Connect with us

IBNA

Ολγκίν στην Κύπρο: Προσδοκίες και προκλήσεις πριν από κρίσιμες συνομιλίες

Avatar photo

Published

on

Η άφιξη της προσωπικής απεσταλμένης του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, María Ángela Holguín, στην Κύπρο από τις 4 έως τις 12 Δεκεμβρίου επαναφέρει στο επίκεντρο το ερώτημα κατά πόσο υπάρχουν ρεαλιστικές προϋποθέσεις για επανεκκίνηση της διαδικασίας στο Κυπριακό. Οι συναντήσεις της με τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων έχουν προγραμματιστεί για το διήμερο 5–6 Δεκεμβρίου, με στόχο την καταγραφή του κλίματος, την ανίχνευση πιθανών περιθωρίων εμπιστοσύνης και την αξιολόγηση της ετοιμότητας για ουσιαστικό διάλογο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης θα δεχθεί την Holguín στο Προεδρικό Μέγαρο το Σάββατο 6 Δεκεμβρίου, ενώ η συνάντησή της με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Tufan Erhürman έχει προγραμματιστεί για την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου. Η ατζέντα αναμένεται να επικεντρωθεί στη μεθοδολογία της επόμενης φάσης: πώς μπορεί να διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο συνομιλιών, χωρίς να αναζωπυρώνονται παλαιές διαφωνίες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την πρόοδο.

Η Λευκωσία έχει αφήσει στα Ηνωμένα Έθνη την ευθύνη για τις επίσημες ανακοινώσεις σχετικά με το ταξίδι της Holguín, επιβεβαιώνοντας τη θετική ανταπόκριση στη νέα ημερομηνία. Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης ανέφερε ότι το Προεδρικό αντέδρασε άμεσα στην επαναδιευθέτηση του προγράμματος, υπογραμμίζοντας ότι οι ανακοινώσεις ανήκουν θεσμικά στον ΟΗΕ. Η επιλογή αυτή συνάδει με την προσπάθεια του Διεθνούς Οργανισμού να διατηρεί τον έλεγχο του πλαισίου και των προσδοκιών γύρω από την αποστολή Holguín. Η επίσκεψη θεωρείται προπαρασκευαστική, με κύριο στόχο την καταγραφή προθέσεων και όχι τις εξαγγελίες.

Παράλληλα, στο τουρκοκυπριακό πεδίο βρίσκεται σε εξέλιξη η προσπάθεια του Tufan Erhürman να συντονίσει τις κινήσεις του με την Άγκυρα. Σύμφωνα με δημοσίευμα της T24, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης σχεδιάζει επίσκεψη στην τουρκική πρωτεύουσα μεταξύ 11 και 15 Νοεμβρίου, με συνάντηση με τον Recep Tayyip Erdoğan. Η χρονική προτεραιοποίηση της επαφής με την τουρκική κυβέρνηση πριν από τη συνάντηση με την Holguín δείχνει την πρόθεση να καθοριστεί μια ενιαία γραμμή για το Κυπριακό.

Πηγές του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP) περιγράφουν τη συνεργασία με την Άγκυρα ως καθοριστικό παράγοντα. Η τακτική αυτή εντάσσεται στη συνήθη πρακτική των Τουρκοκύπριων ηγετών να πραγματοποιούν τα πρώτα θεσμικά ταξίδια στην Τουρκία: ο Ersin Tatar είχε μεταβεί στην Άγκυρα οκτώ ημέρες μετά την «εκλογή» του, ενώ ο Mustafa Akıncı πραγματοποίησε αντίστοιχη επίσκεψη δέκα ημέρες μετά την εκλογή του το 2015. Η φερόμενη επίσκεψη Erhürman—εφόσον επιβεβαιωθεί—αναμένεται να λειτουργήσει ως εφαλτήριο εσωτερικής νομιμοποίησης και συντονισμού εν όψει της επαφής με τον ΟΗΕ.

Ο Erhürman έχει θέσει τέσσερις προϋποθέσεις για την επανέναρξη των συνομιλιών: αποδοχή της πολιτικής ισότητας, καθορισμένο χρονοδιάγραμμα για τη διαδικασία, διασφάλιση ότι όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί δεν θα επανεξεταστούν από την αρχή, και εγγύηση ότι, σε περίπτωση που η ελληνοκυπριακή πλευρά αποχωρήσει ξανά από το τραπέζι, οι Τουρκοκύπριοι δεν θα επιστρέψουν στο σημερινό στάτους κβο. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι θέσεις αυτές δεν έχουν ακόμη τεθεί επισήμως στον ΟΗΕ, γεγονός που καθιστά την επίσκεψη Holguín δοκιμή προθέσεων και αποσαφήνιση του εύρους πραγματικής σύγκλισης.

Στο Προεδρικό Μέγαρο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιδιώκει να επιβεβαιώσει τη δέσμευση της Λευκωσίας στην οδό του ΟΗΕ, με σαφείς κανόνες και αποφυγή κινήσεων που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως πρόωρη είσοδος σε διαπραγμάτευση χωρίς επαρκή προπαρασκευή. Από την άλλη πλευρά, ο Tufan Erhürman προσπαθεί να ενισχύσει το διαπραγματευτικό του αποτύπωμα μέσω της στήριξης της Άγκυρας, προβάλλοντας ταυτόχρονα την εικόνα ηγέτη που δεν αποκλείει τη συνομιλία με τον ΟΗΕ, αρκεί το πλαίσιο να αντανακλά αρχές ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού.

Το παράθυρο διαλόγου παραμένει ανοιχτό, αλλά οι προσδοκίες παραμένουν συγκρατημένες. Στον ΟΗΕ επικρατεί η εκτίμηση ότι η επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών προϋποθέτει όχι μόνο πολιτική βούληση, αλλά και διπλωματική ωριμότητα για να ξεπεραστεί η κόπωση δεκαετιών. Με την υποστήριξη του António Guterres, η María Ángela Holguín καλείται να διακριβώσει αν υπάρχουν συγκλίσεις που να δικαιολογούν επόμενα βήματα ή αν το Κυπριακό θα παραμείνει προς το παρόν σε τροχιά αναμονής.

ΠΗΓΗ: IBNA

Continue Reading

IBNA

Ινδία–Ισραήλ και η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική: Ο ρόλος Ελλάδας και Κύπρου

Avatar photo

Published

on

Η πρόσφατη επίσκεψη του Narendra Modi στο Ισραήλ και η συνάντησή του με τον Benjamin Netanyahu επιβεβαιώνουν ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν περάσει από το στάδιο της πολιτικής εγγύτητας σε εκείνο μιας πιο συνεκτικής και πολυεπίπεδης στρατηγικής συνεργασίας. Στον πυρήνα της βρίσκονται η αμυντική σύμπραξη, οι τεχνολογίες αιχμής και η εμβάθυνση σε τομείς όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα, η αντιαεροπορική προστασία και η κυβερνοασφάλεια. Την ίδια στιγμή, η δημόσια αναφορά του Benjamin Netanyahu σε ένα πιθανό «εξαμερές» σχήμα συνεργασίας, στο οποίο προβάλλονται ως εν δυνάμει κρίκοι η Ινδία, η Ελλάδα και η Κύπρος, συνιστά πολιτικό μήνυμα ότι το Τελ Αβίβ επιδιώκει να εντάξει τις περιφερειακές του επιλογές σε μια ευρύτερη διαπεριφερειακή αρχιτεκτονική, που εκτείνεται από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Το ουσιαστικό στοιχείο δεν περιορίζεται στην επιτάχυνση των δεσμών Ινδίας–Ισραήλ, αλλά στο ότι αυτή η δυναμική εντάσσεται σε ένα νέο περιβάλλον όπου οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι λιμενικές εγκαταστάσεις και η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών αναδεικνύονται σε βασικούς δείκτες ισχύος. Η Ινδία αναπροσαρμόζει τον στρατηγικό της προσανατολισμό: από δύναμη επικεντρωμένη σε χερσαίες απειλές και στις εντάσεις με Κίνα και Πακιστάν, εξελίσσεται σε παράγοντα με διευρυμένο ναυτικό ορίζοντα και φιλοδοξία επιρροής σε καίρια περάσματα, από τα Στενά του Ορμούζ έως την είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας. Σε αυτή τη μετάβαση, η πολιτική SAGAR και οι διαδοχικές αναθεωρήσεις της ινδικής ναυτικής στρατηγικής καταδεικνύουν πρόθεση σταθερής παρουσίας και ικανότητας προβολής ισχύος σε ζώνες όπου διασταυρώνονται εμπόριο, ενέργεια και ασφάλεια.

Παράλληλα, το Ισραήλ επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του ως κόμβος ασφάλειας και διασυνδεσιμότητας, αξιοποιώντας τόσο πολυμερή σχήματα όσο και διμερείς τεχνολογικές συνεργασίες υψηλού επιπέδου. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία διαμορφώσεις όπως το I2U2 (Ινδία–Ισραήλ–Ηνωμένες Πολιτείες–Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), που λειτουργούν ως πλατφόρμες συντονισμού από την τεχνολογία μέχρι τις υποδομές. Η γεωπολιτική της περιοχής δεν οργανώνεται πλέον αποκλειστικά γύρω από παραδοσιακές ισορροπίες ισχύος, αλλά διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο μέσω λειτουργικών συμμαχιών που συνδυάζουν ασφάλεια, διαλειτουργικότητα και έλεγχο κρίσιμων ροών.

Η πιο εμφανής τάση είναι η διαμόρφωση μιας «αλυσίδας» συνεργασιών που εκτείνεται από τον Ινδικό Ωκεανό έως την Ανατολική Μεσόγειο, με κομβικά σημεία στο Κέρας της Αφρικής, στην Ερυθρά Θάλασσα και στον άξονα της Ανατολικής Μεσογείου. Η αυξανόμενη κινεζική παρουσία μέσω επενδύσεων σε λιμενικές υποδομές και η στρατιωτική βάση στο Τζιμπουτί ενίσχυσαν το κίνητρο της Ινδίας να διευρύνει το αποτύπωμά της. Έτσι, περιοχές όπως ο Κόλπος του Άντεν και το πλέγμα γύρω από τη Σομαλιλάνδη και την Αιθιοπία αναβαθμίζονται όχι μόνο ως ζώνες επιτήρησης, αλλά και ως δυνητικές λογιστικές γέφυρες που στηρίζουν εμπορικές και στρατηγικές ροές. Το λιμάνι της Μπερμπέρα προβάλλει ως καίριο για τον έλεγχο διαδρομών που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα, ενώ οι επενδύσεις σε υποδομές και χερσαίους διαδρόμους διαμορφώνουν μια νέα γεωγραφία συνδεσιμότητας.

Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο εντάσσεται και ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ο οποίος προβάλλεται ως εναλλακτικός άξονας διασύνδεσης με στόχο τη μείωση ρίσκου και τη διαφοροποίηση διαδρομών. Η φιλοσοφία του IMEC βασίζεται στην παραδοχή ότι η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων θα εξαρτηθεί λιγότερο από μία και μοναδική οδό και περισσότερο από ένα πλέγμα συνεργασιών που προσφέρει εναλλακτικές σε περιόδους κρίσης. Σε αυτό το σχήμα, η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά ενισχυμένη σημασία, καθώς συνδέει τη θαλάσσια διάσταση της ασφάλειας με τον ευρωπαϊκό οικονομικό χώρο και τις ανάγκες πρόσβασης σε αγορές και υποδομές.

Τριμερής Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ: Μήνυμα σταθερότητας και στρατηγικής εμβάθυνσης σε μια περιοχή σε κρίσιμη καμπή

Στο δυτικό άκρο αυτής της αλυσίδας, η Ελλάδα και η Κύπρος αναβαθμίζονται γεωπολιτικά, καθώς συνδέουν την Ανατολική Μεσόγειο με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ταυτόχρονα βρίσκονται σε περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού. Η Αθήνα λειτουργεί ως πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά και ως δύναμη με ισχυρό αποτύπωμα στη διεθνή ναυτιλία, ενώ η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο ενεργειακών και γεωπολιτικών διεργασιών. Η ενδεχόμενη συμπερίληψή τους σε υπό διαμόρφωση σχήματα καταδεικνύει ότι η νέα αρχιτεκτονική συνεργασιών δεν περιορίζεται στη Μέση Ανατολή, αλλά εκτείνεται σε ένα ευρύτερο τόξο όπου η ευρωπαϊκή περιφέρεια αποκτά πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση ασφάλειας και ροών.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης είναι διπλής κατεύθυνσης. Από τη μία, ενισχύεται μια λογική σταθεροποίησης μέσω κοινών συμφερόντων, όπου υποδομές, εμπορικές ροές και ασφάλεια διαδρόμων λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές συνεργασίας. Από την άλλη, η ίδια αναδιάταξη δημιουργεί νέα πεδία ανταγωνισμού. Η Κίνα παραμένει βασικός ανταγωνιστής στον τομέα των λιμενικών δικτύων και της συνδεσιμότητας, ενώ η Τουρκία συνεχίζει να προβάλλει τον ρόλο της ως κρίσιμος κόμβος και παράγοντας ασφάλειας σε πολλαπλά μέτωπα, από την Ανατολική Μεσόγειο έως το Κέρας της Αφρικής. Η ένταξη της Ελλάδας και της Κύπρου σε αναδυόμενα πλαίσια – ακόμη και σε επίπεδο πολιτικού σήματος – μπορεί να ενισχύσει τις περιφερειακές εξισορροπήσεις, αλλά και να οξύνει τον ανταγωνισμό γύρω από θαλάσσιες ζώνες, ενεργειακά έργα και ευρύτερες δομές ασφάλειας.

Για την Ινδία, το βασικό δίλημμα αφορά το κατά πόσο μπορεί να διατηρήσει τη στρατηγική της αυτονομία σε ένα περιβάλλον όπου οι συνεργασίες αποκτούν πιο δεσμευτικό χαρακτήρα λόγω τεχνολογικών εξαρτήσεων και αμυντικής διαλειτουργικότητας. Το Νέο Δελχί επιδιώκει να αποκομίσει τα οφέλη από την πρόσβαση σε προηγμένες δυνατότητες και νέους εμπορικούς διαδρόμους χωρίς να εγκλωβιστεί σε άκαμπτους άξονες. Ωστόσο, όσο το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο ανταγωνιστικό, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να χρειαστεί σαφέστερη τοποθέτηση σε κρίσεις που υπερβαίνουν τον παραδοσιακό του ρόλο ισορροπιών.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, οι εξελίξεις δημιουργούν ευκαιρίες γεωπολιτικής αναβάθμισης αλλά και αυξημένων προσδοκιών. Η συμμετοχή – ή ακόμη και η αναφορά – σε διαμορφούμενα σχήματα που γεφυρώνουν Ανατολή και Δύση μπορεί να ενισχύσει τον ρόλο τους ως αξιόπιστων κόμβων συνδεσιμότητας και θαλάσσιας ασφάλειας. Παράλληλα, απαιτείται προσεκτική διαχείριση ισορροπιών, καθώς κάθε νέα αρχιτεκτονική συνεργασιών επηρεάζει το συνολικό πεδίο ανταγωνισμού στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η επίσκεψη του Narendra Modi στο Ισραήλ λειτουργεί, συνεπώς, ως ένδειξη ενός νέου γεωπολιτικού τοπίου, όπου οι θαλάσσιες διαδρομές, οι στρατηγικοί διάδρομοι και οι ευέλικτες συμμαχίες διαμορφώνουν ολοένα και περισσότερο τις περιφερειακές ισορροπίες. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν το αναδυόμενο πλέγμα θα μετασχηματιστεί σε σκληρό άξονα ή θα παραμείνει σε χαλαρό συντονισμό, αλλά και πόσο γρήγορα θα αποκτήσει θεσμικό βάθος και απτό αποτύπωμα σε υποδομές, αμυντική συνεργασία και κανόνες ασφάλειας. Σε αυτή τη μεταβαλλόμενη εξίσωση, η Ελλάδα και η Κύπρος δεν εμφανίζονται πλέον ως περιφερειακές υποσημειώσεις, αλλά ως δυτικοί κρίκοι ενός διαμορφούμενου Ινδο-Μεσογειακού πλαισίου συνεργασιών.

ΠΗΓΗ: IBNA

Continue Reading

IBNA

Νέα σελίδα στις σχέσεις Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας με έμφαση σε οικονομία και ενέργεια

Avatar photo

Published

on

Ο Recep Tayyip Erdoğan πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Σαουδική Αραβία, όπου στο Ριάντ έγινε δεκτός με επίσημη τελετή από τον διάδοχο του θρόνου και πρωθυπουργό της χώρας, Mohammed bin Salman. Η συνάντηση των δύο ηγετών στο Παλάτι Γιαμάμα επιβεβαίωσε τη σαφή πρόθεση αμφότερων να αναβαθμίσουν τις διμερείς σχέσεις σε στρατηγικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση στην οικονομία, την ενέργεια, την άμυνα και τη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων.

Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, οι δύο πλευρές προχώρησαν στην έκδοση κοινής διακήρυξης 31 σημείων, στην οποία επισημαίνεται ότι η επίσκεψη του Recep Tayyip Erdoğan εδράζεται στους ιστορικούς δεσμούς, στις αδελφικές σχέσεις των δύο λαών και σε μια κοινή αντίληψη περί περιφερειακής ευθύνης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη βαρύτητα της οικονομικής συνεργασίας και στην ανάγκη αξιοποίησης των επενδυτικών δυνατοτήτων που προσφέρουν τόσο το όραμα «Σαουδική Αραβία 2030» όσο και το «Όραμα του Τουρκικού Αιώνα».

Στον πυρήνα των συζητήσεων βρέθηκε η περαιτέρω ενίσχυση του διμερούς εμπορίου, με έμφαση στην ανάπτυξη της μη πετρελαϊκής εμπορικής δραστηριότητας, καθώς και η προώθηση κοινών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών μέσω του Τουρκο-Σαουδαραβικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου. Οι δύο πλευρές επανέλαβαν τη σημασία ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων για τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ της Τουρκίας και του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, ενώ εξέφρασαν την πρόθεσή τους να αυξήσουν τις αμοιβαίες επενδύσεις στους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, της ασφάλισης, της ακίνητης περιουσίας, της μεταποίησης και των υπηρεσιών.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο των τουρκικών εταιρειών στους κλάδους των κατασκευών, της μηχανικής και της βιομηχανικής παραγωγής, με τη σαουδαραβική πλευρά να εκφράζει ικανοποίηση για τα έργα που υλοποιούνται στο πλαίσιο του «Οράματος Σαουδική Αραβία 2030». Στο ίδιο πλαίσιο, το Τουρκο-Σαουδαραβικό επενδυτικό φόρουμ στο Ριάντ ανέδειξε νέες προοπτικές συνεργασίας στους τομείς του τουρισμού, της φιλοξενίας, της τεχνολογίας, των τηλεπικοινωνιών, των βιοεπιστημών και της υγείας.

Στον τομέα της ενέργειας, οι δύο χώρες συμφώνησαν στην ενίσχυση της συνεργασίας σε πετρέλαιο, πετροχημικά και ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, αναγνωρίζοντας τον ρόλο τους στη σταθερότητα των διεθνών αγορών. Παράλληλα, καταγράφηκε κοινό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη έργων ηλεκτρικής διασύνδεσης, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αποθήκευσης και υδρογόνου, καθώς και για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και της βιώσιμης διαχείρισης των ενεργειακών πόρων.

Η κοινή διακήρυξη περιλαμβάνει, τέλος, εκτενή αναφορά στη συνεργασία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με έμφαση στη Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ και στη Συμφωνία του Παρισιού, καθώς και στη στήριξη της Τουρκίας για τη φιλοξενία της COP31 στην Αττάλεια. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ανάγκη προώθησης πολιτικών κυκλικής οικονομίας άνθρακα και στην υλοποίηση κοινών δράσεων με στόχο τη μείωση των εκπομπών.

ΠΗΓΗ: IBNA

Continue Reading

IBNA

Τηλεφωνική διπλωματία της Ουάσινγκτον με Άγκυρα και Δαμασκό: Στο επίκεντρο Συρία, Γάζα και περιφερειακή σταθερότητα

Avatar photo

Published

on

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σύρος Πρόεδρος υπογράμμισε την ανάγκη για συντονισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες με στόχο την αποτροπή της επανεμφάνισης τρομοκρατικών οργανώσεων, κάνοντας ειδική μνεία στο Ισλαμικό Κράτος. Παράλληλα, επισήμανε ότι η «νέα Συρία» επιδιώκει συνεργασία με όλους τους διεθνείς δρώντες στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των κοινών συμφερόντων. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη σημασία του διαλόγου ως θεμελιώδους εργαλείου για την επίλυση περιφερειακών διαφορών, με τον Ahmed Sharaa να τονίζει ότι η ενεργή διπλωματία συνιστά τη μοναδική οδό για την υπέρβαση των χρόνιων κρίσεων της περιοχής.

Από την πλευρά του, ο Donald Trump εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πορεία των πολιτικών που αφορούν τη Συρία και τη Μέση Ανατολή ευρύτερα, επαναβεβαιώνοντας τη στήριξη των Ηνωμένες Πολιτείες στις προσδοκίες του συριακού λαού για τη δημιουργία ενός ενωμένου και ισχυρού κράτους. Χαιρέτισε, επίσης, την παράταση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των κουρδικών δυνάμεων, καθώς και τις συμφωνίες που αφορούν την ενσωμάτωση ένοπλων σχηματισμών, συμπεριλαμβανομένων των Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, στους επίσημους κρατικούς θεσμούς.

Στην ατζέντα της τηλεφωνικής επικοινωνίας Trump–Sharaa περιλήφθηκαν και οικονομικά ζητήματα, με τον Αμερικανό Πρόεδρο να δηλώνει ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να στηρίξει την ανοικοδόμηση της Συρίας μέσω της ενθάρρυνσης επενδύσεων και της διαμόρφωσης ενός ελκυστικού περιβάλλοντος για το κεφάλαιο. Όπως υπογράμμισε, η οικονομική σταθερότητα της χώρας αποτελεί βασικό πυλώνα για τη συνολική σταθερότητα της Μέσης Ανατολής.

Οι διαδοχικές αυτές τηλεφωνικές επαφές καταδεικνύουν την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των διπλωματικών ισορροπιών στην περιοχή, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν ενεργό ρόλο τόσο στις σχέσεις με την Τουρκία όσο και στη συριακή μετάβαση. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή σταθερότητα, η ασφάλεια και η ανθρωπιστική διάσταση εξακολουθούν να αποτελούν αλληλένδετες και κρίσιμες προκλήσεις.

ΠΗΓΗ: IBNA

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia