ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Μπαχτσελί: «Αλαζονικές οι δηλώσεις Δένδια»
Eπίθεση κατά του Έλληνα Υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια και της τραγουδίστριας Δέσποινας Βανδή εξαπέλυσε ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος MHP Ντεβλέτ Μπαχτσελί, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Έλληνα Υπουργού «αλαζονικές».
Σε συνέντευξη Τύπου στα κεντρικά γραφεία του κόμματος είπε ότι «οι εκκλήσεις για εξομάλυνση ή για κανονικοποίηση από τη διοίκηση του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), η οποία έχει χάσει τον δρόμο της και την πορεία της, σπαρταρώντας μέσα στην έλλειψη πολιτικής, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα δηλητήριο κώνειο που προσφέρεται ως νερό ζέμζεμ». (Σ.Σ αναφορά που παραπέμπει στο νερό που ήπιε ο γιός του Προφήτη Ιμπραήμ στην έρημο).
Είπε ακόμη πως «το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) επισκέφθηκε τον πρώην πρόεδρο Μουσταφά Ακιντζί, ο οποίος είχε πει ότι η λύση του Κυπριακού θα ήταν δυνατή με την παραχώρηση ενός μεριδίου γης της πατρίδας, δεν αποτελεί μόνο μια έλλειψη λογικής, αλλά και μια απροσεξία που ρίχνει σκιά στους εορτασμούς της 50ης επετείου».
Το γεγονός ότι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του στη «νότια Κύπρο» – όπως χαρακτήρισε τις ελεύθερες περιοχές της ΚΔ – αναφέρθηκε σε μια λύση όπου δεν θα υπάρχει ο τουρκικός στρατός και οι εγγυήσεις της Τουρκίας είναι η «απτή αντιστοιχία του παραληρήματος της εξομάλυνσης που επιδιώκει και επιθυμεί το CHP στην Κύπρο» συνέχισε.
Ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος υποστήριξε ότι «η Κύπρος δεν είναι απλά ένα νησί στο οποίο συνεχίζεται η ζωή, αλλά είναι και ένα μνημείο της ιστορικής ύπαρξης και της μαρτυρικής αδελφότητας του τουρκικού έθνους».
Η Κύπρος, συνέχισε, βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής όλων και αποτελεί το κέντρο βάρους των αγώνων που διεξάγονται μεταξύ των πολιτισμών και των εθνών από παλιά. «Δεν τελείωσαν ποτέ οι προκλήσεις, οι παρενοχλήσεις και οι παγίδες των σκοτεινών κύκλων που παραβλέπουν και αγνοούν τα κυριαρχικά δικαιώματα και τα ιστορικά κειμήλια των Τ/κ και μάλιστα αναζητούν ακόμα και ευκαιρίες για την καταστροφή της» είπε.
Ό,τι έγινε στην Κρήτη, το ίδιο σχεδιάστηκε και στην Κύπρο υποστήριξε, μεταξύ άλλων, λέγοντας ότι αν η Τουρκία δεν είχε παρέμβει πριν από 50 χρόνια, οι Τ/κ θα αντιμετώπιζαν τα ίδια δράματα, τα ίδια δεινά και τις ίδιες ανθρωπιστικές καταστροφές που βίωσαν οι άνθρωποι στο Χοτζαλί, στο Κιρκούκ, στο Ανατολικό Τουρκιστάν και στη Γάζα.
«Να μην νομίζουν ότι έχουμε ξεχάσει τις σφαγές στην Τασκένδη, στο Τασπινάρ, στο Σιντέ, στο Γκιουνιελί, στο Γιουβάλι, στο Πασακόι, τα Ματωμένα Χριστούγεννα, στη Λεμεσό, στην Αμμόχωστο, στην Κοφίνο, στο Λευκόνοικο, στη Μαράθα, στη Σανταλάρη, στην Αλόδα. Να μην νομίζουν ότι σβήστηκαν από τις μνήμες μας οι αιματηρές επιθέσεις εναντίον των αθώων μωρών, παιδιών, γυναικών και των καταπιεσμένων ομοεθνών μας» είπε.
Λέγοντας ότι «η Κύπρος είναι τουρκική, είναι πατρίδα των Τούρκων και πάντοτε θα παραμείνει έτσι» είπε ότι πριν από 50 χρόνια, δεν μπορούσαμε να μείνουμε σιωπηλοί και θεατές μπροστά στις κραυγές που ακούγονταν από το νησί και στις εκκλήσεις οδύνης από έναν αδελφό προς αδελφό και η Τουρκία έστειλε το πρωί της 20ης Ιουλίου 1974 στην Κύπρο τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και την «Αϊσέ σε διακοπές».
Αναφέρθηκε στην επίσκεψη Δένδια στην Κύπρο και στις δηλώσεις στις οποίες προέβη εκεί, λέγοντας πως «θα πρέπει να θεωρηθεί ως αγένεια, δειλία και καθαρή αυθάδεια. Το να αποκαλέσει τους εορτασμούς της 50ης επετείου ‘εορτασμούς ντροπής’ είναι παραλήρημα ενός εισβολέα, ο λάθος υπολογισμός ενός ξεδιάντροπου».
«Η Τ/κ κοινότητα με τη στάση της, τον δίκαιο αγώνα της, τις προσπάθειές της για την αναγνώριση με βάση το διεθνές δίκαιο και με την πλήρη στήριξη της Τουρκίας, θα συνεχίσει να εξοργίζει τους αντιπάλους» είπε.
«Η Βανδή επέδειξε ασέβεια»
Αναφερόμενος στην ακύρωση της συναυλίας από τη Δέσποινα Βανδή στη Σμύρνη, ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί είπε ότι «η ασέβεια που επέδειξε η Ελληνίδα τραγουδίστρια απέναντι στην τουρκική σημαία και στην αφίσα του Ατατούρκ στον Τσεσμέ της Σμύρνης και η δημιουργία μιας de facto κατάστασης σε κάποια νησιά που βρίσκονται υπό την κυριαρχία μας είναι ένα ακόμη παράδειγμα της πρωτόγονης και παρεμβατικής ανηθικότητας που πιέζει την υπομονή μας».
Ο Ντεβλέτ Μπαχτσελί υποστήριξε ότι «ο βαθμός στον οποίο είναι δυνατό και πιθανό να δημιουργηθούν σχέσεις καλής γειτονίας με αυτή τη νοοτροπία πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά».
Ισχυρίστηκε ότι κάθε φορά, η ελληνοκυπριακή πλευρά ήταν αυτή που σαμποτάρισε τη λύση και αρνιόταν να καταλήξει σε συμφωνία. «Αυτοί που είναι κλειστοί στο όραμα των δύο κρατών, που δεν είναι ικανοποιημένοι με αυτό και που αγνοούν τα κεκτημένα δικαιώματα και το ισότιμο καθεστώς των Τ/κ, πλέον δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη μας, δεν είναι συνομιλητές μας και συνομιλητές που θα συζητήσουμε σοβαρά» είπε.
Ο ηγέτης του ακροδεξιού κόμματος είπε ότι «ο ισχυρισμός του προέδρου του CHP ότι θα επιστρέψουν στη θέση της ομοσπονδίας και στη διαδικασία της ΕΕ στην Κύπρο είναι μια γκάφα».
Στην Κύπρο υπάρχουν «δύο κυριαρχικά κράτη» ισχυρίστηκε και αναφέρθηκε στο ψήφισμα που υιοθέτησε στις 18 Ιουλίου 2024 η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση για την Κύπρο, λέγοντας πως δεν μπορεί να αναβληθεί άλλο η δήλωση ότι «το τουρκοκυπριακό κράτος παίρνει τη θέση που του αξίζει ως ανεξάρτητο και ισότιμο κυρίαρχο μέλος της διεθνούς κοινότητας».
Πρέπει, συνέχισε, οπωσδήποτε να επιβεβαιωθεί και να καταγραφεί η «κυριαρχική ισότητα» των Τ/κ με το ισότιμο καθεστώς της. «Η διεθνής κοινότητα θα πρέπει να βάλει άμεσα ένα τέλος στην απομόνωση του τ/κ λαού, η οποία είναι και παράνομη και ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα» κατά τον ισχυρισμό του.
Ανέφερε επίσης ότι πρέπει να αναγνωριστεί το «τουρκοκυπριακό κράτος» διαφορετικά, κάθε πρόταση θα είναι θνησιγενής, όπως είπε.
«Πλέον δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση. Τον Νοέμβριο του 2022, η τδβκ» – όπως αναφέρθηκε στο ψευδοκράτος – «έλαβε το καθεστώς του μέλους παρατηρητή στον Οργανισμό Τουρκογενών Κρατών και στην Κοινοβουλευτική Συνέλευση των Τουρκογενών Κρατών, κάτι που αποτελεί ένα σοβαρό βήμα για την αναγνώρισή της στο διεθνές σύστημα».
«Η περαιτέρω πρόοδος αυτού του βήματος και η εδραίωσή του με μόνιμη ιδιότητα μέλους θα πρέπει να είναι το πιο καυτό θέμα της ημερήσιας διάταξης για το μέλλον» ανέφερε.
Είπε ότι η τ/κ κοινότητα «αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του τουρκικού κόσμου» και ευχαρίστησε τον Τούρκο Πρόεδρό Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τους ηγέτες των υπόλοιπων κρατών μελών του ΟΤΚ που κατέβαλαν μεγάλες, όπως είπε, προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση.
«Είναι πολύ σοβαρή εξέλιξη το γεγονός ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα εκπροσωπήθηκε επίσημα στη 15η Σύνοδο Κορυφής των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας που πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Γκάμπια τον περασμένο Μάιο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Τ/κ δεν είναι ποτέ μόνοι, δεν είναι ποτέ χωρίς κανέναν, δεν είναι ποτέ ορφανοί», υποστήριξε.
Όπως είπε «η μητέρα πατρίδα Τουρκία όπως πάντα είναι έτοιμη και αποφασισμένη να αγκαλιάσει την τουρκοκυπριακή πατρίδα κάτω από όλες τις συνθήκες» ενώ αναφέρθηκε στο «όραμα της λύσης» του Ερσίν Τατάρ που μετέφερε στους συνομιλητές του, στη Γενεύη, το 2021, ως τη «μοναδική λύση» και τη «μόνη διέξοδο» για την εκδήλωση της κυριαρχικής ισότητας και του ίσου καθεστώτος.
«Εμείς υποστηρίζουμε πλήρως το όραμα της λύσης των δύο κρατών. Μια αντίληψη που αποφεύγει και παρακάμπτει τη διαπραγμάτευση για τα συμφέροντα και την ύπαρξη των δύο λαών στο νησί, καθώς και για τα ίσα κυριαρχικά τους δικαιώματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί πως εξυπηρετεί την ειρήνη» είπε.
Ανέφερε ακόμη ότι «ειρήνη στην Κύπρο σημαίνει ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο. Για εμάς σε αυτό το ειρηνικό περιβάλλον, δεν υπάρχει άλλη επιλογή από το δίκαιο διαμοιρασμό των πιθανών υπόγειων πόρων της Μεσογείου με βάση το δίκαιο και το νόμο». Όποιες και αν είναι οι συνθήκες, συνέχισε «η Τουρκία θα διατηρήσει με αποφασιστικότητα μέχρι τέλους, την ισχυρή αλληλεγγύη της προς την τδβκ και θα διατηρήσει επιμελώς τις γέφυρες φιλίας και αδελφοσύνης».
Μεταξύ άλλων, είπε ότι «οι προσπάθειες να μετατραπεί η νότια Κύπρος σε κέντρο εφοδιασμού του Ισραήλ και οι προσπάθειες της ελληνοκυπριακής διοίκησης για τη δημιουργία ναυτικής βάσης στη Λάρνακα σε ένδειξη αλληλεγγύης προς την Ελλάδα δεν σημαίνουν τίποτα άλλο από την κλιμάκωση της αστάθειας και την υποστήριξη της σφαγής στη Γάζα».
Καταληκτικά ανέφερε ότι η ιστορική, πολιτιστική και στρατηγική βάση που δημιούργησε η Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί απάντηση σε κάθε είδους παρεμβατικές φιλοδοξίες και πρέπει να οχυρωθεί στρατιωτικά αν χρειαστεί.
«Όσοι απορρίπτουν τις διαπραγματεύσεις στη βάση της κυριαρχικής ισότητας θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το τουρκοκυπριακό κράτος και η Τουρκία δεν είναι χωρίς εναλλακτικές λύσεις», κατέληξε.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΓκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΑΚΕΛ και VOLT καλούν σε κινητοποίηση για το πόρισμα «Κράτος-Μαφία»
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό






