ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Χριστοδουλίδης – Αννίτα: Το παρατεταμένο παιχνίδι εξουσίας και εντυπώσεων
Όταν πριν από λίγες ημέρες κατά τη διάρκεια των εορτασμών για την Ημέρα της Ευρώπης στη Βουλή, αυτό που συζητήθηκε στα πολιτικά πηγαδάκια ήταν το τετ α τετ του προέδρου της Δημοκρατίας με την πρόεδρο της Βουλής. Η αμηχανία ήταν έκδηλη, όπως επίσης και η ψυχρότητα στον μεταξύ τους χαιρετισμό, σε αντίθεση βεβαίως με τη θέρμη με την οποία η Αννίτα Δημητρίου καλωσόριζε την ίδια στιγμή στη Βουλή τον υπουργό Εσωτερικών Κωνσταντίνο Ιωάννου. Η συνάντηση εκείνη ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει αυτό που συζητείται εδώ και καιρό. Πως μεταξύ των δύο πολιτικών προσώπων επικρατεί ισχυρός ανταγωνισμός. Ένα παιχνίδι εξουσίας για το ποιος θα επικρατήσει στον χώρο της Δεξιάς με γνώμονα το 2028. Σε αυτό το παιχνίδι δύναμης μεταξύ των δύο, πολλά θα εξαρτηθούν από το αποτέλεσμα των επικείμενων εκλογών. Από αυτή την αμφίρροπη μάχη αμφότερες οι πλευρές ρισκάρουν πολλά, και με δεδομένο ότι στις επικείμενες εκλογές δεν υπάρχει σαφές πολιτικό αφήγημα, τότε το διακύβευμα μετατρέπεται καθαρά σε προσωπικό.
Οι δύο όψεις
Για πολλούς ο Νίκος Χριστοδουλίδης και η Αννίτα Δημητρίου αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δύο νέα πολιτικά πρόσωπα που αναρριχήθηκαν ραγδαία στην εξουσία, αποφεύγοντας τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, δίδοντας ισχυρή έμφαση στην εικόνα τους και την προσωπική επαφή, αντί στην παρουσίαση πολιτικών θέσεων. Και οι δύο ευνοήθηκαν από τους δύο τέως Αναστασιάδη-Νεοφύτου στην αρχή της πολιτικής τους πορείας, ενώ η φύση των τελευταίων τους καλογυαλισμένων πόστων, αυτό της προέδρου της Βουλής για την Αννίτα Δημητρίου και η θέση του υπουργού Εξωτερικών για τον Νίκο Χριστοδουλίδη, ήταν η αιτία να αποκτήσουν μεγάλη δημοτικότητα. Πλέον και οι δύο έχουν να διαχειριστούν τη φθορά που έρχεται αναπόφευκτα από καίριες θέσεις που ανέλαβαν στη συνέχεια, όπως αυτή του αρχηγού του κράτους και του αρχηγού ενός κόμματος. Σε αυτό το πλαίσιο και με δεδομένο ότι οι δύο απευθύνονται στην ίδια δεξαμενή ψήφων, δημιουργείται απευθείας ανταγωνισμός και έριδες, που τις πλείστες φορές δεν έχουν να κάνουν με πολιτικές διαφωνίες αλλά με τακτικισμούς για το ποιος θα καταφέρει να έχει την περισσότερη επιρροή και να επικρατήσει.
Οριοθετώντας τις γραμμές
Κατά τον τελευταίο χρόνο έχουν γίνει πολλά που κατέδειξαν πως οι σχέσεις τους δεν είναι και οι πλέον ειλικρινείς. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε από την αρχή να δεσμεύσει τον Συναγερμό να προσδεθεί στο κυβερνητικό σχήμα, πρώτα μέσω δημόσιων προσκλήσεων, ή χρησιμοποιώντας μεσάζοντες γι’ αυτό, όπως ο τέως πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης. Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με την ανοικτή πόρτα επικοινωνίας που είχε ο πρόεδρος με συγκεκριμένα στελέχη, τη στιγμή που η Αννίτα Δημητρίου είχε πάρει ξεκάθαρη θέση μέσω συνεδρίου πως ο ΔΗΣΥ ανήκει στην αντιπολίτευση, έστειλε το μήνυμα της εσωτερικής υπόσκαψης του ΔΗΣΥ με πρωτεργάτη τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Αυτός είναι και ο λόγος που η ίδια εδώ και καιρό έχει μπει σε μία διαδικασία να προσπαθεί να οριοθετήσει τις δικές της γραμμές. Καθόλου τυχαία η επιστολή που απέστειλε πέρυσι στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ζητώντας από την ηγεσία του τη μη συμπερίληψη των υπουργών τού Νίκου Χριστοδουλίδη στις προπαρασκευαστικές υπουργικές συναντήσεις του ΕΛΚ. Η «Κ» είχε αποκαλύψει και το έντονο παράπονο της κας Δημητρίου προς τον Μάνφρεντ Βέμπερ, για το γεγονός ότι οι αρχηγοί κρατών-μελών που συμμετέχουν στο ΕΛΚ –περιλαμβανομένου και του Νίκου Χριστοδουλίδη– δεν μένουν να ακούσουν και τις ομιλίες των αρχηγών των κομμάτων στις συναντήσεις που γίνονται. Έντονη ήταν και η δυσφορία της προέδρου του ΔΗΣΥ για τη θέρμη με την οποία προσεγγίζει τον Νίκο Χριστοδουλίδη η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον ανθρωπιστικό διάδρομο στη Γάζα. Η κόντρα τους συνεπώς δεν έχει γίνει απλώς γνωστή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά προκαλεί και πονοκέφαλο, καθώς το EPP θέλει προφανώς να διατηρήσει τις ισορροπίες με τον ΔΗΣΥ, το ενδιαφέρει περισσότερο όμως να έχει αρχηγούς κρατών στο εσωτερικό του παρά αρχηγούς κομμάτων. Αυτή η συγκατοίκηση στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα είναι ένα από τα κύρια θέματα που ενοχλούν την Αννίτα Δημητρίου και που στο περιβάλλον της αναφέρει συχνά πως ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λάθη που κληροδότησε από τον Αβέρωφ Νεοφύτου. Μαζί με αυτό προστίθεται και η έντονη –χωρίς οποιαδήποτε συζήτηση των δύο εμπλεκόμενων μερών– φημολογία των τελευταίων μηνών, ότι ο Χάρης Γεωργιάδης είναι ο εκλεκτός του προέδρου για την Κομισιόν. Αυτό, όπως λέει στο περιβάλλον της, θα αποτελεί αιτία πολέμου, όμως αιτία πολέμου παραδόξως για την ίδια δεν θα αποτελεί το ενδεχόμενο ανανέωσης της θητείας τής τέως αντιπροέδρου του ΔΗΣΥ Στέλλας Κυριακίδου. Πέραν του ευρωπαϊκού σκηνικού στο οποίο παρουσιάζεται μία προσπάθεια του ποιος θα επικρατήσει, ζητήματα υπήρξαν και στο εσωτερικό. Η Αννίτα Δημητρίου αντέδρασε στην προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να κάνει το state of the union στη Βουλή, ενώ ζητήματα υπήρξαν και στην περίπτωση του Λιβάνου μετά την κρίση του μεταναστευτικού. Η κα Δημητρίου είχε ενημερώσει την Πινδάρου για την πρόθεσή της να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες με την πρέσβειρα του Λιβάνου, όμως μόλις αποχώρησε από το κόμμα, άκουσε τον πρόεδρο της Δημοκρατίας να προτίθεται να επισκεφθεί τον Λίβανο. Αυτό το συμβάν όχι μόνο ενόχλησε την πρόεδρο του ΔΗΣΥ, αλλά άνοιξε και για την ίδια ζητήματα διαρροών εκ των έσω. Ούτε βεβαίως ο Νίκος Χριστοδουλίδης προσπάθησε να τιθασεύσει τις ανησυχίες τής Αννίτας Δημητρίου. Δεν έχει επιδιώξει απευθείας διαβούλευση μαζί της όλο αυτό το διάστημα για περαιτέρω συνεργασία, ενώ η κίνησή του να στείλει με τον Μάκη Κεραυνό νομοσχέδιο για το συνταξιοδοτικό των βουλευτών, ενέτεινε την άσχημη σχέση, όχι μόνο μαζί της και με βουλευτές του ΔΗΣΥ, αλλά και με τα συγκυβερνώντα κόμματα. Όσο όμως κι αν η υπόγεια μεταξύ τους κόντρα μαίνεται και παρουσιάζεται ως το κύριο πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν, η αλήθεια είναι πως τα προβλήματά τους είναι πολύ βαθύτερα, ενώ οι παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία τους στην πολιτική σκακιέρα ευρύτεροι.
Η Αννίτα Δημητρίου ανέλαβε τον Δημοκρατικό Συναγερμό σε ένα ομολογουμένως εκρηκτικό σκηνικό. Δεν ήταν μόνο η ήττα των προεδρικών εκλογών που ενέτεινε την αίσθηση της διάσπασης το πρόβλημα, ήταν η μεγάλη κόντρα μεταξύ των Νεοφύτου-Αναστασιάδη που έπρεπε να διαχειριστεί, το σοβαρό πλήγμα που προκάλεσε η δεκαετής διακυβέρνηση Νίκου Αναστασιάδη, αλλά και μία σοβαρή οικονομική τρύπα. Μόνο που η νέα πρόεδρος του ΔΗΣΥ δεν επιχείρησε να διαχειριστεί τις κρίσεις αλλά να τις κρύψει κάτω από το χαλί, επικαλούμενη την ενότητα και να δημιουργήσει καινούργια θέματα.
Οριοθέτηση της κυριαρχίας της επιχειρεί η Αννίτα Δημητρίου, προκαλώντας πονοκέφαλο στο EPP, ενώ ο Νίκος Χριστοδουλίδης αποφεύγει την όποια διαβούλευση μαζί της.
• Δεν έχει δημιουργήσει μία στενή και δυνατή ομάδα γύρω της στο κόμμα, ενώ οι σχέσεις με την υπόλοιπη ηγεσία και κυρίως με τον Ευθύμιο Δίπλαρο που έχει τη δική του ατζέντα δεν είναι οι καλύτερες.
• Έχει καταφέρει να διχάσει ακόμη περισσότερο το κόμμα με τους χειρισμούς που έγιναν στις δημοτικές εκλογές, ενώ η επαμφοτερίζουσα θέση για την απόφαση πειθαρχικών ποινών δεν βοηθά στην επούλωση των εσωκομματικών πληγών.
• Η παλιά φρουρά στελεχών έφυγε, στερώντας έτσι και την πολιτική εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων ζητημάτων την οποία και χρειάζονται, με αποτέλεσμα να στέλνουν πολλές φορές το μήνυμα πως δεν υπάρχει ούτε σοβαρότητα ούτε πολιτικό βάθος.
• Έχει κρατήσει κοντά τον Νίκο Αναστασιάδη, στέλνοντας το μήνυμα πως εκείνος σκιωδώς, κυβερνά το κόμμα.
Αυτό που διαφαίνεται από τις κινήσεις της είναι πως η ίδια έχει μπει –μάλλον ακούσια– σε μία διαδικασία διαχείρισης ήττας. Το κόμμα κατάφερε να χειριστεί επιτυχώς την κρίση που είχε προκαλέσει η αποχώρηση του Μάριου Πελεκάνου, προτάσσοντας τη θέση ότι αυτός εξυπηρετεί προσωπική ατζέντα, ενώ έχει αφήσει αρκετές αιχμές για τον ρόλο του Αβέρωφ Νεοφύτου –μέχρι πρότινος το πρόσωπο που την ανέδειξε. Το ερώτημα είναι πόσο θα μπορέσει να πείσει αυτό το αφήγημα του κομματικού πατριωτισμού και πώς κάτι τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει συνενωτικά για τον ΔΗΣΥ.
Προσωπικό διακύβευμα οι εκλογές
Ήδη η Αννίτα Δημητρίου εργάζεται εντατικά για να συγκρατήσει τη δυναμική του κόμματος, γυρίζοντας όλη την Κύπρο. Τη βοηθά βεβαίως η καλή της εικόνα και η πολύ καλή επικοινωνία που έχει με τη βάση. Αν υπάρξει ένα καλό αποτέλεσμα στις επικείμενες εκλογές, ενισχύεται και το ηγετικό της προφίλ, ενώ κλείνουν τουλάχιστον προς το παρόν οι όποιες φωνές εσωστρέφειας και ενδεχόμενης αμφισβήτησής της. Σε ένα τέτοιο σενάριο η ίδια θα μπορεί με αξιώσεις να διεκδικήσει για ακόμη μία φορά την προεδρία της Βουλής, ενισχύοντας και το πολιτικό της βάρος, αλλά την ίδια στιγμή έχοντας στο χέρι της ένα σημαντικό διαπραγματευτικό χαρτί για αυτούς με τους οποίους θα θέλει να συνεργαστεί το 2028, αν τελικώς αποφασίσει να είναι υποψήφια.
Για την όλη προσπάθεια, σημαντικό είναι για την ίδια η εκλογή του Κωνσταντίνου Πετρίδη στις ευρωεκλογές, καθώς κάτι τέτοιο θα σηματοδοτήσει το τέλος της κόντρας μεταξύ των υποστηρικτών της υπέρβασης στον β΄ γύρο και της υπόλοιπης βάσης. Σημαντικό όμως είναι για την ίδια και οι νίκες σε συγκεκριμένους δήμους. Η εκλογή του Νίκου Τορναρίτη αποτελεί προσωπικό της στοίχημα, όχι μόνο για την πολύ στενή σχέση που έχουν. Πέραν του ότι αποτελεί η πρωτεύουσα παραδοσιακά προπύργιο του ΔΗΣΥ, τυχόν ήττα του θα ενεργοποιήσει όλες εκείνες τις φωνές που διαφώνησαν με τον χειρισμό της Λευκωσίας και την αυθαίρετη –μετά το κάψιμο πολλών υποψηφιοτήτων– απόφαση για υποψηφιότητα Τορναρίτη. Το ίδιο βεβαίως ισχύει και για την περίπτωση του Κωστάκη Κωνσταντίνου. Η Πινδάρου, με τις παραινέσεις βεβαίως του Νίκου Αναστασιάδη, πόνταρε στη σίγουρη εκλογή Κωνσταντίνου και τον στήριξε μέχρι τέλους, δημιουργώντας σοβαρές ρωγμές στο κόμμα, αναμοχλεύοντας την κρίση των προεδρικών εκλογών και επιβεβαιώνοντας πως δεν ακολουθεί συνεπή στάση ευνοώντας «αποστάτες». Ένα κακό αποτέλεσμα σίγουρα δεν θα ανοίξει τώρα μία συζήτηση αμφισβήτησης και αντικατάστασης της Αννίτας Δημητρίου, αλλά θα ενισχύσει την γκρίνια που υπάρχει εδώ και καιρό, ανοίγοντας τον δρόμο και της φθοράς της και της υπόσκαψης.
Μία σαφής νίκη του Δημοκρατικού Συναγερμού είναι κάτι που σίγουρα δεν θέλει ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ένας ενισχυμένος Συναγερμός θα ενισχύσει παράλληλα και τις αντιπολιτευτικές φωνές, καθώς το κόμμα ίσως να ερμηνεύσει τη νίκη του ως επιβράβευση για την επιμονή του να μείνει στην αντιπολίτευση. Το κυριότερο όμως για τον Νίκο Χριστοδουλίδη είναι το γεγονός ότι και η κύρια πολιτική αντίπαλός του, Αννίτα Δημητρίου, θα είναι ενισχυμένη πολιτικά, χωρίς ιδιαίτερη αμφισβήτηση στο κόμμα και με περισσότερη αυτοπεποίθηση να ασκήσει –αν χρειαστεί– αντιπολιτευτικό ρόλο απέναντι στην κυβέρνηση. Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας αν και νιώθει ενθαρρυμένος από την επίσκεψη Φον ντερ Λάιεν, τις επικροτήσεις για τον ανθρωπιστικό διάδρομο στη Γάζα και τις πρωτοβουλίες του στον Λίβανο που φαίνεται να ενίσχυσαν την αυτοπεποίθησή του, ωστόσο μία σειρά ζητημάτων προκαλεί ζητήματα για το πώς θα συνεχίσει στο μέλλον.
• Πλέον έχει εμπεδώσει πως ο Συναγερμός δεν θα προσδεθεί στο άρμα της κυβέρνησης, ενώ ανοικτός είναι ο κίνδυνος να μη συναινεί σε διάφορα νομοσχέδια ενόψει των βουλευτικών του 2026.
• Οι σχέσεις με τα κόμματα της συγκυβέρνησης δεν είναι η καλύτερη, καθώς έχει πλέον εμπεδωθεί στο εσωτερικό τους ότι είναι πρόεδρος μιας πενταετίας.
• Δεν έχει κτίσει τις καλύτερες σχέσεις με το Υπουργικό του Συμβούλιο –πλην των παροικούντων στο Προεδρικό. Κάποιοι θεωρούν πως είναι αναλώσιμοι στην πρώτη κρίση, ενώ άλλοι υπουργοί, που έχουν προσωπική ατζέντα, διατηρούν σχέσεις είτε με το ΑΚΕΛ είτε με τον ΔΗΣΥ.
• Βρίσκεται υπό τον συνεχή εκβιασμό αποχώρησης συγκυβερνώντων κομμάτων, δυσκολεύοντας όποιες κινήσεις του στο Κυπριακό –αν βεβαίως ο ίδιος θέλει να προχωρήσει σε τολμηρά βήματα αλλά και στο εσωτερικό.
Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν θέλει σίγουρα και μία συντριβή του Συναγερμού, καθώς αυτό θα ανακινήσει τις φωνές ότι ο ίδιος είναι ο υπαίτιος της ήττας και της διάσπασης του κόμματος. Αν και δεν διάγει την καλύτερη περίοδο με τον πρόεδρο του ΔΗΚΟ Νικόλα Παπαδόπουλο, φαίνεται να ευνοεί μία καλή παρουσία τού μεγαλύτερου κόμματος της διακυβέρνησης. Αφενός θα διατηρήσει στο πλευρό του το κόμμα του Κέντρου και αφετέρου θα αποτελεί την απάντησή του στα άλλα δύο κόμματα που –δημοσκοπικά τουλάχιστον– παραπαίουν ότι δεν είναι η κυβέρνηση που τους προκάλεσε τη φθορά.
Βεβαίως, ο ίδιος ούτε μπορεί ούτε θέλει να εμπλακεί ενεργά. Πέραν της παρουσίας του στα προεκλογικά συνέδρια των τριών κομμάτων, ο ίδιος δεν έχει το οργανωτικό για να στηρίξει αποτελεσματικά ένα συγκεκριμένο συνδυασμό ή συγκεκριμένους υποψηφίους, ούτε βεβαίως είναι διατεθειμένος να προχωρήσει σε διαμοιρασμό προεκλογικών δώρων όπως έκαναν προκάτοχοί του. Το σίγουρο είναι πως μαζί με ένα καλό αποτέλεσμα του ΔΗΚΟ, ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιθυμεί την εκλογή δικών του προσώπων στις τοπικές εκλογές, όπως είναι οι Ανδρέας Παπαχαραλάμπους, Κωστάκης Κωνσταντίνου κ.ο.κ., καθώς θα σταλεί το μήνυμα πως επιβραβεύονται οι υποστηρικτές του, και την ίδια στιγμή θα έχει έναν καλό οργανωτικό δίκτυο για την υπόλοιπη τετραετία, ίσως και για το ενδεχόμενο που θα επιδιώξει επανεκλογή. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει κρατήσει στο πλευρό του μέσω διαφόρων θέσεων και αξιωμάτων πρόσωπα που δούλεψαν ενεργά στον προεκλογικό του, κτίζοντας έτσι μία δυνατή ομάδα και διατηρώντας τους κατ’ επέκταση εκτός ΔΗΣΥ. Αυτές ακριβώς οι κινήσεις όχι μόνο συντηρούν την κόντρα μεταξύ των δύο πολιτικών προσώπων, αλλά αναμένεται να ενταθούν, όχι σε αυτή την εκλογική μάχη, αλλά στις βουλευτικές, όπου πολύ περισσότερα κρίνονται.
Πηγή: Kathimerini
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv4 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record3 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο
-
Off the Record1 month agoΟι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας






