ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
Off the Record
Παγκόσμια διακυβέρνηση: γιατί αφορά και τους μικρούς
Υπάρχουν συζητήσεις που μοιάζουν μακρινές. Τις φανταζόμαστε σε αίθουσες κορυφαίων συνόδων, ανάμεσα σε μεγάλες δυνάμεις. Η παγκόσμια διακυβέρνηση είναι μία από αυτές. Κι όμως, λίγα ζητήματα αφορούν τόσο άμεσα μια μικρή χώρα όσο ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί ο κόσμος γύρω της.
Φέτος η Κίνα δημοσίευσε μια Λευκή Βίβλο με τίτλο «Πιο Δίκαιη και Ισότιμη Παγκόσμια Διακυβέρνηση». Το κείμενο αποτυπώνει την Πρωτοβουλία για την Παγκόσμια Διακυβέρνηση, την οποία είχε παρουσιάσει ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκένα χρόνο πριν. Σύμφωνα με τη Λευκή Βίβλο, η πρωτοβουλία έχει ήδη λάβει τη στήριξη σχεδόν 160 κρατών και διεθνών οργανισμών.
Η πρόταση στηρίζεται σε πέντε αρχές. Την κυριαρχική ισότητα των κρατών. Τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου. Την πολυμέρεια. Την ανθρωποκεντρική προσέγγιση. Και την έμφαση σε πράξεις με απτά αποτελέσματα. Στη διατύπωσή τους, τα κράτη αντιμετωπίζονται ως ίσα, ανεξαρτήτως μεγέθους ή ισχύος. Ο ρόλος του ΟΗΕ παραμένει κεντρικός.
Εδώ είναι το σημείο που με κάνει, ως Κύπριο, να σταθώ. Μια μικρή χώρα δεν έχει τη δυνατότητα να επιβάλει τη θέλησή της. Η ασφάλειά της δεν στηρίζεται στη δύναμη αλλά στους κανόνες. Στο διεθνές δίκαιο, στους θεσμούς, στην αρχή ότι η φωνή του μικρού μετρά όσο και του μεγάλου. Ό,τι ενισχύει αυτή την αρχή, μας αφορά άμεσα. Ό,τι την αποδυναμώνει, μας εκθέτει.
Η πρόταση όμως δεν εξαντλείται στις αρχές. Έχει και μια πρακτική διάσταση που αξίζει προσοχής. Η Κίνα μιλά για συνεργασία με μετρήσιμα αποτελέσματα. Σε τομείς όπως η πράσινη ενέργεια, η ψηφιακή οικονομία, η τεχνητή νοημοσύνη, η υγεία. Ανακοίνωσε, για παράδειγμα, 5.000 εγχειρήσεις καταρράκτη και 10.000 προληπτικούς ελέγχους για τον καρκίνο προς όφελος χωρών-εταίρων της. Η διπλωματία που παράγει απτό όφελος για τον απλό πολίτη είναι μια πρακτική που κάθε κράτος μπορεί να μελετήσει.
Τι σημαίνει αυτό για την Κυπριακή Δημοκρατία. Δεν σημαίνει υιοθέτηση ενός μοντέλου. Η Κύπρος έχει τον δικό της προσανατολισμό, μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο. Σημαίνει όμως κάτι πιο ώριμο. Να μελετά προσεκτικά κάθε σοβαρή πρόταση για το πώς οργανώνεται ο κόσμος. Να αναζητά τα σημεία σύγκλισης. Να συμμετέχει σε μορφές πρακτικής συνεργασίας που ωφελούν τον τόπο, από την πράσινη μετάβαση ως την τεχνολογία. Και να υπερασπίζεται, σε κάθε βήμα, την αρχή ότι ένας πιο δίκαιος και αντιπροσωπευτικός κόσμος είναι προς το συμφέρον των μικρών.
Ο κόσμος περνά μια περίοδο αναταραχής. Οι παλιές βεβαιότητες δοκιμάζονται. Σε τέτοιες στιγμές, η συζήτηση για το πώς διακυβερνάται ο πλανήτης δεν είναι πολυτέλεια των ισχυρών. Είναι ανάγκη των μικρών. Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη υπενθύμιση. Ότι ένας δικαιότερος κόσμος δεν χτίζεται από τους λίγους για τους λίγους, αλλά από όλους, για όλους.
ΤΟΥ ΑΔΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛ

*Επικοινωνιολόγος και Διευθυντής διαφημιστικής εταιρείας, Honest Content
Off the Record
Κύπρος – Ελλάδα – Αίγυπτος: Η δύναμη της συνεργασίας σε μια κρίσιμη περιοχή
Σε μια Ανατολική Μεσόγειο που μεταβάλλεται με ταχύτητα και σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου οι ισορροπίες αναδιαμορφώνονται διαρκώς, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου αποκτά σημασία που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια μιας παραδοσιακής περιφερειακής συνεννόησης. Αποτελεί πλέον έναν από τους πιο σταθερούς και αξιόπιστους άξονες συνεργασίας στην περιοχή, με πολιτική, ενεργειακή, οικονομική και στρατηγική διάσταση.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη νέα αντίληψη για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η χώρα στην ευρύτερη περιοχή. Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης έχει θέσει την εξωτερική πολιτική στο επίκεντρο μιας πιο ενεργητικής στρατηγικής, επιχειρώντας να αξιοποιήσει το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Κύπρου: τη γεωγραφική της θέση και την ιδιότητά της ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επιλογή είναι σαφής. Η Κύπρος δεν μπορεί να παραμένει απλώς ένας θεατής των γεωπολιτικών εξελίξεων που συντελούνται γύρω της. Μπορεί να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής και να μετατρέπει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτικό και στρατηγικό πλεονέκτημα.
Αυτό ακριβώς αποτυπώνεται στην ενίσχυση της τριμερούς συνεργασίας με την Ελλάδα και την Αίγυπτο. Η Αθήνα και το Κάιρο αποτελούν για τη Λευκωσία δύο κομβικούς εταίρους σε μια περιοχή όπου η σταθερότητα δεν είναι αυτονόητη. Ταυτόχρονα, η Κύπρος μπορεί να προσφέρει στην ευρωπαϊκή πολιτική μια ιδιαίτερα χρήσιμη γέφυρα επικοινωνίας με τον αραβικό κόσμο.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η συγκεκριμένη συνεργασία δεν οικοδομείται πάνω στη λογική του αποκλεισμού. Δεν στρέφεται εναντίον κανενός κράτους και δεν αποτελεί μηχανισμό δημιουργίας νέων διαχωριστικών γραμμών στην περιοχή. Αντιθέτως, στηρίζεται στην αντίληψη ότι η περιφερειακή ασφάλεια και η οικονομική ανάπτυξη μπορούν να υπηρετηθούν καλύτερα μέσα από τη συνεργασία, τον διάλογο και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Λευκωσία έχει κάθε λόγο να επιδιώκει ένα περιφερειακό περιβάλλον στο οποίο το διεθνές δίκαιο, η κυριαρχία των κρατών και η ειρηνική επίλυση των διαφορών αποτελούν τους κανόνες και όχι τις εξαιρέσεις.
Στον ενεργειακό τομέα, οι δυνατότητες είναι ακόμη μεγαλύτερες. Η Ανατολική Μεσόγειος έχει εξελιχθεί σε περιοχή ιδιαίτερου ενεργειακού ενδιαφέροντος για την Ευρώπη. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις δημιουργούν νέες προοπτικές, ενώ η ενεργειακή ασφάλεια έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία μετά τις μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές των τελευταίων ετών.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ιδιαίτερη αξία της Κύπρου. Από μόνη της δεν διαθέτει το μέγεθος μιας μεγάλης δύναμης. Διαθέτει, όμως, γεωγραφική θέση, ευρωπαϊκή ιδιότητα και τη δυνατότητα να συμμετέχει στη δημιουργία δικτύων συνεργασίας που συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την ευρωπαϊκή αγορά. Η εξωτερική πολιτική Χριστοδουλίδη επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτό το τρίπτυχο.
Παράλληλα, η συνεργασία με την Αίγυπτο αποκτά ιδιαίτερη οικονομική και γεωστρατηγική σημασία. Το Κάιρο αποτελεί βασικό παράγοντα στον αραβικό κόσμο, ενώ η Διώρυγα του Σουέζ παραμένει ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους παγκοσμίως. Η Ελλάδα και η Κύπρος, με τη σημαντική τους παρουσία στη ναυτιλία και τη θέση τους στον ευρωπαϊκό χώρο, μπορούν να λειτουργήσουν ως φυσικοί εταίροι σε μια ευρύτερη αλυσίδα μεταφορών, ενέργειας και εμπορίου.
Η τριμερής συνεργασία έχει, συνεπώς, ξεπεράσει το επίπεδο των συμβολικών συναντήσεων. Έχει αποκτήσει θεσμικό βάθος, πρακτικό περιεχόμενο και στρατηγική προοπτική. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η άμυνα, η οικονομία, οι επενδύσεις, η ναυτιλία και η πολιτική προστασία αποτελούν πεδία στα οποία μπορούν να δημιουργηθούν ακόμη περισσότερες συνέργειες.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο μήνυμα της εξωτερικής πολιτικής που προωθεί ο Νίκος Χριστοδουλίδης: η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο διεθνές βάρος όχι επειδή έγινε μεγαλύτερη σε μέγεθος, αλλά επειδή έγινε περισσότερο χρήσιμη, περισσότερο αξιόπιστη και περισσότερο παρούσα.
Η αναβάθμιση των σχέσεων της Κύπρου με σημαντικούς διεθνείς και περιφερειακούς εταίρους ενισχύει τη θέση της χώρας και δημιουργεί ένα ευρύτερο διπλωματικό κεφάλαιο. Η Λευκωσία επιδιώκει να βρίσκεται στο τραπέζι όπου λαμβάνονται αποφάσεις και όχι απλώς να παρακολουθεί τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την περιοχή της.
Η Ελλάδα, η Κύπρος και η Αίγυπτος έχουν, επομένως, κάθε λόγο να συνεχίσουν να επενδύουν σε αυτή τη σχέση. Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, το Κάιρο αποτελεί στρατηγικό εταίρο στον αραβικό κόσμο. Για την Αίγυπτο, Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν αξιόπιστη γέφυρα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και για όλους, η συνεργασία προσφέρει κάτι ακόμη πιο σημαντικό: μεγαλύτερη σταθερότητα σε μια περιοχή που έχει πληρώσει βαρύ τίμημα από τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς.
Η Ανατολική Μεσόγειος δεν χρειάζεται νέες γραμμές αντιπαράθεσης. Χρειάζεται περισσότερες γέφυρες. Η τριμερής Ελλάδα–Κύπρος–Αίγυπτος μπορεί να αποτελέσει μία από αυτές.
Και για την Κύπρο, η ενεργός συμμετοχή σε αυτή την προσπάθεια αποδεικνύει ότι μια μικρή χώρα μπορεί να έχει μεγάλη φωνή, όταν διαθέτει στρατηγική, συνέπεια και την ικανότητα να δημιουργεί σχέσεις εμπιστοσύνης. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της σύγχρονης κυπριακής εξωτερικής πολιτικής: να μετατρέψει τη γεωγραφία σε γεωπολιτικό πλεονέκτημα και την παρουσία της Κύπρου στην περιοχή σε πραγματική διεθνή επιρροή.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
TO GSI OR NOT TO GSI;

*του Στέλιου Γ. Προκοπίου
Διεθνολόγου – Υποψ. Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων
Πολλές φορές στο παρελθόν έχουμε αναφέρει την αναγκαιότητα για την Κυπριακή Δημοκρατία να συμμετέχει σε συνεταιρισμούς και συμμαχίες με διάφορα περιφερειακά και μη κράτη, τα οποία διατηρούν φιλικές σχέσεις ή μοιράζονται κοινά στρατηγικά συμφέροντα με τη χώρα μας, με στόχο την ενίσχυση της γεωπολιτικής της θέσης, την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων και κυρίως την θωράκιση της ασφάλειάς της, σε ένα ιδιαίτερα ρευστό και απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.
Η ανάγκη αυτή, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική υπό τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, όπου η ισχύς των κρατών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το μέγεθος ή τον πληθυσμό τους, αλλά και από τη συμμετοχή τους σε δίκτυα συνεργασίας, κοινές υποδομές και στρατηγικές πρωτοβουλίες που δημιουργούν δεσμούς αμοιβαίου συμφέροντος και αυξάνουν την ανθεκτικότητά τους απέναντι στις διεθνείς προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI) αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο ενεργειακής υποδομής, αλλά για μια στρατηγική πρωτοβουλία που εντάσσει την Κύπρο σε ένα πλέγμα συνεργασίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ελλάδας και Ισραήλ, αναβαθμίζοντας ουσιαστικά τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και υπερβαίνει τα στενά όρια ενός ενεργειακού έργου, αποκτώντας έτσι ευρύτερη πολιτική και γεωπολιτική αξία.
Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κατά κύριο λόγο στο οικονομικό κόστος του έργου και στις πιθανές επιπτώσεις που ενδέχεται να μετακυλισθούν στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, η πραγματική του σημασία δεν περιορίζεται στην ενεργειακή του διάσταση. Πρόκειται αναμφίβολα για ζητήματα σημαντικά, τα οποία μπορούν να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη εξειδίκευση από τους αρμόδιους τεχνοκράτες και ειδικούς. Ωστόσο, η οικονομική διάσταση του έργου δεν θα πρέπει να εξετάζεται αποκομμένη από τις ευρύτερες γεωπολιτικές του προεκτάσεις. Η αξιολόγηση του κόστους και των πιθανών επιβαρύνσεων είναι ασφαλώς απαραίτητη και πρέπει να γίνεται με σοβαρότητα και τεκμηρίωση, χωρίς όμως να επισκιάζει τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές δυνατότητες του έργου.
Σε μια εποχή κατά την οποία η ενέργεια, η ασφάλεια και οι διεθνείς συμμαχίες αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο, ο GSI μπορεί να εξελιχθεί σε ένα έργο με επιπτώσεις που θα ξεπερνούν κατά πολύ τον τομέα της ηλεκτροδότησης.
Η προοπτική αυτή συνδέεται άμεσα με το σημαντικότερο διαχρονικό πλεονέκτημα της Κύπρου, τη γεωγραφική της θέση. Η γεωγραφία όμως από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται υποδομές που να μετατρέπουν αυτό το φυσικό πλεονέκτημα σε πραγματική πολιτική και οικονομική αξία. Ο Great Sea Interconnector μπορεί να επιτελέσει ακριβώς αυτόν τον ρόλο, αναβαθμίζοντας τη θέση της χώρας ως γέφυρας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ανατολικής Μεσογείου και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της βαρύτητα.
Στη σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα, κράτη που συμμετέχουν σε κρίσιμες υποδομές μεταφοράς ενέργειας, αποκτούν επιρροή δυσανάλογη προς το μέγεθός τους, ακριβώς επειδή καθίστανται απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία ευρύτερων περιφερειακών δικτύων.
Εξίσου σημαντική, είναι η διάσταση των διεθνών συνεργασιών που δημιουργούνται μέσα από τέτοιες υποδομές. Οι πολιτικές συμμαχίες μεταβάλλονται συχνά ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, όμως οι μεγάλες διακρατικές επενδύσεις δημιουργούν σχέσεις αμοιβαίου συμφέροντος. Όταν διαφορετικά κράτη επενδύουν σημαντικούς πόρους σε ένα κοινό έργο, αποκτούν παράλληλα ισχυρό κίνητρο να διαφυλάξουν τη σταθερότητα και την ασφάλειά του.
Για την Κυπριακή Δημοκρατία, η συμμετοχή σε ένα τέτοιο σχήμα συνεργασίας με την Ελλάδα και το Ισραήλ, σε συνδυασμό με την άμεση στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς το έργο, ενισχύει το διπλωματικό της αποτύπωμα και δημιουργεί προϋποθέσεις για περαιτέρω συνεργασίες στους τομείς της ενέργειας, της τεχνολογίας, των επενδύσεων, αλλά κυρίως στους τομείς ασφάλειας και άμυνας.
Φυσικά, κανένα έργο τέτοιας εμβέλειας δεν στερείται κινδύνων και προκλήσεων. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι η ολοκλήρωση ενός έργου που συνδέει άμεσα την Κύπρο με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο, μέσω της Ελλάδας, δεν ενισχύει μόνο την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, εξού και στο παρελθόν είχε προβεί σε απαράδεκτες προκλήσεις, με στόχο να αποτρέψει την συνέχιση του έργου.
Με άλλα λόγια, η αξία του έργου δεν περιορίζεται στα χιλιόμετρα του καλωδίου που θα τοποθετηθούν στον βυθό της Μεσογείου, αλλά επεκτείνεται στο πλέγμα συμφερόντων, συνεργασιών και αλληλεξαρτήσεων που δημιουργεί γύρω από την Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς αυτή η διάσταση είναι που προσδίδει στο έργο ευρύτερη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση για τον Great Sea Interconnector δεν μπορεί να εξαντλείται αποκλειστικά σε λογιστικούς υπολογισμούς ή σε βραχυπρόθεσμες οικονομικές ανησυχίες. Τα μεγάλα στρατηγικά έργα αξιολογούνται όχι μόνο με βάση το άμεσο οικονομικό τους κόστος, αλλά και από τη δυνατότητά τους να διαμορφώνουν τις στρατηγικές επιλογές και τις προοπτικές μιας χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Για τον λόγο αυτό, παρά τις δυσκολίες, τις αβεβαιότητες και τις προκλήσεις που αναμφίβολα υπάρχουν, το έργο πρέπει να αξιολογηθεί με όρους μακροπρόθεσμου εθνικού και στρατηγικού συμφέροντος το οποίο θα διαμορφώσει, σε σημαντικό βαθμό, τις δυνατότητες και τις επιλογές της χώρας για τις επόμενες γενιές.
-
Off the Record4 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
Off the Record3 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record3 weeks agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
voulitv2 weeks agoΧριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;
-
Off the Record2 weeks agoΨάχνουν τον νέο Χριστοδουλίδη. Ο παλιός είναι ακόμη στο Προεδρικό!
-
Off the Record3 weeks agoΠροσδοκώμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του τύπου “και η πίτα γερή και ο σκύλος χορτάτος”
-
Off the Record1 week agoΤο είπα-ξείπα της Αννίτας






