΤ ζητά συγκεκριμένα νέα επώδυνα μέτρα, όπως η μείωση κατά ένα δις ετησίως των δαπανών για τις κύριες συντάξεις, με κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, η μείωση του αφορολόγητου στις 5000 ευρώ και πιθανόν, οι απολύσεις στο δημόσιο τομέα. Πρακτικά ένα πακέτο μέτρων, που πιθανόν ξεπεράσει και τα 6 δις ευρώ!
Με εγγύηση τη διαρκή δημοσιονομική «εξυγίανση», θα δοθεί στην Ελλάδα ελάφρυνση και διευκολύνσεις για το χρέος, αρχής γενομένης με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα, που έχει ήδη ετοιμάσει ο ESM και φαίνεται να αποδέχεται το Βερολίνο, και σύμφωνα με τα οποία θα μειωθεί το χρέος κατά 35 με 40 δις περίπου έως το 2060. Παράλληλα θα δοθεί στην Ελλάδα και ο οδικός χάρτης για την έξοδο στις αγορές κάποια στιγμή σε ορατό μέλλον, αλλά και εργαλεία για την ανάπτυξη, με πρώτο βήμα την ένταξή της στην ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ.
Η συμφωνία «ψήνεται» τις τελευταίες ημέρες μεταξύ όλων των εμπλεκομένων και πιθανόν να έχει διαμορφωθεί έως το τέλος του χρόνου, καθώς οι περισσότερες πλευρές δείχνουν επιθυμία να τελειώσει η υπόθεση πριν να αναλάβει τα ηνία του Λευκού Οίκου ο Ντόναλντ Τραμπ και πριν η κατάσταση στην Ευρώπη αρχίζει να γίνεται ανεξέλεγκτη, λόγω Ιταλίας και εκλογών στη Γαλλία την άνοιξη.
Η πρώτη κίνηση προς τη συνολική συμφωνία θα γίνει με το eurogroup της Δευτέρας, όπου θα εκτιμηθεί η πορεία της β’ αξιολόγησης του τρέχοντος προγράμματος. Στα βασικά σημεία αυτής της διαπραγμάτευσης υπάρχει σύγκλιση όλων των πλευρών, με μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα ακόμα, τα εργασιακά, όπου συζητούνται κάποιες αμοιβαίες υποχωρήσεις, ώστε να έχει και η ελληνική κυβέρνηση τη δυνατότητα να ισχυριστεί ότι κέρδισε κάτι, στη γενική υποχώρηση που σάλπισε, ιδίως στο μέτωπο των ομαδικών απολύσεων.
Στο eurogroup δεν θα υπάρξει τυπικό κλείσιμο της β’ αξιολόγησης, είτε για λόγους ουσίας, είτε για λόγους διαπραγμάτευσης του συνολικού πακέτου. Θα καταγραφεί όμως η σημαντική πρόοδος και επιπλέον θα πέσει, ως «τυρί» περισσότερο, στο τραπέζι το σχέδιο των δανειστών για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα γα το χρέος.
Στη συνέχεια θα εξελιχθεί η πολιτική διαπραγμάτευση, παράλληλα με τις τεχνικές προετοιμασίες, όπου θα ανοίξουν εντελώς τα χαρτιά τους όλοι: από τον «σιωπηλό» τις τελευταίες ημέρες Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, έως το «αναποφάσιστο» ΔΝΤ και φυσικά την Αθήνα, στο βαθμό που η θέση της μετράει για τις αποφάσεις των δανειστών. Πιθανόν να υπάρξουν και επαφές του Αλέξη Τσίπρα με ευρωπαίους ηγέτες και παράγοντες (ο πρωθυπουργός θα δει άλλωστε την Α. Μέρκελ και τον Φ. Ολάντ) στο Άμπου Ντάμπι στο περιθώριο διεθνούς συνόδου, ενώ εξετάζεται έκτακτο eurogroup για πριν τα Χριστούγεννα.
Η τελευταία μάχη
Η κυβέρνηση δίνει τη μάχη να εξασφαλίσει μεν τη συνολική συμφωνία, που θα έχει τα σημαντικά μέτρα για το χρέος, χωρίς όμως η ίδια να δεσμευτεί για συγκεκριμένα μέτρα μετά το 2018, ούτε φυσικά να συμφωνήσει στα μέτρα που προτείνει το ΔΝΤ. Θέλει ένα σαφώς πιο ήπιο πακέτο μέτρων, καθώς διαβεβαιώνει τους δανειστές ότι θα πετύχει τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μέσω της ανάπτυξης – όταν δεν διαπραγματεύεται τη μείωσή τους, ισχυριζόμενη ότι δεν απαιτούνται πλέον τέτοιες δημοσιονομικές προσαρμογές, αφού το χρέος έχει ελαφρυνθεί. Σε κάθε περίπτωση πάντως ζητά να μην «ονομαστικοποιηθούν» τα όποια μέτρα στο τελικό πακέτο, ώστε να μπορεί να κάνει την πολιτική και επικοινωνιακή διαχείριση της τελικής συμφωνίας, αποφεύγοντας να κατηγορηθεί ότι σέρνει τη χώρα σε ένα τέταρτο μνημόνιο και σε νέα επώδυνα μέτρα λιτότητας και περικοπών και φόρων.
Και το… δίλημμα
Εάν η πολιτική διαπραγμάτευση που κάνει και θα κάνει εντός του μήνα η κυβέρνηση για «λειάνει» τις «γωνίες (άλλως: σκληρά μέτρα) του συνολικού πακέτου αποδώσει, με αξιοποίηση τυχόν διάθεσης των Ευρωπαίων να μην αναζωπυρωθεί η ελληνική κρίση, εν μέσω της γενικότερης ευρωπαϊκής πυρκαγιάς από την άνοδο των ακροδεξιών αντιευρωπαϊκών δυνάμεων, έχει καλώς. Ο κ. Τσίπρας θα μπορέσει να ισχυριστεί ότι η δύσκολη προσπάθεια για το χρέος πέτυχε, χωρίς να αναγκαστεί η χώρα να καταβάλλει νέο μεγάλο και επώδυνο τίμημα, παρά μόνο με κάποιες αναγκαίες, τελευταίες και σχετικά μικρές θυσίες.
Εάν όμως το πακέτο της συνολικής συμφωνίας, που θα δοθεί στην Ελλάδα από τους δανειστές είναι στη χειρότερη εκδοχή του, με συγκεκριμένες δεσμεύσεις για σκληρά μέτρα για περίοδο πέραν της τρέχουσας κυβερνητικής θητείας, τότε ο κ. Τσίπρας θα έχει ισχυρό δίλημμα: με κίνδυνο να μην μπορέσει να το υποστηρίξει πολιτικά και να το εφαρμόσει αποτελεσματικά σε μία κοινωνία ήδη παραπαίουσα και με μία κυβέρνηση που πέφτει δημοσκοπικά και αμφισβητείται κοινωνικά, θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα το θέσει στην κρίση του ελληνικού λαού ή θα δοκιμάσει να συνεχίσει την πορεία μέσα σε εκρηκτικό μεν πεδίο, αλλά με «όπλο» τις δυνατότητες που θα δίνει για την οικονομική ανάπτυξη και τις επενδύσεις, η ρύθμιση του χρέους την οποία θα έχει πετύχει.
Ο πρωθυπουργός θα πρέπει να εκτιμήσει σε εκείνο το σημείο εάν το πρόγραμμα, που θα του δοθεί από τους δανειστές όντως «βγαίνει» ή οδηγεί τη χώρα σε νέα αδιέξοδα και ανακύκλωση της κρίσης, με πολιτικό θύμα, αργά ή γρήγορα και την κυβέρνησή του. Και αναλόγως να κινηθεί, είτε με σκοπό να «φορτώσει» τη νέα επώδυνη συμφωνία στους «άλλους», αναμένοντας μελλοντικό ναυάγιο τους, είτε να παραμείνει στο παιχνίδι της εξουσίας – καθώς υπολογίζει αρκετά στην πόλωση και την υπεροχή του έναντι του Κ. Μητσοτάκη σε μία μείζονα πολιτική μάχη όπως είναι οι εκλογές – και να συνεχίσει με νωπή όμως τη λαϊκή εντολή.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record2 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο






