ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
Off the Record
Παγκόσμια διακυβέρνηση: γιατί αφορά και τους μικρούς
Υπάρχουν συζητήσεις που μοιάζουν μακρινές. Τις φανταζόμαστε σε αίθουσες κορυφαίων συνόδων, ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Η παγκόσμια διακυβέρνηση είναι μία από αυτές. Κι όμως, λίγα ζητήματα αφορούν τόσο άμεσα μια μικρή χώρα όσο ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί ο κόσμος γύρω της.
Φέτος η Κίνα δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο με τίτλο «Πιο Δίκαιη και Ισότιμη Παγκόσμια Διακυβέρνηση». Το κείμενο αποτυπώνει την Πρωτοβουλία για την Παγκόσμια Διακυβέρνηση, την οποία είχε παρουσιάσει ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκένα χρόνο πριν. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο, η πρωτοβουλία έχει ήδη λάβει τη στήριξη σχεδόν 160 κρατών και διεθνών οργανισμών.
Η πρόταση στηρίζεται σε πέντε αρχές. Την κυριαρχική ισότητα των κρατών. Τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Την πολυμέρεια. Την ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Και την έμφαση σε πράξεις με απτά αποτελέσματα. Στη διατύπωσή τους, τα κράτη αντιμετωπίζονται ως ίσα, ανεξαρτήτως μεγέθους ή ισχύος. Ο ρόλος του ΟΗΕ παραμένει κεντρικός.
Εδώ είναι το σημείο που με κάνει, ως Κύπριο, να σταθώ. Μια μικρή χώρα δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τη θέλησή της. Η ασφάλειά της δεν στηρίζεται στη δύναμη αλλά στους κανόνες. Στο διεθνές δίκαιο, στους θεσμούς, στην αρχή ότι η φωνή του μικρού μετρά όσο και του μεγάλου. Ό,τι ενισχύει αυτή την αρχή, μας αφορά άμεσα. Ό,τι την αποδυναμώνει, μας εκθέτει.
Η πρόταση όμως δεν εξαντλείται στις αρχές. Έχει και μια πρακτική διάσταση που αξίζει προσοχής. Η Κίνα μιλά για συνεργασία με μετρήσιμα αποτελέσματα. Σε τομείς όπως η πράσινη ενέργεια, η ψηφιακή οικονομία, η τεχνητή νοημοσύνη, η υγεία. Ανακοίνωσε, για παράδειγμα, 5.000 εγχειρήσεις καταρράκτη και 10.000 προληπτικούς ελέγχους για τον καρκίνο προς όφελος χωρών-εταίρων της. Η διπλωματία που παράγει απτό όφελος για τον απλό πολίτη είναι μια πρακτική που κάθε κράτος μπορεί να μελετήσει.
Τι σημαίνει αυτό για την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν σημαίνει υιοθέτηση ενός μοντέλου. Η Κύπρος έχει τον δικό της προσανατολισμό, μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Σημαίνει όμως κάτι πιο ώριμο. Να μελετά προσεκτικά κάθε σοβαρή πρόταση για το πώς οργανώνεται ο κόσμος. Να αναζητά τα σημεία σύγκλισης. Να συμμετέχει σε μορφές πρακτικής συνεργασίας που ωφελούν τον τόπο, από την πράσινη μετάβαση ως την τεχνολογία. Και να υπερασπίζεται, σε κάθε βήμα, την αρχή ότι ένας πιο δίκαιος και αντιπροσωπευτικός κόσμος είναι προς το συμφέρον των μικρών.
Ο κόσμος περνά μια περίοδο αναταραχής. Οι παλιές βεβαιότητες δοκιμάζονται. Σε τέτοιες στιγμές, η συζήτηση για το πώς διακυβερνάται ο πλανήτης δεν είναι πολυτέλεια των ισχυρών. Είναι ανάγκη των μικρών. Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση. Ότι ένας δικαιότερος κόσμος δεν χτίζεται από τους λίγους για τους λίγους, αλλά από όλους, για όλους.
ΤΟΥ ΑΔΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛ

*Επικοινωνιολόγος και Διευθυντής διαφημιστικής εταιρείας, Honest Content
Off the Record
Κύπρος – Ελλάδα – Αίγυπτος: Η δύναμη της συνεργασίας σε μια κρίσιμη περιοχή
Σε μια Ανατολική Μεσόγειο που μεταβάλλεται με ταχύτητα και σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι ισορροπίες αναδιαμορφώνονται διαρκώς, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου αποκτά σημασία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας παραδοσιακής περιφερειακής συνεννόησης. Αποτελεί πλέον έναν από τους πιο σταθερούς και αξιόπιστους άξονες συνεργασίας στην περιοχή, με πολιτική, ενεργειακή, οικονομική και στρατηγική διάσταση.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη νέα αντίληψη για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η χώρα στην ευρύτερη περιοχή. Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει θέσει την εξωτερική πολιτική στο επίκεντρο μιας πιο ενεργητικής στρατηγικής, επιχειρώντας να αξιοποιήσει το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Κύπρου: τη γεωγραφική της θέση και την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επιλογή είναι σαφής. Η Κύπρος δεν μπορεί να παραμένει απλώς ένας θεατής των γεωπολιτικών εξελίξεων που συντελούνται γύρω της. Μπορεί να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής και να μετατρέπει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται στην ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας με την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Η Αθήνα και το Κάιρο αποτελούν για τη Λευκωσία δύο κομβικούς εταίρους σε μια περιοχή όπου η σταθερότητα δεν είναι αυτονόητη. Ταυτόχρονα, η Κύπρος μπορεί να προσφέρει στην ευρωπαϊκή πολιτική μια ιδιαίτερα χρήσιμη γέφυρα επικοινωνίας με τον αραβικό κόσμο.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η συγκεκριμένη συνεργασία δεν οικοδομείται πάνω στη λογική του αποκλεισμού. Δεν στρέφεται εναντίον κανενός κράτους και δεν αποτελεί μηχανισμό δημιουργίας νέων διαχωριστικών γραμμών στην περιοχή. Αντιθέτως, στηρίζεται στην αντίληψη ότι η περιφερειακή ασφάλεια και η οικονομική ανάπτυξη μπορούν να υπηρετηθούν καλύτερα μέσα από τη συνεργασία, τον διάλογο και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να επιδιώκει ένα περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο το διεθνές δίκαιο, η κυριαρχία των κρατών και η ειρηνική επίλυση των διαφορών αποτελούν τους κανόνες και όχι τις εξαιρέσεις.
Στον ενεργειακό τομέα, οι δυνατότητες είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει εξελιχθεί σε περιοχή ιδιαίτερου ενεργειακού ενδιαφέροντος για την Ευρώπη. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις δημιουργούν νέες προοπτικές, ενώ η ενεργειακή ασφάλεια έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία μετά τις μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές των τελευταίων ετών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ιδιαίτερη αξία της Κύπρου. Από μόνη της δεν διαθέτει το μέγεθος μιας μεγάλης δύναμης. Διαθέτει, όμως, γεωγραφική θέση, ευρωπαϊκή ιδιότητα και τη δυνατότητα να συμμετέχει στη δημιουργία δικτύων συνεργασίας που συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά. Η εξωτερική πολιτική Χριστοδουλίδη επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτό το τρίπτυχο.
Παράλληλα, η συνεργασία με την Αίγυπτο αποκτά ιδιαίτερη οικονομική και γεωστρατηγική σημασία. Το Κάιρο αποτελεί βασικό παράγοντα στον αραβικό κόσμο, ενώ η Διώρυγα του Σουέζ παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους παγκοσμίως. Η Ελλάδα και η Κύπρος, με τη σημαντική τους παρουσία στη ναυτιλία και τη θέση τους στον ευρωπαϊκό χώρο, μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικοί εταίροι σε μια ευρύτερη αλυσίδα μεταφορών, ενέργειας και εμπορίου.
Η τριμερής συνεργασία έχει, συνεπώς, ξεπεράσει το επίπεδο των συμβολικών συναντήσεων. Έχει αποκτήσει θεσμικό βάθος, πρακτικό περιεχόμενο και στρατηγική προοπτική. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η άμυνα, η οικονομία, οι επενδύσεις, η ναυτιλία και η πολιτική προστασία αποτελούν πεδία στα οποία μπορούν να δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες συνέργειες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της εξωτερικής πολιτικής που προωθεί ο Νίκος Χριστοδουλίδης: η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο διεθνές βάρος όχι επειδή έγινε μεγαλύτερη σε μέγεθος, αλλά επειδή έγινε περισσότερο χρήσιμη, περισσότερο αξιόπιστη και περισσότερο παρούσα.
Η αναβάθμιση των σχέσεων της Κύπρου με σημαντικούς διεθνείς και περιφερειακούς εταίρους ενισχύει τη θέση της χώρας και δημιουργεί ένα ευρύτερο διπλωματικό κεφάλαιο. Η Λευκωσία επιδιώκει να βρίσκεται στο τραπέζι όπου λαμβάνονται αποφάσεις και όχι απλώς να παρακολουθεί τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την περιοχή της.
Η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν, επομένως, κάθε λόγο να συνεχίσουν να επενδύουν σε αυτή τη σχέση. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το Κάιρο αποτελεί στρατηγικό εταίρο στον αραβικό κόσμο. Για την Αίγυπτο, Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν αξιόπιστη γέφυρα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και για όλους, η συνεργασία προσφέρει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: μεγαλύτερη σταθερότητα σε μια περιοχή που έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέες γραμμές αντιπαράθεσης. Χρειάζεται περισσότερες γέφυρες. Η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος μπορεί να αποτελέσει μία από αυτές.
Και για την Κύπρο, η ενεργός συμμετοχή σε αυτή την προσπάθεια αποδεικνύει ότι μια μικρή χώρα μπορεί να έχει μεγάλη φωνή, όταν διαθέτει στρατηγική, συνέπεια και την ικανότητα να δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της σύγχρονης κυπριακής εξωτερικής πολιτικής: να μετατρέψει τη γεωγραφία σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα και την παρουσία της Κύπρου στην περιοχή σε πραγματική διεθνή επιρροή.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
TO GSI OR NOT TO GSI;

*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
-
Off the Record1 month agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
Off the Record1 month agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record4 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή6 days agoΗ τέλεια καταιγίδα της Πινδάρου: Ο Αβέρωφ αποφάσισε, οι «πιστοί» του 2023 τι κάνουν;
-
Off the Record3 weeks agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
LIVE3 days ago1η Οκτωβρίου 2026: Σε απευθείας μετάδοση από το ΡΙΚ η στρατιωτική παρέλαση
-
Off the Record3 weeks agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας
-
voulitv3 weeks agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;






