Off the Record
Οι εφιάλτες της μετα-Ανανικής εποχής: 2025 και η εσωτερική διάβρωση της κυπριακής υπόθεσης
Δύο δεκαετίες μετά το ηχηρό και αδιαμφισβήτητο “Όχι” του κυπριακού λαού στο Σχέδιο Ανάν, το πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο εξακολουθεί να ταλανίζεται από τα απόνερα μιας εσωτερικής διχοστασίας, που δεν έχει θεραπευθεί. Ενώ η ετυμηγορία του 2004 όφειλε να λειτουργήσει ως πυξίδα εθνικής ενότητας και διπλωματικής αξιοπρέπειας, αντίθετα λειτούργησε ως αφετηρία ενός υπόγειου ρεύματος πολιτικού αναθεωρητισμού, που επιδίωξε -και επιδιώκει ακόμη- να διαβρώσει το νόημα εκείνης της απόφασης.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά το δημοψήφισμα, κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες επιδόθηκαν σε μια επιχείρηση αποδόμησης του “Όχι”, παρουσιάζοντάς το είτε ως “λάθος” είτε ως “ευκαιρία για νέα αρχή”, προκειμένου να συντηρηθεί στην πολιτική σκηνή η λογική της «λύσης πάση θυσία». Το ΑΚΕΛ, με ιδεολογική εμμονή στον δικοινοτισμό και την υπεράσπιση της «επαναπροσέγγισης», έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εδραίωση της ιδέας ότι το Κυπριακό δεν είναι ζήτημα εισβολής και κατοχής, αλλά απλώς ένα «πολιτειακό πρόβλημα» που χρειάζεται διαχείριση. Από την άλλη, η ηγεσία του ΔΗΣΥ, με χαρακτηριστικότερη μορφή τον Αβέρωφ Νεοφύτου, επένδυσε σε μια ρητορική ρεαλισμού, προτάσσοντας συνεχώς την ανάγκη “να μη χάσουμε το τρένο της λύσης”, ακόμη και όταν οι όροι της λύσης εξευτέλιζαν κάθε έννοια κυριαρχίας, αξιοπρέπειας και διεθνούς νομιμότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκαν και οι γνωστοί θιασώτες της “όποιας λύσης”: ένα ετερόκλητο δίκτυο πολιτικών, δημοσιολογούντων, ακαδημαϊκών και παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι με συνέπεια προωθούν εδώ και χρόνια κάθε εκδοχή διευθέτησης του Κυπριακού, ανεξαρτήτως περιεχομένου και εθνικού κόστους. Η στάση τους δεν καθορίζεται από τη διεθνή πραγματικότητα ή τη συμπεριφορά της Άγκυρας, αλλά από έναν εσωτερικό ιδεολογικό φανατισμό υπέρ της “επανένωσης”, ακόμη κι αν αυτή συνεπάγεται την αναγνώριση τετελεσμένων, τη νομιμοποίηση της τουρκικής παρουσίας και την ακύρωση βασικών δικαιωμάτων του κυπριακού Ελληνισμού. Στο λεξιλόγιό τους, όποιος αντιστέκεται στη λογική της συνθηκολόγησης βαφτίζεται «εθνικιστής» ή «οπαδός της διχοτόμησης».
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι αμείλικτη. Η Τουρκία, ειδικά μετά το 2020, εγκατέλειψε κάθε προσχηματική προσήλωση στην ομοσπονδία και επιδιώκει πια ανοικτά λύση δύο κρατών. Ο κατοχικός ηγέτης Ερσίν Τατάρ λειτουργεί ως πιστός εντολοδόχος της Άγκυρας, απορρίπτοντας εκ των προτέρων οποιοδήποτε μοντέλο λύσης που θα οδηγούσε σε επανένωση υπό μία κυριαρχία.
Παρά τις συνθήκες αυτές, και παρότι η Τουρκία συνεχίζει τις παραβιάσεις στην ΑΟΖ, τις προκλήσεις εντός της νεκρής ζώνης και την προώθηση εποίκων, στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας διατηρείται ζωντανή μια πολιτική γραμμή που επιμένει πως “πρέπει να ξαναρχίσουν οι συνομιλίες χωρίς όρους”.
Η γραμμή αυτή δεν είναι απλώς αφελής· είναι επικίνδυνη. Διότι επιχειρεί να επιβάλει στο δημόσιο αίσθημα την ιδέα πως η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εξίσου υπεύθυνη για τη μη λύση του Κυπριακού, και άρα πρέπει να δείξει “ευελιξία” για να ξεκολλήσει η διαδικασία. Πρόκειται για μια αντίληψη που αθωώνει την τουρκική πολιτική, παγιώνει την κατοχή και διαβρώνει σταδιακά την εθνική συνείδηση, ιδίως στις νεότερες γενιές.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι οι πολιτικοί φορείς που πρωτοστάτησαν σε αυτήν τη γραμμή -από το ΑΚΕΛ μέχρι τον ΔΗΣΥ- συνεχίζουν και σήμερα να εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της “υπευθυνότητας”, του “εκσυγχρονισμού” και της “πολιτικής ωριμότητας”. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου προβάλλεται ως “τεχνοκράτης της σταθερότητας” και το ΑΚΕΛ ως “κόμμα πατριωτικό με κοινωνική ευαισθησία”. Και, όμως, πρόκειται για τους ίδιους πολιτικούς μηχανισμούς που υπονόμευσαν συστηματικά το διεθνές κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποδεχόμενοι την πολιτική ισότητα χωρίς αντίκρισμα, δικαιολογώντας την παρουσία στρατευμάτων, ή εμφανίζοντας την Τουρκία ως εταίρο που μπορούμε να πείσουμε – αν φανούμε αρκετά υποχωρητικοί.
Μπροστά σε αυτό το σκηνικό, η εθνική στρατηγική της Κύπρου δεν μπορεί να στηρίζεται άλλο σε αυταπάτες. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αναμένουμε «καλή θέληση» από έναν επιτιθέμενο που δεν κρύβει τις προθέσεις του. Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε συνεχώς με τον εαυτό μας, ενώ η άλλη πλευρά θέτει τελεσίγραφα. Η Κύπρος έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα: συμμετοχή στην Ε.Ε., στρατηγικές συμμαχίες με Ισραήλ, Αίγυπτο, Ελλάδα, ενεργειακές δυνατότητες. Αυτά πρέπει ν’ αποτελέσουν τη βάση για μια εθνική πολιτική ανάσχεσης, όχι μια πλατφόρμα νέων υποχωρήσεων.
Ακόμα και ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης, ο πλέον “διαλλακτικός” Πρόεδρος της μετα-Ανανικής περιόδου, είχε παραδεχτεί δημόσια το 2020 ότι η πολιτική τού κατευνασμού απέτυχε. Αν αυτό το διαπίστωνε ο αρχιτέκτονας της προσέγγισης με την τουρκική πλευρά, τότε τι ακριβώς προσδοκούν σήμερα όσοι μιλούν για «θετική ατζέντα» και νέα ευκαιρία λύσης με έναν Τατάρ απέναντί τους;
Η επανέναρξη των συνομιλιών που συζητείται σήμερα δεν μπορεί να γίνεται χωρίς πλήρη επίγνωση των νέων -και πολύ χειρότερων- δεδομένων. Δεν μπορεί να γίνει με αφέλεια ή από ανάγκη να παραχθεί πολιτικό έργο. Πρέπει να υπάρχει σαφής στόχος, σαφές όριο και κυρίως: εθνική ενότητα, χωρίς “πέμπτες φάλαγγες” στο εσωτερικό.
Ο δρόμος μπροστά δεν είναι εύκολος. Αλλά σίγουρα δεν περνά μέσα από τη λογική της «όποιας λύσης». Η Κύπρος δεν αντέχει άλλη ήττα μεταμφιεσμένη σε συμφωνία. Το ερώτημα πια δεν είναι αν θα λυθεί το Κυπριακό. Το ερώτημα είναι πώς θα λυθεί το Κυπριακό. Λύση για την οποία απλώς συμβιβαζόμαστε ή λύση που μας δικαιώνει;
ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ
Off the Record
Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η κατοχή δεν συντηρείται μόνο από τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας. Συντηρείται και από την οικονομική δραστηριότητα που αναπτύσσεται στα κατεχόμενα, δραστηριότητα στην οποία, δυστυχώς, συμμετέχουν και χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.
Κάθε επίσκεψη στα παράνομα καζίνα των κατεχομένων δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική επιλογή ψυχαγωγίας. Αποτελεί οικονομική ενίσχυση ενός παράνομου καθεστώτος που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής του 1974 και εξακολουθεί να υφίσταται χάρη στη στρατιωτική κατοχή και την οικονομική στήριξη της Άγκυρας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι ανάμεσα στους επισκέπτες των καζίνων συγκαταλέγονται και πρόσωπα που υπηρέτησαν επί δεκαετίες την Κυπριακή Δημοκρατία, τον δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα ή τον τραπεζικό χώρο. Πολίτες που απολάμβαναν την ασφάλεια και τα ωφελήματα του κράτους δικαίου επιλέγουν σήμερα να ενισχύουν οικονομικά τις δομές ενός κατοχικού καθεστώτος που αμφισβητεί καθημερινά την κυριαρχία της ίδιας τους της πατρίδας.
Η αντίφαση είναι προφανής. Από τη μια τιμούμε τους πεσόντες, αναζητούμε ακόμη τους αγνοουμένους, στεκόμαστε δίπλα στους πρόσφυγες και στους εγκλωβισμένους. Από την άλλη, συμπατριώτες μας αφήνουν εκατομμύρια ευρώ στις επιχειρήσεις των κατεχομένων, ενισχύοντας έμμεσα μια οικονομία που λειτουργεί προς όφελος της κατοχικής δύναμης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν σταματά στα καζίνα.
Την ίδια ώρα που χρήματα από τις ελεύθερες περιοχές καταλήγουν στα κατεχόμενα, η Τουρκία συνεχίζει να δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους. Η υπόθεση της νεκρής ζώνης και ιδιαίτερα τα γεγονότα στην Πύλα κατέδειξαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι η Άγκυρα εφαρμόζει με συνέπεια τη γνωστή στρατηγική των μικρών αλλά συνεχών επεκτάσεων. Κάθε βήμα που μένει αναπάντητο μετατρέπεται στο επόμενο τετελεσμένο.
Η νεκρή ζώνη δεν αποτελεί τουρκικό έδαφος. Είναι περιοχή που βρίσκεται υπό την ευθύνη της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών ως ζώνη ασφαλείας. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του καθεστώτος της συνιστά σοβαρή παραβίαση των συμφωνημένων δεδομένων και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη επεισόδιο της καθημερινότητας.
Τα επεισόδια στην Πύλα, κατά τα οποία δέχθηκαν επιθέσεις ακόμη και μέλη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, απέδειξαν ότι η Τουρκία δεν διστάζει να αμφισβητήσει ούτε την παρουσία του ίδιου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών όταν αυτό εξυπηρετεί τους στρατηγικούς της σχεδιασμούς. Όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι οι τουρκικές επιδιώξεις περιορίζονται στα σημερινά δεδομένα της κατοχής, απλώς αγνοούν την πραγματικότητα των τελευταίων πέντε δεκαετιών.
Γι’ αυτό και τα δύο ζητήματα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Η οικονομική ενίσχυση των κατεχομένων και η σταδιακή επέκταση των κατοχικών τετελεσμένων αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Από τη μια πλευρά εισρέουν χρήματα που ενισχύουν την οικονομική βιωσιμότητα του κατοχικού καθεστώτος. Από την άλλη, επιχειρείται η δημιουργία νέων δεδομένων επί του εδάφους, ώστε η κατοχή να παγιώνεται ακόμη περισσότερο.
Η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να αντιμετωπίσει και τα δύο μέτωπα με αποφασιστικότητα. Να εφαρμόζει απαρέγκλιτα τη νομοθεσία όπου αυτή παραβιάζεται, να αξιοποιεί κάθε διαθέσιμο διπλωματικό και νομικό μέσο απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και να υπενθυμίζει διαρκώς στη διεθνή κοινότητα ότι η κατοχή δεν αποτελεί μια «παγωμένη διαφορά», αλλά μια συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου.
Η ευθύνη, όμως, δεν ανήκει μόνο στην Πολιτεία.
Ανήκει και στον κάθε πολίτη ξεχωριστά. Ο πατριωτισμός δεν εξαντλείται στις επετειακές ομιλίες, ούτε στις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αποδεικνύεται καθημερινά μέσα από τις προσωπικές μας επιλογές. Δεν μπορεί κανείς να καταδικάζει την κατοχή και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί, έστω και έμμεσα, τις οικονομικές δομές που τη συντηρούν.
Η Κύπρος εξακολουθεί να ζει τις συνέπειες της εισβολής του 1974. Οι πρόσφυγες παραμένουν μακριά από τις πατρογονικές τους εστίες. Οι οικογένειες των αγνοουμένων συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Οι εγκλωβισμένοι εξακολουθούν να δοκιμάζονται. Η κατοχή δεν ανήκει στο παρελθόν· είναι μια καθημερινή πραγματικότητα.
Γι’ αυτό η ενίσχυση των παράνομων καζίνων στα κατεχόμενα δεν μπορεί να θεωρείται μια αθώα προσωπική επιλογή. Είναι μια πράξη με πολιτικές, οικονομικές και εθνικές προεκτάσεις. Και ως τέτοια οφείλει να αντιμετωπίζεται από όλους μας με τη σοβαρότητα που της αρμόζει.
Η ιστορία διδάσκει ότι τα τετελεσμένα παγιώνονται όταν οι κοινωνίες συνηθίζουν να τα αποδέχονται. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια ούτε της αδιαφορίας ούτε της λήθης.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
Off the Record
Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
Μια νέα περίοδος διεργασιών και διπλωματικών ζυμώσεων αρχίζει για το Κυπριακό. Ωστόσο, οι προοπτικές για ουσιαστική πρόοδο παραμένουν, για ακόμη μία φορά, εξαιρετικά περιορισμένες. Τίποτα δεν επιτρέπει αισιοδοξία ότι οι επερχόμενες προσπάθειες θα οδηγήσουν σε ουσιαστική εξέλιξη.
Η Τουρκία όχι μόνο δεν υποχωρεί από τις πάγιες θέσεις της, αλλά συνεχίζει να κλιμακώνει τις προκλήσεις και τις απαιτήσεις της. Είναι πλέον καιρός να γίνει κατανοητό ότι, χωρίς ουσιαστικές πιέσεις και χωρίς το ενδεχόμενο πολιτικού ή διπλωματικού κόστους, η Άγκυρα –η οποία κρατά το κλειδί των εξελίξεων– δεν έχει κανένα κίνητρο να μεταβάλει τη στάση της.
Η μόνη δύναμη που διαθέτει την επιρροή να επηρεάσει αποφασιστικά την τουρκική ηγεσία είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη και στη σημερινή συγκυρία, όπου οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Άγκυρας δεν βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν τον μοναδικό διεθνή παράγοντα με τη δυνατότητα να ασκήσει πραγματική πίεση στην Τουρκία.
Το ζητούμενο είναι να πεισθεί η αμερικανική ηγεσία ότι η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δεν εξυπηρετείται με παραχωρήσεις προς την Άγκυρα, αλλά με την προάσπιση του διεθνούς δικαίου και την αποκατάσταση της νομιμότητας. Αναμφίβολα, η Τουρκία διατηρεί σημαντική γεωστρατηγική αξία για τη Δύση. Ωστόσο, τα δεδομένα των τελευταίων ετών έχουν διαφοροποιηθεί αισθητά.
Η Άγκυρα δεν εμφανίζεται πλέον ως ο αδιαμφισβήτητος και αξιόπιστος σύμμαχος του δυτικού κόσμου. Οι σχέσεις της με οργανώσεις όπως η Χαμάς, η προσέγγισή της με το Ιράν, οι επανειλημμένες συγκρούσεις της με την Ουάσιγκτον και η έντονη αντιπαράθεσή της με το Ισραήλ –τον στενότερο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή– καταδεικνύουν μια διαφορετική στρατηγική πορεία. Παράλληλα, οι επιλογές του Προέδρου ΡετζέπΤαγίπΕρντογάν έχουν επανειλημμένα προκαλέσει τριγμούς στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και έχουν δοκιμάσει τη συνοχή της δυτικής συμμαχίας.
Δεν πρέπει, άλλωστε, να λησμονείται ότι η Τουρκία αρνήθηκε να διευκολύνει τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, γεγονός που ανέδειξε τα όρια της στρατηγικής της σύμπλευσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κανείς δεν αναμένει, ούτε ζητεί, από τις ΗΠΑ να αντιπαρατεθούν στρατιωτικά με την Τουρκία. Εκείνο που αναμένουμε είναι να αξιοποιήσουν το πολιτικό και διπλωματικό τους βάρος, ώστε να καταστήσουν σαφές στην Άγκυρα ότι η συνεχιζόμενη κατοχή κυπριακού εδάφους συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και των θεμελιωδών αρχών της διεθνούς νομιμότητας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τα μέσα να επηρεάσουν ουσιαστικά την τουρκική στάση και να ενθαρρύνουν την ευθυγράμμισή της με τις αποφάσεις και τις αρχές του ΟΗΕ. Αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση.
Η Κύπρος, η Ελλάδα και ο ευρύτερος Ελληνισμός υπήρξαν διαχρονικά συνεπείς φίλοι και αξιόπιστοι εταίροι της Δύσης και ιδιαίτερα των Ηνωμένων Πολιτειών. Το απέδειξαν έμπρακτα τόσο στο παρελθόν όσο και στη σύγχρονη εποχή και εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντες σταθερότητας σε μια περιοχή ιδιαίτερα κρίσιμη για τη διεθνή ασφάλεια.
Γι’ αυτό και δικαιολογημένα αναμένουμε ότι, στη νέα αυτή προσπάθεια επανεκκίνησης των συνομιλιών για το Κυπριακό, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν έναν πιο ενεργό και ουσιαστικό ρόλο. Θα ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις τους απέναντι σε έναν στρατηγικό εταίρο, όπως οι ίδιες χαρακτηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία, συμβάλλοντας έμπρακτα στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της διεθνούς νομιμότητας.
Αυτό δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση απέναντι στην Κύπρο και τον Ελληνισμό. Αποτελεί υποχρέωση απέναντι στις αρχές της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του κράτους δικαίου, αξίες τις οποίες οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες διακηρύσσουν ότι υπηρετούν και υπερασπίζονται.
ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 week agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΜεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη






