ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Από τα δώρα Μπάιντεν στο άγνωστο…
Από τη Δευτέρα 20 Ιανουαρίου ο Ντόναλντ Τραμπ αναλαμβάνει την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής για την επόμενη τετραετία, μέχρι το 2029, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τις ανησυχίες διεθνώς λόγω της προσωπικότητάς του. Η δεύτερη θητεία Τραμπ συμπίπτει με μια πολύ ιδιαίτερη συγκυρία τόσο ως προς το αναβαθμισμένο αποτύπωμα των κυπροαμερικανικών σχέσεων, τάση που επισφραγίστηκε με το «δώρο Μπάιντεν» της περασμένης Τετάρτης με τα τρία πολύ σημαντικά προγράμματα αμυντικής συνεργασίας στα οποία προσχώρησε η Κυπριακή Δημοκρατία, την ιδιαίτερα ρευστή κατάσταση στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου (Μεσανατολικό, πτώση καθεστώτος Άσαντ στη Συρία) και φυσικά με την κινητικότητα στο Κυπριακό στην πιο δύσκολη αλλά και, για πολλούς, καθοριστική φάση που διέρχεται τα τελευταία χρόνια.
Επί Τραμπ αναμένεται αβεβαιότητα σε σχέση με το πώς θα κινηθεί σε επίπεδο διεθνούς συστήματος και πώς οι επιλογές του θα επηρεάσουν τόσο την Ευρώπη όσο και τη Μ. Ανατολή
Το πώς οι κυπροαμερικανικές σχέσεις και εν γένει η εξωτερική πολιτική της Κ.Δ. θα δοκιμαστούν το αμέσως επόμενο διάστημα, η έκβαση του Κυπριακού σε μια κρίσιμη φάση του και φυσικά το αποτύπωμα της προεδρίας Τραμπ αποτελούν ένα πολύ ενδιαφέρον πεδίο για την ίδια τη Λευκωσία.
Πού βρισκόμαστε
Η σημαντική αναβάθμιση των σχέσεων Ουάσιγκτον-Λευκωσίας σε όλα τα επίπεδα φέρει τη σφραγίδα του Τζο Μπάιντεν και συμπίπτει χρονικά με τις δύο θητείες Αναστασιάδη ήδη από την περίοδο που αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα διετέλεσε ο κ. Μπάιντεν. Ο τελευταίος ουσιαστικά «εκκίνησε» και «έκλεισε» την αναβαθμισμένη εταιρική σχέση ΗΠΑ-Κυπριακής Δημοκρατίας αρχής γενομένης από την ιστορική του επίσκεψη, ως αντιπροέδρου των ΗΠΑ, στη Λευκωσία την άνοιξη του 2014 και με καταληκτική εξέλιξη την επίσκεψη του προέδρου Χριστοδουλίδη, στον Λευκό Οίκο, την πρώτη μετά από χρόνια για ΠτΔ, τον περασμένο Οκτώβριο. Η κίνηση μάλιστα του κ. Μπάιντεν να ανακοινώσει ουσιαστικά την προσχώρηση της Κ.Δ. σε τρία πολύ σημαντικά προγράμματα αμυντικής συνεργασίας στην εκπνοή της θητείας του, αποτελούν και το επισφράγισμα μιας πολιτικής που γεννήθηκε όχι μόνο από τον Μπάιντεν προσωπικά, αλλά και από τη συνειδητοποίηση εκ μέρους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής της αναδυόμενης σημασίας της Ανατολικής Μεσογείου, μέρος της οποίας είναι, μεταξύ άλλων σημαντικών αμερικανικών στρατηγικών εταίρων, και η Κύπρος.
Φυσικά, δεν έλειψαν και οι ευνοϊκές συγκυρίες που ευνοούν το σύνολο των συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή, αλλά και δύο συνεχιζόμενες καταστάσεις κρίσης μετά το 2022 και το 2023 – η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή (Γάζα, Λίβανος) που λίγο πριν από την εκπνοή του 2024 οδήγησε και στην τεκτονικής σημασίας αλλαγή παραδείγματος στο Συριακό, με την πτώση του καθεστώτος Άσαντ. Οι εν λόγω κρίσεις θα συνεχιστούν, τουλάχιστον, στις αρχές του 2025 με την Κυπριακή Δημοκρατία να εισέρχεται σε αυτές τις πρωτοφανείς καταστάσεις με δύο ποιοτικά χαρακτηριστικά: α. Την ανάγκη της ταχείας «απορωσοποίησης» της οικονομίας της και του μοντέλου παραγωγής της (υπηρεσίες), πτυχή που επιταχύνθηκε από το σκάνδαλο του ΚΕΠ με τα «χρυσά διαβατήρια» και που κόστισε σημαντικά στη διεθνή της αξιοπιστία, ιδίως στη δεύτερη θητεία Αναστασιάδη και β. Την προσαρμογή στις εξελίξεις στην περιοχή όπου η Κ.Δ. διά της εξωτερικής της πολιτικής αναζήτησε και εξακολουθεί να αναζητεί ρόλο – όχι απαραίτητα πάντα επιτυχημένο ως προς το τελικό αποτέλεσμα, αλλά σίγουρα με εξωστρέφεια που δεν υπήρχε τις δεκαετίες του ’80, του ’90 και του 2000.
Τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της ιδιαίτερης αυτής εγγενούς αντίφασης μεταξύ των αναγκών της Κ.Δ. και των ρεαλιστικών προσαρμογών της σε σχέση πάντα με τις κυπροαμερικανικές σχέσεις και την εξωτερική της πολιτική αποτελούν ο πρώην γερουσιαστής Μπομπ Μενέντεζ που υπερπροβλήθηκε από τη Λευκωσία την περίοδο 2013-2015 και 2020-2023 ως βασικός δρων της αναβάθμισης με τις ΗΠΑ και κατέληξε να καταδικαστεί για δωροδοκία, αντιμετωπίζοντας σήμερα δυνητική κάθειρξη 15 ετών και η νευρικότητα που επέδειξε η Λευκωσία τόσο μετά τη σαρωτική επικράτηση Τραμπ όσο και μετά την πτώση Άσαντ, δεδομένης της αυξημένης επιρροής της Τουρκίας στην επόμενη ημέρα του Συριακού.
Πού οδεύουμε
Επί Τραμπ αναμένεται αβεβαιότητα σε σχέση με το πώς θα κινηθεί σε επίπεδο διεθνούς συστήματος και πώς οι επιλογές του θα επηρεάσουν τόσο την Ευρώπη όσο και τη Μέση Ανατολή – και αναπόφευκτα την Κύπρο. Στη Λευκωσία υπάρχει επίγνωση πως ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί άριστες προσωπικές και επιχειρηματικές σχέσεις με την Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν και ήδη με δημόσιες δηλώσεις έχει εκθειάσει δις την Άγκυρα και τον Τούρκο πρόεδρο σε σχέση με τις πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία. Η Λευκωσία ήδη σε επίπεδο της ίδιας προσέγγισης επί εποχής Μενέντεζ αναζητεί μέσω του ελληνικού και ελληνοκυπριακού λόμπι στις ΗΠΑ προσβάσεις για άσκηση πίεσης για το Κυπριακό στην αμερικανική πολιτική σκηνή και στο πλαίσιο αυτού προκύπτουν ανά καιρούς πρωτοβουλίες, όπως η πρόσφατη για διακομματικό ψήφισμα στο Κογκρέσο που καλεί τον Τραμπ να αναλάβει δράση στο Κυπριακό, καθιστώντας το «κορυφαίο ζήτημα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής» – ή προτάσεις για μόνιμη άρση του εμπάργκο όπλων.
Ωστόσο και παρά την επικοινωνιακή διάσταση που δίνεται στα εν λόγω ζητήματα στο εσωτερικό, η δεύτερη θητεία Τραμπ μπορεί μεν να προσλαμβάνει τις κυπροαμερικανικές σχέσεις ως αναβαθμισμένες –όπως και είναι– αλλά διαθέτει και τον κυνισμό της realpolitik, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν στην «Κ» έμπειροι παρατηρητές, του «να ζήσει και χωρίς το Κυπριακό». Υπό αυτό το βάρος η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ θα κριθεί πολύ νωρίς σχετικά με τις εξελίξεις του Κυπριακού, που θα είναι έντονες το πρώτο εξάμηνο του 2025, αρχής γενομένης από μια διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό τον Μάρτιο, και που αυτή τη φορά φτάνουν μέχρι και το δίλημμα του μόνιμου αδιεξόδου ή της αλλαγής παραδείγματος ως προς τη μορφή λύσης μετά από δεκαετίες.
H νευρικότητα της Λευκωσίας αμέσως μετά τη νίκη Τραμπ διαφάνηκε και από τις τότε διαρροές για επαφή με αξιωματούχους «και από το στρατόπεδο Τραμπ» και φυσικά υπάρχει και συνεχιζόμενη προσπάθεια για διπλωματικές επαφές, σε υψηλό επίπεδο, με την ανάληψη καθηκόντων της προεδρίας Τραμπ. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν έχει εκφραστεί, ακόμη, σε σχέση με το Κυπριακό, με το τελευταίο να αποτελεί ιδιαίτερα ενδιαφέρον πεδίο, αν τους επόμενους μήνες ο κ. Τραμπ κληθεί να σχολιάσει κάποια εξέλιξη – δεδομένου και του τρόπου που συνήθως εκφράζεται δημόσια για διεθνή θέματα, εκτός των διπλωματικών θεσμίων και συχνά με έντονη γλώσσα, όπως διαφάνηκε εξάλλου προσφάτως και με τις δηλώσεις του για τη Γροιλανδία και τον Κόλπο του Μεξικού.
Η άρση εμπάργκο και η επόμενη ημέρα
Η επίσημη πλέον προσχώρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στα προγράμματα Διεθνών Πωλήσεων Στρατιωτικού Υλικού (Foreign Military Sales), Παροχής Πλεονάζοντος Αμυντικού Υλικού (Excess Defense Articles) και Τίτλου 10 για παροχή εκπαίδευσης και εξοπλισμού στις εθνικές δυνάμεις ασφαλείας ξένων χωρών (Title 10 security assistance program) επιβεβαιώνει τη στρατηγική αναβάθμιση των διμερών σχέσεων Λευκωσίας-Ουάσιγκτον, μια τάση που ξεκίνησε μετά τη διετία 2020-2021 και την αρχική απόφαση του 2019 για μερική άρση του εμπάργκο όπλων και ουσιαστικά άρει ντε φάκτο, μη-μόνιμο ωστόσο, το εμπάργκο όπλων που επιβλήθηκε στην Κ.Δ. το 1987.
Η προσχώρηση στα εν λόγω τρία προγράμματα των ΗΠΑ ουσιαστικά ανοίγει τον δρόμο για ταχύ εκσυγχρονισμό του συνόλου της Ε.Φ. σε νατοϊκά πρότυπα δίνοντας, όπως χαρακτηριστικά τονίζουν στην «Κ» πηγές με γνώση του θέματος, σειρά δυνατοτήτων και αναρίθμητες επιλογές στο βάθος της επόμενης πενταετίας για ανανέωση του συνόλου του ατομικού εξοπλισμού της Ε.Φ. (τόσο σε φονικό όσο και σε μη-φονικό επίπεδο) στα πρότυπα του ΝΑΤΟ (NATO Standardization, STANAG), όπως η πλειοψηφία των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αξίζει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι ιδιαίτερης σημασίας για την Ε.Φ. και τις σημερινές της, περιορισμένες, δυνατότητες από τα τρία αμερικανικά προγράμματα αποτελεί η Παροχή Πλεονάζοντος Αμυντικού Υλικού (Excess Defense Articles) το γνωστό υλικό «surplus» του αμερικανικού στρατού, που διαχρονικά αποτέλεσε και το σημείο εκκίνησης, μεταπολεμικά, για τον εκσυγχρονισμό των περισσότερων εθνικών στρατών της Ευρώπης, μιας και ετησίως υπολογίζεται σε υλικά με αξία αρχικής απόκτησης δεκάδων δισεκατομμυρίων που ουσιαστικά μια στρατιωτική υπερδύναμη σαν τις ΗΠΑ «ξεφορτώνεται». Να σημειωθεί για σκοπούς αποφυγής υπερβολών –εν μέσω ενθουσιασμού από την κυβέρνηση για την σημαντική απόφαση της Ουάσιγκτον– πως στο πλεονάζον αμυντικό υλικό των ΗΠΑ δεν περιλαμβάνονται, προφανώς στρατηγικά όπλα (πλοία, πολεμικά αεροσκάφη, πυραυλικά συστήματα).
Για την Ε.Φ. η επόμενη ημέρα της σημαντικής της εισόδου σε αυτά τα τρία αμερικανικά προγράμματα εδράζεται στο αν θα κινηθεί στρατηγικά ώστε να επωφεληθεί ολιστικά ως προς τις δυνατότητες απόκτησης και επιπλέον αν θα κατορθώσει –σε βάθος χρόνου– να «απορωσοποιήσει» πλήρως τα εξοπλιστικά της προγράμματα (ήδη συμβαίνει) με τη μέγιστη δυνατή εξισορρόπηση μεταξύ αμερικανικών και ευρωπαϊκών συστημάτων για σκοπούς περαιτέρω εμβάθυνσης με την ευρωατλαντική της αναζήτηση, αλλά και χωρίς να απορρίπτει τη διάσταση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Πηγή: Kathimerini
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
-
Off the Record2 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record1 week agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record7 days agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record4 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record1 month agoΟι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus






