Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Μέση Ανατολή: Ένας χρόνος που άλλαξε για πάντα

Published

on

Χωρίς υπερβολή η 7η Οκτωβρίου του 2023, και η επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ, σηματοδότησε την μεγαλύτερη αλλαγή παραδείγματος -και επιτάχυνση εξελίξεων- στη Μέση Ανατολή εδώ και δεκαετίες. Η αραβοϊσραηλινή σύγκρουση επανήλθε στο προσκήνιο με τον δραματικότερο τρόπο στη Λωρίδα της Γάζας και παράλληλα η μεγάλη εικόνα της επί δεκαετιών σύγκρουσης δια αντιπροσώπων Ιράν-Ισραήλ απέκτησε, για πρώτη φορά μετά το 1979 και την Ιρανική Επανάσταση, χαρακτηριστικά απευθείας στρατιωτικής σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή η διάσταση του Λιβάνου και η σύγκρουση Ισραήλ-Χεζμπολάχ συνόψισε κοσμοϊστορικές αλλαγές προεξέχουσας της εξουδετέρωσης του επί δεκαετιών πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη της σιιτικής οργάνωσης, του Χασάν Νασράλα με έναν πόλεμο Ισραήλ-Χεζμπολάχ στο νότιο Λίβανο να είναι, ένα χρόνο μετά, αναπόφευκτος.

Λίγες μόλις εβδομάδες πριν τις αμερικανικές εκλογές και 365 ημέρες μετά την φονικότερη στιγμή, από σκοπιάς απωλειών πολιτών του, στην σύγχρονη ιστορία του κράτους του Ισραήλ η κατάσταση στην περιοχή, αλλά και διεθνώς, δείχνει πιο πολύπλοκη από ποτέ:

  • Στη Λωρίδα της Γάζας έχει συντελεστεί μια ανυπολόγιστη ανθρωπιστική καταστροφή με χιλιάδες νεκρούς άμαχους Παλαιστίνιους και αβέβαιη την επόμενη ημέρα για τους πληθυσμούς της περιοχής και το μέλλον της εν λόγω γεωγραφικής έκτασης
  • Ένα χρόνο μετά η τύχη των ομήρων της Χαμάς παραμένει αβέβαιη
  • Ιράν και Ισραήλ έχουν πλέον, αναπόφευκτα, μπει στη δίνη μιας πρωτοφανούς μεταξύ τους κλιμάκωσης με χαρακτήρα απευθείας στρατιωτικής αναμέτρησης που προκαλεί ανησυχία διεθνώς για περαιτέρω εξάπλωση του πολέμου
  • Η σύγκρουση Ισραήλ-Χεζμπολάχ όχι μόνο δοκιμάζει τον πολύπαθο Λίβανο αλλά αναδεικνύεται σε μια δεύτερη σύγκρουση, στην περιοχή, η έκβαση της οποίας παραπέμπει στα αδιέξοδα της Γάζας

Η μεγάλη εικόνα

Με το Ιράν με το Ισραήλ να βρίσκονται από τον περασμένο Απρίλιο σε μια πρωτοφανή κλιμάκωση με τον χαρακτήρα της απευθείας σύγκρουσης να καταρρίπτει εμφατικά τον επί πολλές δεκαετίες «πόλεμο δια αντιπροσώπων» στην περιοχή η επόμενη, μεγάλη ημέρα, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προβλεφθεί. Το Ισραήλ μπορεί με ένα πρωτοφανή τρόπο να διέλυσε μεγάλο μέρος των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Χαμάς και την ηγεσία της -όπως το ίδιο πράττει και με την Χεζμπολάχ του Λιβάνου- ωστόσο η επόμενη ημέρα στη Λωρίδα της Γάζας δείχνει και την έκταση ορισμένων στρατηγικών αδιεξόδων εκ μέρους του Ισραήλ -υπό τον Νετανιάχου- το οποίο δείχνει οριστικά να θάβει α. την αρχιτεκτονική ειρήνευσης στη περιοχή όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και δη μετά την δεύτερη συμφωνία του Όσλο β. τις προοπτικές για ίδρυση παλαιστινιακού κράτους.

Επιπλέον, η αναμέτρηση Ισραήλ-Χεζμπολάχ στο νότιο Λίβανο επιστρέφει την ομαλοποίηση των τελευταίων χρόνων των δύο κρατών σε εποχές που παραπέμπουν στη δεκαετία του ’80 με αβέβαιο να παραμένει το αν και στο νότιο Λίβανο θα προκύψουν συνθήκες Γάζας ή τα γνωστά αδιέξοδα της περιόδου 1985-2000 και 2006 -όταν το Ισραήλ δυσκολεύτηκε, στρατιωτικά, διπλωματικά και πολιτικά να αποχωρήσει από το νότιο Λίβανο χωρίς κόστος.

Τέλος, η αναμέτρηση Ιράν-Ισραήλ ανέδειξε τον κίνδυνο μιας γενικευμένης αστάθειας η οποία όχι μόνο τρομάζει στην ιδέα μιας απευθείας στρατιωτικής σύγκρουσης με πυραυλικά πλήγματα που θα κλιμακωθεί το επόμενο διάστημα αλλά και που αποσταθεροποιεί, περιφερειακά και διεθνώς, το Ιράκ και την Συρία καθώς και την αραβική χερσόνησο συμπεριλαμβανομένων των γεωπολιτικών οδών που ορίζονται από τις τέσσερις θαλάσσιες περιοχές της Ερυθράς, του Κόλπου του Άντεν, της Αραβικής Θάλασσας και του Περσικού Κόλπου -τόσο απαραίτητων για την διεθνή ναυτιλία.

Η Κύπρος

Για την Κυπριακή Δημοκρατία οι εξελίξεις στην περιοχή ανέδειξαν σε μεγάλο βαθμό την σημασία των περιφερειακών προκλήσεων αλλά και το πόσο η γεωγραφική εγγύτητα της Κύπρου -του ανατολικότερου κράτους της ΕΕ στην περιοχή της Μέσης Ανατολής- μπορεί να επηρεάσει άμεσα και έμμεσα ένα μικρό κράτος. Η Λευκωσία σταθμίζει εξαρχής το ρίσκο από μια γενίκευση του πολέμου και τις συνεχείς προκλήσεις που αυτό προκαλεί σε πολλαπλά επίπεδα (ασφάλεια, οικονομία, προσφυγικές ροές, διαχείριση κρίσεων, κοκ) και παράλληλα προσπάθησε -στο βαθμό των δυνατοτήτων της- να συμβάλλει στην ανθρωπιστική ανακούφιση της Λωρίδας της Γάζας μέσω της πρωτοβουλίας «Αμάλθεια» χωρίς ωστόσο αυτό να καταστεί game-changer ως προς την πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση που συντελείται στην περιοχή. Παράλληλα, η Κύπρος παραμένει σταθερή στη θέση αρχών της στο Μεσανατολικό επαναλαμβάνοντας μεν την θέση της για αυτοσυγκράτηση και βάση λύσης του Παλαιστινιακού επί της θέσης-θέσφατου περί δύο κρατών αλλά αδυνατώντας σε επίπεδο ενεργής διπλωματικής στάσης να διαδραματίσει ισχυρότερου αποτυπώματος ρόλο (πχ διαπραγμάτευση εκεχειρίας/ομήρων, κανάλια αποκλιμάκωσης, κοκ).

Και η επόμενη μέρα

Η 7η Οκτωβρίου επιτάχυνε τις εξελίξεις στην περιοχή και συνέβη μάλιστα εν μέσω ενός άλλου πολέμου, αυτού της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Και οι δύο συγκρούσεις είναι παρατεταμένες και δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές του διεθνούς συστήματος. Η 7η Οκτωβρίου ωστόσο δημιούργησε και ακόμη ένα εξαιρετικής σημασίας φαινόμενο -ιδίως στις δυτικές κοινωνίες. Υπήρξε και παραμένει ένα πεδίο απίστευτης παραπληροφόρησης, ένα πεδίο εκδήλωσης ανιστόρητων και ψυχολογικά προβληματικών επιχειρηματολογιών σε επίπεδο δημόσιας σφαίρας και ένα πεδίο αποανθρωποίησης των απωλειών είτε αυτό αφορά τους νεκρούς άμαχους της Γάζας είτε τα θύματα της επίθεσης της Χαμάς σε ανυποψίαστους κατοίκους. Δυστυχώς η ιδεοληψία και τα επιμέρους αφηγήματα στην δημόσια σφαίρα της Κύπρου και της Ελλάδας εξυπηρετούν μονόπλευρες θέσεις παρά ρίχνουν φως στη πολυσύνθετη και ταραγμένη ιστορία του Παλαιστινιακού προβλήματος. Τέλος, ο αντισημιτισμός, όπως αυτός εμφανίστηκε και διαρθρώθηκε ιστορικά, πολιτικά και κοινωνικά ανέκαμψε στις κοινωνίες μας είτε αυτός προέρχεται εκ δεξιών είτε εξ’ αριστερών. Αποδεικνύοντας πως σε κάθε πόλεμο η συζήτηση αντί να αφορά στις ανθρωπιστικές του συνέπειες αφορά στην εξυπηρέτηση της γνωστικής ασυμφωνίας του εκάστοτε σχολιαστή. Μια τραγωδία για την κοινωνία μας και τον διάλογο -αντίστοιχη των όσων εγκαινίασε στην περιοχή πριν από ένα χρόνο ακριβώς η 7η Οκτωβρίου.

Πηγή: Kathimerini

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia