Connect with us

Off the Record

Οι εφιάλτες της μετα-Ανανικής εποχής: 2025 και η εσωτερική διάβρωση της κυπριακής υπόθεσης

Avatar photo

Published

on

Δύο δεκαετίες μετά το ηχηρό και αδιαμφισβήτητο “Όχι” του κυπριακού λαού στο Σχέδιο Ανάν, το πολιτικό σκηνικό στην Κύπρο εξακολουθεί να ταλανίζεται από τα απόνερα μιας εσωτερικής διχοστασίας, που δεν έχει θεραπευθεί. Ενώ η ετυμηγορία του 2004 όφειλε να λειτουργήσει ως πυξίδα εθνικής ενότητας και διπλωματικής αξιοπρέπειας, αντίθετα λειτούργησε ως αφετηρία ενός υπόγειου ρεύματος πολιτικού αναθεωρητισμού, που επιδίωξε -και επιδιώκει ακόμη- να διαβρώσει το νόημα εκείνης της απόφασης.

Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά το δημοψήφισμα, κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες επιδόθηκαν σε μια επιχείρηση αποδόμησης του “Όχι”, παρουσιάζοντάς το είτε ως “λάθος” είτε ως “ευκαιρία για νέα αρχή”, προκειμένου να συντηρηθεί στην πολιτική σκηνή η λογική της «λύσης πάση θυσία». Το ΑΚΕΛ, με ιδεολογική εμμονή στον δικοινοτισμό και την υπεράσπιση της «επαναπροσέγγισης», έπαιξε κεντρικό ρόλο στην εδραίωση της ιδέας ότι το Κυπριακό δεν είναι ζήτημα εισβολής και κατοχής, αλλά απλώς ένα «πολιτειακό πρόβλημα» που χρειάζεται διαχείριση. Από την άλλη, η ηγεσία του ΔΗΣΥ, με χαρακτηριστικότερη μορφή τον Αβέρωφ Νεοφύτου, επένδυσε σε μια ρητορική ρεαλισμού, προτάσσοντας συνεχώς την ανάγκη “να μη χάσουμε το τρένο της λύσης”, ακόμη και όταν οι όροι της λύσης εξευτέλιζαν κάθε έννοια κυριαρχίας, αξιοπρέπειας και διεθνούς νομιμότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο εμφανίστηκαν και οι γνωστοί θιασώτες της “όποιας λύσης”: ένα ετερόκλητο δίκτυο πολιτικών, δημοσιολογούντων, ακαδημαϊκών και παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών, οι οποίοι με συνέπεια προωθούν εδώ και χρόνια κάθε εκδοχή διευθέτησης του Κυπριακού, ανεξαρτήτως περιεχομένου και εθνικού κόστους. Η στάση τους δεν καθορίζεται από τη διεθνή πραγματικότητα ή τη συμπεριφορά της Άγκυρας, αλλά από έναν εσωτερικό ιδεολογικό φανατισμό υπέρ της “επανένωσης”, ακόμη κι αν αυτή συνεπάγεται την αναγνώριση τετελεσμένων, τη νομιμοποίηση της τουρκικής παρουσίας και την ακύρωση βασικών δικαιωμάτων του κυπριακού Ελληνισμού. Στο λεξιλόγιό τους, όποιος αντιστέκεται στη λογική της συνθηκολόγησης βαφτίζεται «εθνικιστής» ή «οπαδός της διχοτόμησης».

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι αμείλικτη. Η Τουρκία, ειδικά μετά το 2020, εγκατέλειψε κάθε προσχηματική προσήλωση στην ομοσπονδία και επιδιώκει πια ανοικτά λύση δύο κρατών. Ο κατοχικός ηγέτης Ερσίν Τατάρ λειτουργεί ως πιστός εντολοδόχος της Άγκυρας, απορρίπτοντας εκ των προτέρων οποιοδήποτε μοντέλο λύσης που θα οδηγούσε σε επανένωση υπό μία κυριαρχία.

Παρά τις συνθήκες αυτές, και παρότι η Τουρκία συνεχίζει τις παραβιάσεις στην ΑΟΖ, τις προκλήσεις εντός της νεκρής ζώνης και την προώθηση εποίκων, στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας διατηρείται ζωντανή μια πολιτική γραμμή που επιμένει πως “πρέπει να ξαναρχίσουν οι συνομιλίες χωρίς όρους”.

Η γραμμή αυτή δεν είναι απλώς αφελής· είναι επικίνδυνη. Διότι επιχειρεί να επιβάλει στο δημόσιο αίσθημα την ιδέα πως η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εξίσου υπεύθυνη για τη μη λύση του Κυπριακού, και άρα πρέπει να δείξει “ευελιξία” για να ξεκολλήσει η διαδικασία. Πρόκειται για μια αντίληψη που αθωώνει την τουρκική πολιτική, παγιώνει την κατοχή και διαβρώνει σταδιακά την εθνική συνείδηση, ιδίως στις νεότερες γενιές.

Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι οι πολιτικοί φορείς που πρωτοστάτησαν σε αυτήν τη γραμμή -από το ΑΚΕΛ μέχρι τον ΔΗΣΥ- συνεχίζουν και σήμερα να εμφανίζονται ως θεματοφύλακες της “υπευθυνότητας”, του “εκσυγχρονισμού” και της “πολιτικής ωριμότητας”. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου προβάλλεται ως “τεχνοκράτης της σταθερότητας” και το ΑΚΕΛ ως “κόμμα πατριωτικό με κοινωνική ευαισθησία”. Και, όμως, πρόκειται για τους ίδιους πολιτικούς μηχανισμούς που υπονόμευσαν συστηματικά το διεθνές κύρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποδεχόμενοι την πολιτική ισότητα χωρίς αντίκρισμα, δικαιολογώντας την παρουσία στρατευμάτων, ή εμφανίζοντας την Τουρκία ως εταίρο που μπορούμε να πείσουμε – αν φανούμε αρκετά υποχωρητικοί.

Μπροστά σε αυτό το σκηνικό, η εθνική στρατηγική της Κύπρου δεν μπορεί να στηρίζεται άλλο σε αυταπάτες. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αναμένουμε «καλή θέληση» από έναν επιτιθέμενο που δεν κρύβει τις προθέσεις του. Δεν μπορούμε να διαπραγματευόμαστε συνεχώς με τον εαυτό μας, ενώ η άλλη πλευρά θέτει τελεσίγραφα. Η Κύπρος έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα: συμμετοχή στην Ε.Ε., στρατηγικές συμμαχίες με Ισραήλ, Αίγυπτο, Ελλάδα, ενεργειακές δυνατότητες. Αυτά πρέπει ν’ αποτελέσουν τη βάση για μια εθνική πολιτική ανάσχεσης, όχι μια πλατφόρμα νέων υποχωρήσεων.

Ακόμα και ο ίδιος ο Νίκος Αναστασιάδης, ο πλέον “διαλλακτικός” Πρόεδρος της μετα-Ανανικής περιόδου, είχε παραδεχτεί δημόσια το 2020 ότι η πολιτική τού κατευνασμού απέτυχε. Αν αυτό το διαπίστωνε ο αρχιτέκτονας της προσέγγισης με την τουρκική πλευρά, τότε τι ακριβώς προσδοκούν σήμερα όσοι μιλούν για «θετική ατζέντα» και νέα ευκαιρία λύσης με έναν Τατάρ απέναντί τους;

Η επανέναρξη των συνομιλιών που συζητείται σήμερα δεν μπορεί να γίνεται χωρίς πλήρη επίγνωση των νέων -και πολύ χειρότερων- δεδομένων. Δεν μπορεί να γίνει με αφέλεια ή από ανάγκη να παραχθεί πολιτικό έργο. Πρέπει να υπάρχει σαφής στόχος, σαφές όριο και κυρίως: εθνική ενότητα, χωρίς “πέμπτες φάλαγγες” στο εσωτερικό.

Ο δρόμος μπροστά δεν είναι εύκολος. Αλλά σίγουρα δεν περνά μέσα από τη λογική της «όποιας λύσης». Η Κύπρος δεν αντέχει άλλη ήττα μεταμφιεσμένη σε συμφωνία. Το ερώτημα πια δεν είναι αν θα λυθεί το Κυπριακό. Το ερώτημα είναι πώς θα λυθεί το Κυπριακό. Λύση για την οποία απλώς συμβιβαζόμαστε ή λύση που μας δικαιώνει;

ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record

Πολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, όταν κάποιοι αντιλαμβάνονται ότι οι συνθήκες διαμορφώνονται ευνοϊκά, σπεύδουν να εμφανιστούν ως η λύση στα προβλήματα του τόπου. Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, η συζήτηση για υποψηφιότητες έχει ήδη αρχίσει, παρότι απομένει σημαντικό χρονικό διάστημα. Και μαζί της εμφανίζονται και οι αυτόκλητοι «σωτήρες», εκείνοι που παρουσιάζονται ως η αναγκαία εναλλακτική σε ένα πολιτικό σκηνικό που πράγματι αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.

Μια από τις περιπτώσεις που προκαλούν εύλογα ερωτήματα είναι εκείνη του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Ενός ανθρώπου που υπηρέτησε επί σειρά ετών την Κυπριακή Δημοκρατία από σημαντικές θέσεις και ο οποίος ανέλαβε, επί προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη, τη θέση του διαπραγματευτή για το Κυπριακό. Η ιδιότητα αυτή δεν ήταν διακοσμητική. Προϋπέθετε συμμετοχή στη διαμόρφωση, υπεράσπιση και προώθηση της διαπραγματευτικής γραμμής της πλευράς μας.

Γι’ αυτό ακριβώς η σημερινή δημόσια τοποθέτηση του κ. Μαυρογιάννη δικαιολογεί αυστηρά πολιτικά ερωτήματα. Ιδιαίτερα όταν οι θέσεις που προβάλλει σήμερα εμφανίζονται σε αρκετά σημεία διαφορετικές από εκείνες που συνδέθηκαν με τη διαπραγματευτική πορεία που ακολούθησε η Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το ΚρανΜοντανά.

Στο ΚρανΜοντανά ο κ. Μαυρογιάννης δεν ήταν εξωτερικός παρατηρητής. Ήταν ο άνθρωπος που συμμετείχε από την πρώτη γραμμή στις συνομιλίες και γνώριζε εκ των έσω τα δεδομένα, τις δυσκολίες, τις συγκλίσεις και τις διαφωνίες. Γνώριζε, επομένως, πολύ καλύτερα από τους περισσότερους τι είχε κατατεθεί στο τραπέζι και ποια ήταν τα περιθώρια που υπήρχαν.

Σήμερα, όταν ασκεί κριτική στην πολιτική Αναστασιάδη, οφείλει να απαντήσει καθαρά: Πού ακριβώς διαφοροποιείται από τη γραμμή που ο ίδιος υπηρετούσε ως διαπραγματευτής; Ποιες συγκεκριμένες θέσεις θεωρεί σήμερα λανθασμένες; Και, κυρίως, ποια είναι η εναλλακτική πρόταση που εισηγείται;

Δεν αρκούν οι γενικόλογες αναφορές, ούτε η διπλωματική διατύπωση. Το Κυπριακό δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση. Είναι ζήτημα στρατηγικής, ασφάλειας και επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς προτείνει ο καθένας και όχι να καλείται να αξιολογήσει πρόσωπα στη βάση αόριστων διακηρύξεων.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον πολιτικά όταν οι σημερινές τοποθετήσεις του κ. Μαυρογιάννη συγκλίνουν σε αρκετά σημεία με θέσεις που διαχρονικά υποστηρίζει το ΑΚΕΛ, κόμμα με το οποίο είχε συμπράξει στην προεδρική εκλογική αναμέτρηση του 2023 και με το οποίο, σύμφωνα με όσα συζητούνται δημόσια, ενδέχεται να αναζητήσει εκ νέου κοινό βηματισμό.

Εδώ προκύπτει η ουσία της πολιτικής συνέπειας. Αν σήμερα ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί ότι η προηγούμενη πολιτική ήταν λανθασμένη και ότι πρέπει να ακολουθηθεί διαφορετική πορεία, έχει κάθε δικαίωμα να το υποστηρίξει. Έχει όμως και την υποχρέωση να εξηγήσει πότε και γιατί άλλαξε άποψη. Δεν είναι πειστικό να παρουσιάζεται μια διαφορετική πολιτική ως αυτονόητη, χωρίς προηγουμένως να εξηγείται η προσωπική συμμετοχή στην προηγούμενη.

Η πολιτική διαδρομή του καθενός αποτελεί μέρος της δημόσιας αξιολόγησής του. Και για έναν ενδεχόμενο υποψήφιο για την Προεδρία, η συνέπεια λόγων και πράξεων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.

Αν ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί σήμερα ότι οι θέσεις που υποστήριζε ή υπηρετούσε στο Κραν Μοντανά δεν αποτελούν πλέον τη σωστή βάση για το Κυπριακό, ας το πει ευθέως. Αν πιστεύει ότι η σημερινή προσέγγιση του ΑΚΕΛ είναι η ορθή, ας εξηγήσει με σαφήνεια γιατί. Και αν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο για την επανέναρξη και την προοπτική των συνομιλιών, ας το καταθέσει δημόσια.

Οι προεδρικές εκλογές δεν πρέπει να μετατραπούν σε διαγωνισμό προσωπικών φιλοδοξιών ούτε σε αναζήτηση του εκάστοτε «σωτήρα». Ούτε η Κύπρος χρειάζεται πολιτικές μεταμορφώσεις ανάλογα με τις προεκλογικές ανάγκες. Χρειάζεται πρόσωπα που να μπορούν να εξηγήσουν με καθαρότητα τι υποστήριξαν, τι πιστεύουν σήμερα και τι προτείνουν για αύριο.

Ο κ. Μαυρογιάννης έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει την Προεδρία. Έχει όμως και την υποχρέωση να κριθεί για ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή. Και ειδικά για το Κραν Μοντανά, όπου δεν ήταν απλώς παρών, αλλά είχε θεσμικό και ουσιαστικό ρόλο. Εκεί βρίσκεται το μέτρο της πολιτικής του συνέπειας. Και εκεί οφείλει να δώσει τις πιο καθαρές απαντήσεις.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading

Off the Record

Γκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος

Avatar photo

Published

on

Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας του έργου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του στην ηγεσία του Οργανισμού, αποτελεί αντικείμενο έντονης διεθνούς συζήτησης. Η θητεία του έχει σημαδευτεί από μεγάλες διεθνείς κρίσεις, πολέμους και σοβαρές ανθρωπιστικές καταστροφές, αλλά και από την αδυναμία του ΟΗΕ να επιβάλει αποτελεσματικά λύσεις σε πολλές από αυτές.

Οι επικριτές του Γκουτέρες, μεταξύ των οποίων διεθνείς αναλυτές και κράτη-μέλη του ΟΗΕ, υποστηρίζουν ότι ο Οργανισμός εμφανίστηκε σε αρκετές περιπτώσεις παράλυτος μπροστά σε μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις. Η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταλήξει σε αποτελεσματικές αποφάσεις, λόγω κυρίως των διαφορετικών συμφερόντων των ισχυρών κρατών, αποτελεί ασφαλώς θεσμικό πρόβλημα. Ωστόσο, αυτό δεν απαλλάσσει τον Γενικό Γραμματέα από την πολιτική ευθύνη να υπερασπίζεται με συνέπεια τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του ίδιου του Οργανισμού.

Στην περίπτωση της Κύπρου, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για δεκαετίες, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, ενώ οι παραβιάσεις και οι εντάσεις στη νεκρή ζώνη επανέρχονται κατά διαστήματα στην επικαιρότητα. Η κριτική προς τον Γκουτέρες είναι ότι δεν υπήρξε πάντοτε η ίδια σαφήνεια και αποφασιστικότητα στις δημόσιες τοποθετήσεις του όταν επρόκειτο για τουρκικές ενέργειες που αφορούσαν την Κύπρο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα αξιοπιστίας της πολιτικής του. Όταν ο Γενικός Γραμματέας επικαλείται το διεθνές δίκαιο σε άλλες διεθνείς κρίσεις, είναι εύλογο να αναμένει κανείς την ίδια συνέπεια και όταν το ζήτημα αφορά την Κύπρο. Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με τις γεωπολιτικές ισορροπίες ή το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται κάθε δημόσια τοποθέτηση.

Ο χαρακτηρισμός «Πόντιος Πιλάτος» χρησιμοποιείται εδώ πολιτικά, για να περιγράψει μια στάση αποφυγής ανάληψης σαφούς θέσης μπροστά σε δύσκολα ζητήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η στάση που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το Κυπριακό κατά τη διάρκεια της θητείας του. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το ΚρανΜοντανά, η διαδικασία παρέμεινε ουσιαστικά παγωμένη. Και τώρα, προς το τέλος της θητείας του, ο Γκουτέρες επανέρχεται ενεργότερα στο Κυπριακό, επιχειρώντας να επαναφέρει τις δύο πλευρές σε τροχιά διαλόγου.

Η προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών είναι ασφαλώς θεμιτή και ευπρόσδεκτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρίζονται οι ευθύνες, οι ανησυχίες και τα διδάγματα της προηγούμενης δεκαετίας. Οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς αρχές, σεβασμό των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και πλήρη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.

Το ίδιο ισχύει και για τη δημόσια ρητορική του Γενικού Γραμματέα. Όταν ο ίδιος καταδικάζει στρατιωτικές επιδρομές σε άλλες χώρες και υπογραμμίζει την ανάγκη σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου, είναι απολύτως εύλογο να τίθεται το ερώτημα γιατί δεν επιδεικνύεται αντίστοιχη πολιτική σαφήνεια απέναντι στην κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Κύπρος δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά συνέπεια. Ζητά το διεθνές δίκαιο να έχει την ίδια αξία για όλους και να μην προσαρμόζεται στις εκάστοτε γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Γκουτέρες θα κριθεί τελικά όχι μόνο από τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε, αλλά και από όσα απέφυγε να πει ή να πράξει. Και στην περίπτωση του Κυπριακού, η κριτική παραμένει αυστηρή: ένας Γενικός Γραμματέας που θέλει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη λύση ενός διεθνούς προβλήματος δεν μπορεί να εμφανίζεται επιλεκτικός στην υπεράσπιση των αρχών που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Η αξιοπιστία του ΟΗΕ στην Κύπρο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι αρχές αυτές εφαρμόζονται με συνέπεια, χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading

Off the Record

Το Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης

Avatar photo

Published

on

Υπάρχουν κρίσεις που τις ζούμε έντονα και άλλες που τις αποφεύγουμε χωρίς καν να το καταλάβουμε. Οι δεύτερες σπάνια απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Κι όμως, συχνά αυτές είναι που δείχνουν την πραγματική αντοχή μιας μικρής οικονομίας.

Το 2026 η παγκόσμια αγορά ενέργειας δοκιμάστηκε όσο λίγες φορές στη σύγχρονη ιστορία της. Με την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η ναυσιπλοΐα στο Στενό του Χορμούζ διακόπηκε ουσιαστικά. Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη διαταραχή εφοδιασμού στην ιστορία της αγοράς αργού. Οι τιμές εκτινάχθηκαν, ξεπερνώντας σε στιγμές τα εκατό δολάρια το βαρέλι.

Για μια χώρα όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, που καλύπτει σχεδόν όλες τις ανάγκες της σε υγρά καύσιμα μέσω εισαγωγών, ένα τέτοιο σοκ δεν είναι μια αφηρημένη είδηση από τα διεθνή. Το νιώθουμε. Το βλέπουμε στο κόστος των μεταφορών, στην τιμή του ρεύματος, στο καθημερινό καλάθι του νοικοκυριού. Οι μικρές οικονομίες που εξαρτώνται πλήρως από εισαγωγές είναι εκείνες που εκτίθενται πρώτες και πιο σκληρά.

Κι όμως, η κρίση δεν κατέληξε στο χειρότερο σενάριο. Ένας από τους λόγους, λιγότερο προβεβλημένος αλλά ουσιώδης, βρισκόταν πολύ μακριά από τη Μεσόγειο.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Wall Street Journal, οι κινεζικές εισαγωγές αργού υποχώρησαν από περίπου έντεκα εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα σε 7,8 εκατομμύρια τον Μάιο. Η μείωση αυτή αγγίζει τα τρία εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Είναι, δηλαδή, όσο καταναλώνουν μαζί η Γαλλία και η Ιταλία. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, η Κίνα επηρεάζει καθοριστικά τη ζήτηση που διαμορφώνει τη διεθνή τιμή. Αυτή η υποχώρηση αφαίρεσε πίεση από μια αγορά που ήδη ασφυκτιούσε.

Οι λόγοι πίσω από τη μείωση είναι δομικοί, όχι συγκυριακοί. Αποθέματα που είχαν συγκεντρωθεί έγκαιρα. Η ταχεία εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων. Η εκτεταμένη χρήση σιδηροδρομικών δικτύων υψηλής ταχύτητας. Η προσαρμογή της βιομηχανικής παραγωγής. Πρόκειται για αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού και όχι στιγμιαίας απόφασης.

Δεν θα ισχυριστώ ότι η Κύπρος σώθηκε από μία και μόνη εξέλιξη. Η οικονομική σταθερότητα δεν είναι ποτέ έργο ενός παράγοντα. Θα πω όμως κάτι πιο ουσιώδες. Σε έναν βαθιά διασυνδεδεμένο κόσμο, οι αποφάσεις μιας μεγάλης οικονομίας στην άλλη άκρη της Ασίας φτάνουν αθόρυβα μέχρι το πρατήριο καυσίμων στη Λάρνακα και τον λογαριασμό ρεύματος στη Λευκωσία. Η συγκράτηση της ζήτησης από την πλευρά της Κίνας λειτούργησε σαν ανάχωμα. Έδωσε ανάσα σε οικονομίες που διαφορετικά θα δέχονταν ένα πολύ σκληρότερο πλήγμα.

Η διαπίστωση αυτή έχει και μια ευρύτερη σημασία. Φέτος συμπληρώνονται πενήντα πέντε χρόνια από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η ενεργειακή αυτή συγκυρία μας θυμίζει, με απτό τρόπο, τι σημαίνει αλληλεξάρτηση. Η σχέση δύο χωρών δεν μετριέται μόνο σε επίσημες επισκέψεις και συμφωνίες. Μετριέται και σε στιγμές σαν αυτή, όπου η σταθερότητα του ενός γίνεται, έμμεσα, στήριγμα για τον άλλον.

Η μικρή οικονομία μαθαίνει νωρίς ότι δεν ελέγχει τις καταιγίδες. Μαθαίνει όμως να αναγνωρίζει ποιοι παράγοντες την κρατούν όρθια όταν ο άνεμος δυναμώνει. Φέτος, ένας από αυτούς ήρθε από πολύ μακριά.

ΤΟΥ ΑΔΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛ

Επικοινωνιολόγος και Διευθυντής διαφημιστικής εταιρείας, Honest Content

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia