ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Αννίτα-Στέφανος: Το καλό, το κακό και το εφιαλτικό σενάριο
Η 9η Ιουνίου είναι μία νύχτα όπου όλα τα σενάρια της εκλογικής μάχης– βάσει των δημοσκοπήσεων- είναι ανοικτά. Είναι πολύ πιθανόν να εξελιχθεί ένα θρίλερ για το ποιος θα λάβει τελικά την πρωτιά, μεταξύ του Δημοκρατικού Συναγερμού και του ΑΚΕΛ, δεν αποκλείεται όμως την ίδια στιγμή, να υπάρξουν τέτοιες εκπλήξεις που να απειλήσουν ακόμη και τη δεύτερη έδρα. Από τη μάχη αυτή δεν θα καταμετρηθούν μόνο τα ποσοστά τους, αλλά θα διαπιστωθεί και το μέλλον που έχουν οι δύο πολιτικοί αρχηγοί, Αννίτα Δημητρίου και Στέφανος Στεφάνου στην κομματική σκακιέρα. Τρεις παράγοντες θα κρίνουν εν πολλοίς το αποτέλεσμα:
- Η συσπείρωση των δύο κομμάτων- το μέγεθος της αποχής και από ποιόν χώρο προέρχεται
- Το ποσοστό που θα λάβει το ΕΛΑΜ
- Η τ/κ ψήφος
Η τακτική της περασμένης δεκαετίας
Στον ΔΗΣΥ κύριος στόχος είναι η συσπείρωση του κόμματος, καθώς κάτι τέτοιο διασφαλίζει την πρωτιά και την αποτροπή της περαιτέρω εσωστρέφειας. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έχει ήδη ξεκινήσει το μανιχαϊστικό δίλημμα Δεξιάς-Αριστεράς, με τον συνδυασμό των δύο άκρων. Ο ΔΗΣΥ φρόντισε να κάνει λόγο για αγκυλώσεις και δογματισμούς του ΑΚΕΛ, αλλά και να θυμίσει τη διακυβέρνηση Χριστόφια με το «έκαναν σκουπίδια την οικονομία μας». Στην Πινδάρου η μέθοδος της «καταστροφικής» διακυβέρνησης Χριστόφια και του φόβου επανόδου της, χρησιμοποιείται την τελευταία δεκαετία με σχετική επιτυχία. Το ερώτημα είναι αν ένα τέτοιο αφήγημα έχει οποιαδήποτε θέση στη σημερινή κοινωνία, όπου οι προκλήσεις είναι πολύ διαφορετικές από αυτές που ήταν την περασμένη δεκαετία. Δεν είναι τυχαίο που χρησιμοποιήθηκε και ο πρώην υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κασουλίδης για να ψέξει τις πολιτικές του ΑΚΕΛ και της Αριστεράς. Μία κίνηση που ενδεχομένως να συσπειρώσει, ενδεχομένως όμως να γυρίσει μπούμερανγκ, αν ληφθεί υπόψη η εξής αντίφαση: ο Ιωάννης Κασουλίδης που τοποθετήθηκε αλλά και άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη του ΔΗΣΥ ήταν υπέρ της υπέρβασης στις προεδρικές εκλογές του 2023, χωρίς να ανησυχούν για την επέλαση της Αριστεράς.

Η απουσία από το Pride
Η ανησυχία για τις διαρροές προς το ΕΛΑΜ, έχουν ήδη κινητοποιήσει την Πινδάρου να παρουσιάσει το αφήγημα των δύο άκρων. Ένα αφήγημα που χρησιμοποιείται -και από εκεί υιοθετήθηκε- στην Ελλάδα. Πράγματι, ΕΛΑΜ και ΑΚΕΛ είχαν κοινές θέσεις στην οικονομία, όπως όμως και ο ΔΗΣΥ με το ΕΛΑΜ, παρουσιάζει πολλές ομοιότητες, πέραν της μετακίνησης στελεχών του. Δεν είναι τυχαία η τοποθέτηση της Αννίτας Δημητρίου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, όταν είπε πως δεν είναι έτοιμη η κοινωνία. Δεν είναι επίσης καθόλου τυχαία η πλήρης απουσία του ΔΗΣΥ-πλην της Χριστιάνας Ξενοφώντος- από το Gay Pride. Κίνηση που συζητήθηκε εντόνως και από την ίδια την Accept την Κυριακή που πέρασε.
Η καθιέρωση και η πανωλεθρία
Για την Αννίτα Δημητρίου υπάρχουν διάφορα σενάρια στο τραπέζι για το ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της 9ης Ιουνίου. Αν διατηρήσει την πρωτιά και ένα ποσοστό της τάξεως του 27%, τότε η ίδια καθιερώνεται στο πολιτικό σκηνικό, σβήνει τις σκιές αμφισβήτησης και βλέπει με αυτοπεποίθηση το 2028. Ένα ποσοστό μεταξύ 25-27% είναι πάλι διαχειρίσιμο καθώς θα χρησιμοποιήσει το χαρτί της κρίσης που προηγήθηκε για να δικαιολογήσει το αποτέλεσμα. Τα βήματά της βεβαίως θα είναι κρίσιμα μέχρι και τις βουλευτικές του 2026 όπου αν υπάρξει ένα κακό αποτέλεσμα τότε δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο αμφισβήτησής της. Ένα ποσοστό που θα φτάνει το 22% θεωρείται πανωλεθρία και δεν αποκλείεται να ανοίξει πρόωρα το κεφάλαιο της αμφισβήτησής της από στελέχη της προηγούμενης φρουράς που ήδη ενοχλούνται από την διαχείριση που κάνει. Μεγάλο στοίχημα για την ίδια σε αυτή τη μάχη είναι να φέρει κόσμο κοντά, καθώς είναι εμφανές πως πλέον δεν υπάρχουν τα στελέχη, ούτε μία δυνατή και έμπιστη ομάδα στο πλευρό της.
Το «φάγωμα» της Αννίτας
Το κακό σενάριο πάντως είναι κάτι που φημολογείται ιδιαίτερα, όχι από τους εσωκομματικούς αντίπαλους της Αννίτας Δημητρίου, αλλά από την ίδια την Πινδάρου. Το είδαμε στην περίπτωση της Προέδρου του ΔΗΣΥ όταν μίλησε για ανελέητο πόλεμο και όταν είπε πως κάποιοι θέλουν να μην τα πάει καλά το κόμμα. Την ίδια ρητορική χρησιμοποίησε στην τελική ευθεία ο υποψήφιος για την Δημαρχία της Λευκωσίας Νίκος Τορναρίτης, όταν σε συνέντευξή του στο Legalmatters ανέφερε ότι κάποιοι θέλουν να χάσει ο ίδιος για να «φάνε την Αννίτα». Είναι για πολλούς μία προσπάθεια διαχείρισης της ήττας, είναι για άλλους όμως ένδειξη της βαθιάς εσωστρέφειας που υπάρχει στο κόμμα, λίγο πριν την μεγάλη μάχη. Το αν θα βοηθήσει ή αν θα επιδεινώσει την κατάσταση είναι βεβαίως ανοικτό.
Για το ΑΚΕΛ η μάχη της 9ης Ιουνίου είναι μία μάχη με πολλά διακυβεύματα. Και αυτό γιατί οι ευρωεκλογές δεν ήταν ποτέ το δυνατό κομμάτι της Αριστεράς, αντιθέτως επειδή για χρόνια υπήρχε έντονο το στοιχείο του ευρωσκεπτικισμού, το κόμμα της Αριστεράς δεν κατάφερνε να συσπειρώνει. Σε αντίθεση με τον ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ θέλει να περάσει όσο το δυνατόν απαρατήρητο σε αυτή την εκλογική μάχη και σίγουρα να αποφύγει τις έντονες αντιπαραθέσεις. Αφενός γιατί θεωρεί πως η αρνητική ατζέντα γυρίζει μπούμερανγκ στο κόμμα, αφετέρου γιατί δεν θέλει επουδενί να συσπειρώσει εναντίον του την δεξιά –που είναι και η πλειοψηφική στην Κύπρο- ψήφο.
Το ερώτημα ωστόσο για το ΑΚΕΛ είναι αν η πολιτική της πλήρους μετριοπάθειας, των χαμηλών εώς και ανύπαρκτων τόνων, μπορεί να το βοηθήσει πρώτα και κύρια να συσπειρωθεί αλλά και στην συνέχεια να κερδίσει την πρωτιά. Ο Στέφανος Στεφάνου αποφεύγει με κάθε τρόπο να μιλήσει για πρωτιά, περιορίζεται σε ένα καλό αποτέλεσμα, στην διατήρηση των δύο εδρών. Όλο αυτό ωστόσο στέλνει το μήνυμα ότι δεν υπάρχει σαφές πολιτικό αφήγημα αλλά και διακύβευμα για να συσπειρώσει τον κόσμο του. Στο ζήτημα της συσπείρωσης, αλλά και της αυτοπεποίθησης, δεν βοηθά και το γεγονός ότι ενώ το κόμμα επιχείρησε να προχωρήσει σε συνεργασίες στην τοπική αυτοδιοίκηση, έχει ελάχιστα στελέχη δικά του που αγωνίζονται σε αυτές ως υποψήφιοι δήμαρχοι-περιφερειάρχες σε αντίθεση με τον ΔΗΣΥ.

Τα στοιχήματα
Στόχος του Στέφανου Στεφάνου από την κάλπη της 9ης Ιουνίου είναι να αποτελεί το σκαλί για την πρωτιά στις βουλευτικές του 26 και μετέπειτα σε μία καθαρή νίκη στις προεδρικές του 28. Μία καθαρή πρωτιά τον καθιερώνει στο πολιτικό σκηνικό, του δίνει την ευκαιρία να προχωρήσει σε ανοίγματα στις βουλευτικές εκλογές και πολύ πιθανό σε συνεργασίες στις προεδρικές εκλογές του 28, γιατί όχι, με τον ίδιο υποψήφιο. Η δεύτερη θέση, ενισχύει τα μουρμουρητά εντός του κόμματος, καθώς το μομέντουμ –με διασπασμένο τον ΔΗΣΥ και προβλήματα στην εικόνα του Προέδρου- ευνοούσαν πλήρως το ΑΚΕΛ να πετύχει πρωτιά. Το χειρότερο ωστόσο σενάριο για το κόμμα και τον ίδιο είναι η απώλεια της δεύτερης έδρας. Οι αλλαγές που έκανε εντός του κόμματος μπορεί να θεωρήθηκαν επουσιώδη για το ευρύτερο εκλογικό ακροατήριο, όμως για τον σκληρό κομματικό πυρήνα και ιδίως παροικούντες την Εζεκία Παπαϊωάννου θεωρείται πως απονεύρωσε σημαντικά την ιδεολογία του κόμματος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το στοίχημα για τον ίδιο είναι μια καθαρή νίκη η οποία θα στείλει το μήνυμα πως οι εσωκομματικές αλλαγές επιβραβεύθηκαν από την κοινωνία. Σε ένα αντίθετο αποτέλεσμα, ανοίγει η πόρτα της εσωστρέφειας, κυρίως από στελέχη που είχαν εκφράσει σαφή διαφωνία με τον νέο τρόπο λειτουργίας του ΑΚΕΛ το οποίο αποτίναζε δογματισμούς και σκληρές ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαίες οι διαφωνίες για παράδειγμα του επαρχιακού Λευκωσίας-Κερύνειας και βουλευτή Χρίστου Χριστόφια, όπως και άλλων έμμισθων στελεχών για τη νέα κατάσταση πραγμάτων.
Ο γρίφος των Τ/κ
Η πρωτιά θα κριθεί – αν ληφθούν υπόψη οι δημοσκοπήσεις- από τον αριθμό των Τ/κ. Κατά την προηγούμενη μάχη των ευρωεκλογών οι Τ/κ που συμμετείχαν έφτασαν σχεδόν τις 6.000. Ήταν η υποψηφιότητα Νιαζί Κιζίλγιουρεκ που συγκέντρωσε όπως υπολογίζεται περίπου 4000, ήταν όμως και το Κίνημα Γιασεμί με τον Σενέρ Λεβέντ. Αν ληφθεί υπόψη πως οι Τ/κ υποψήφιοι είναι τρεις –ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ έχει στο πλευρό του τον μηχανισμό του CTP ενώ ο Χουλουσι Κιλίμ προτού ενταχθεί στο Volt ήταν στο κόμμα του Ακιντζί- θεωρείται πως θα υπάρξει περαιτέρω κινητοποίηση και προσέλευση. Αν η πρωτιά κριθεί στις τ/κ ψήφους, ο ΔΗΣΥ θα το διαχειριστεί με το αφήγημα πως η νίκη είναι δική του στους Ε/κ. Στο ΑΚΕΛ πάντως, αντιλαμβάνονται πως το διακύβευμα της τ/κ ψήφου είναι πολύ μεγάλο. Όχι μόνο γιατί μπορεί να ενισχύσει τα ποσοστά του κόμματος, αλλά και για το αποτέλεσμα. Δεν είναι κρυφό ότι στο κόμμα υπάρχει ανησυχία στο ενδεχόμενο που ο Νιαζί Κιζίλγιουρεκ αποκλειστεί, καθώς αυτό θα στείλει ένα πολύ άσχημο μήνυμα στην τ/κ κοινότητα αλλά και στο CTP που ήδη εργάζεται για την υποψηφιότητα Κιζίλγιουρεκ.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






