ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πεδίο μάχης το πολιτικό σκηνικό-Στα χαρακώματα Κυβέρνηση κι ΑΚΕΛ για τον πόλεμο στη Γάζα
Πεδίο αντιπαράθεσης για τη στάση της Κύπρου, έναντι των αντιμαχόμενων πλευρών στη νέα κρίση που ξέσπασε με την τρομοκρατική επίθεση της Χαμάς κατά του Ισραήλ, αλλά και πιο συγκεκριμένα της στάση της, απέναντι στο ψήφισμα που πέρασε την Παρασκευή από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, όπου τήρησε αποχή, προκλήθηκε με το ΑΚΕΛ να ασκεί έντονη κριτική στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος απάντησε, τόσο ο ίδιος όσο και το Υπουργείο Εμωτερικών με ανακοίνωση του.
Τον χορό των αντιδράσεων άνοιξε το πρωί του Σαββάτου το ΑΚΕΛ με ανακοίνωση του στην οποία ζητούσε εξηγήσεις, σε σχέση με τη στάση που κράτησε η Κύπρος, στο ψήφισμα που τελικά εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ σε σχέση με την ανάγκη άμεσης κήρυξης ανθρωπιστικής εκεχειρίας και την απρόσκοπτη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα.
«Την ώρα που ο ισραηλινός στρατός έχει κλιμακώσει την επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας», ανέφερε σε ανακοίνωση του το ΑΚΕΛ, «η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενέκρινε ψες με μεγάλη πλειοψηφία (120 υπέρ, 14 κατά και 45 αποχές) ψήφισμα με το οποίο ζητά την άμεση κήρυξη ανθρωπιστικής εκεχειρίας και την απρόσκοπτη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα. Εντούτοις, η κυπριακή κυβέρνηση επέλεξε να τηρήσει αποχή την ώρα που άλλα ευρωπαϊκά κράτη όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο, η Ιρλανδία, η Μάλτα, το Λουξεμβούργο στήριξαν την έκκληση για κήρυξη εκεχειρίας».
Η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, προστίθεται, «οφείλει να δώσει αμέσως απαντήσεις στον κυπριακό λαό για την στάση της. Δεν έχει άποψη για την ανάγκη να τερματιστεί η αιματοχυσία στη Γάζα; Δεν έχει θέση η κυβέρνηση της Κύπρου όταν η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών του πλανήτη ζητά να τερματιστεί η δολοφονία χιλιάδων αμάχων;».
Μάλιστα το ΑΚΕΛ κατηγόρησε την Κυβέρνηση ότι εκθέτει την Κύπρο, «ακυρώνει την αξιοπιστία της διεθνώς και ταυτόχρονα, θέτει την κυβέρνηση της χώρας στην πλευρά όσων συγκαλύπτουν την εξελισσόμενη εθνοκάθαρση σε βάρος του παλαιστινιακού λαού».
Τις έδωσε ο Πρόεδρος
Μετά το πέρας της μαθητικής παρέλασης στη Λευκωσία, ο Νίκος Χριστοδουλίδης σήκωσε το γάντι και απάντησε στην κρτική του ΑΚΕΛ. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης χαρακτήρισε λυπηρή αυτήν την κριτική, η οποία, όπως είπε, αξιοποιεί έναν πόλεμο έξω από την Κύπρο κατά της κυβέρνησης, τη στιγμή που η διεθνής κοινότητα σημειώνει τον σημαντικό ρόλο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρόσθεσε πως είναι καλό πριν βγουν οι οποιεσδήποτε ανακοινώσεις, κάτι που είναι απόλυτο δικαίωμα του οποιουδήποτε κόμματος, όπως και του κάθε πολίτη να κρίνει την κυβέρνηση καθημερινά, να ζητούνται πληροφορίες.
Επεσήμανε πως η πλειοψηφία των κρατών μελών της ΕΕ, 15 σε αριθμό, κράτησε τη συγκεκριμένη στάση γιατί δεν ήταν δυνατό να βρεθεί κοινή θέση και των 27 και πως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει καμία ένσταση ως προς το περιεχόμενο του ψηφίσματος, αλλά η στάση της οφείλεται στο γεγονός ότι δεν κατέστη εφικτό να καταδικαστεί η τρομοκρατική ενέργεια της Χαμάς και να ενισχυθεί το λεκτικό για την απελευθέρωση όλων των ομήρων.
«Η Κυπριακή Δημοκρατία διαδραματίζει έναν ρόλο στην περιοχή, έναν ρόλο ο οποίος αναγνωρίζεται από τρίτους, και είναι λυπηρό να γίνεται κριτική στο εσωτερικό, χωρίς μάλιστα να ζητείται προηγουμένως ενημέρωση», συμπλήρωσε.
Απαντά το ΑΚΕΛ
Στις αναφορές του Προέδρου, απάντησε το ΑΚΕΛ, με τον εκπρόσωπο Τύπου του κόμματος, Γιώργο Κουκουμά, να τονίζει μεταξύ άλλων ότι, «αν ο κ. Χριστοδουλίδης δεν συγκινείται για τις σφαγές αμάχων στη Γάζα, ας σκεφτεί ότι είναι Πρόεδρος χώρας που είναι θύμα κατοχής».
Όπως σημειώνεται σε γραπτή δήλωση του κ. Κουκουμά, «δεν διαφωνεί, λέει ο κ. Χριστοδουλίδης, με το περιεχόμενο του Ψηφίσματος της ΓΣ του ΟΗΕ για εκεχειρία στη Γάζα, αλλά δεν το ψήφισε. Η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών του πλανήτη, συμπεριλαμβανομένων και κρατών-μελών της ΕΕ, ζητούν το αυτονόητο -εκεχειρία, ανθρωπιστική βοήθεια, απελευθέρωση των ομήρων- αλλά η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη παρουσιάζεται να μην έχει άποψη για το θέμα. Κι αντί να απολογείται για αυτό, ασχολείται με το ΑΚΕΛ». .
Αν ο κ. Χριστοδουλίδης, προστίθεται, «δεν συγκινείται που αυτές τις ώρες δίπλα μας σφάζονται κατά χιλιάδες παιδιά και άμαχοι, ας σκεφτεί ότι είναι Πρόεδρος μιας χώρας που είναι και η ίδια θύμα κατοχής και εισβολής. Ας σκεφτεί ότι αύριο θα ζητούμε από τη διεθνή κοινότητα υποστήριξη και σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και τα Ψηφίσματα του ΟΗΕ. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης να αντιληφθεί ότι είναι Πρόεδρος της Κύπρου και να τοποθετείται με γνώμονα αυτό».
Σε τελική ανάλυση, καταλήγει, «ας διαβάσει όσα λέει ο ΓΓ του ΟΗΕ για τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και να πει πού και γιατί διαφωνεί. Αν ο κ. Χριστοδουλίδης ανήκει σε αυτούς που θέλουν να συγκαλύψουν και να δικαιολογήσουν την εξελισσόμενη ισραηλινή γενοκτονία σε βάρος των Παλαιστινίων στη Γάζα, να το πει καθαρά στον κυπριακό λαό».
Την ίδια ώρα, κληθείς να σχολιάσει ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ, Γιώργος Λουκαΐδης, τη δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, πως θα έπρεπε το ΑΚΕΛ να ερωτήσει πριν βγάλει ανακοίνωση ,είπε ότι μετά την απάντηση του Προέδρου «η λύπη μας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για τη στάση που κράτησε η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εκτιμώ και πιστεύω δεν εκφράζει και δεν εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού». Και πρόσθεσε πως, «το ΑΚΕΛ απηύθυνε «ερώτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη στάση που τήρησε η Κυπριακή Δημοκρατία στην ΓΣ του ΟΗΕ», προσθέτοντας ότι μετά την απάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας «η λύπη μας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη για τη στάση που κράτησε η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία εκτιμώ και πιστεύω δεν εκφράζει και δεν εκπροσωπεί τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού».
Στον χορό και το ΥΠΕΞ
Για τη στάση της Κύπρου έναντι του πολέμου, αλλά και έναντι του ψηφίσματος, τοποθετήθηκε και το Υπουργείο Εξωτερικών, με εκτενή ανακοίνωση που εξέδωσε, όπου επιχειρεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις που δημιούργησαν οι παρεμβάσεις του ΑΚΕΛ. Η στάση που έχει τηρήσει η Κύπρος σε σχέση με τη διαδικασία της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, αναφορικά με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, βρίσκεται σε συνέπεια με τη σταθερή στάση που έχει εκφράσει και η οποία σε κάθε περίπτωση από τις 7 Οκτωβρίου και εντεύθεν καταγράφεται σε όλες τις επίσημες δηλώσεις της Κυβέρνησης, ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Υπουργείο Εξωτερικών.
Σύμφωνα με το Υπουργείο, η Κύπρος κατέβαλε επιμελή προσπάθεια προς την κατεύθυνση υιοθέτησης κοινής θέσης της ΕΕ στηρίζοντας τροπολογία που θα διασφάλιζε τη θετική ψήφο εκ μέρους της Δημοκρατίας, εντούτοις αυτό δεν κατέστη δυνατό, κατά συνέπεια, η στάση που τηρήθηκε κινείται εντός των θέσεων της Δημοκρατίας και στη γραμμή της πλειοψηφίας των κρατών-μελών της ΕΕ, η οποία και περιέχει τις βασικές, κρίσιμες και σταθερές πτυχές της περιεκτικής ομόφωνης θέσης ΕΕ επί του ζητήματος.
Συμπληρώνεται ότι η θέση αυτή βασίζεται αποκλειστικά στον απερίφραστο σεβασμό του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, και την ανεπιφύλακτη καταδίκη των ειδεχθών τρομοκρατικών πράξεων της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, με τις ουσιώδεις αυτές παραμέτρους να αναδεικνύονται στην εθνική Δήλωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιπρόσθετα στη δήλωση που εκφωνήθηκε εκ μέρους των κρατών μελών της ΕΕ στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Προστίθεται ότι η θέση αυτή περιλαμβάνει τόσο την ανάγκη προστασίας όλων των αμάχων όσο και την απρόσκοπτη παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της Γάζας, μέσω ανθρωπιστικών διαδρόμων και με τη διασφάλιση ανθρωπιστικών παύσεων, με τις σοβαρές ανησυχίες της Κύπρου για την επιδεινούμενη ανθρωπιστική κρίση να καταγράφονται ευθαρσώς στα συμπεράσματα του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 26 Οκτωβρίου και στις σχετικές δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας σε αυτό το πλαίσιο.
Λαμβάνοντας δε υπόψη τις δραματικές εξελίξεις, η Δημοκρατία έχει εκφράσει την ετοιμότητα να συμβάλει άμεσα και ουσιαστικά στη δημιουργία ενός θαλάσσιου ανθρωπιστικού διαδρόμου για ανακούφιση των αμάχων στη Γάζα, συνεχίζει η ανακοίνωση, προσθέτοντας πως παράλληλα η Κύπρος έχει εξαγγείλει την πρόθεσή της, λόγω της επείγουσας κατάστασης, για σημαντική οικονομική συνεισφορά προς τους αμάχους της Λωρίδας της Γάζας με στόχο την κάλυψη ανθρωπιστικών αναγκών.
Ως έχει, περαιτέρω, διαμηνυθεί και στο ανώτατο εθνικό επίπεδο, η Κύπρος παραμένει δεσμευμένη στην αναζωογόνηση του πολιτικού διαλόγου για επίτευξη μόνιμων συνθηκών ειρήνης και σταθερότητας, τονίζει το Υπουργείο, σημειώνοντας ότι τόσο ο Πρόεδρος όσο και ο Υπουργός Εξωτερικών βρίσκονται σε εντατικές διαβουλεύσεις και ανοικτή επικοινωνία με ομολόγους τους στην ΕΕ αλλά και της περιοχής, ειδικότερα σε ό,τι αφορά την επιχειρησιακή συμβολή της Κύπρου στο ανθρωπιστικό σκέλος της κρίσης, με την Κυπριακή Δημοκρατία να επιδιώκει ενεργότερη εμπλοκή και ουσιαστικότερο ρόλο στις εξελίξεις, πάντοτε σε στενή συνεργασία με τους Ευρωπαίους και περιφερειακούς εταίρους.
Συμπληρώνεται ότι προς αυτόν τον στόχο η Κύπρος αξιοποιεί τις στενές σχέσεις της με κύριους περιφερειακούς εταίρους, όπως η Αίγυπτος και η Ιορδανία, και παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στις διπλωματικές προσπάθειες που καταβάλλονται για αποκλιμάκωση της κρίσης, την αποφυγή περιφερειακής σύρραξης, την παροχή ασφαλούς ανθρωπιστικής βοήθειας και την επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας επίλυσης του Μεσανατολικού ζητήματος στη βάση δύο κρατών.
Σε περιόδους περιφερειακής κρίσης, η Κυπριακή Δημοκρατία παραμένει συνεπής και προσηλωμένη σε υπεύθυνες προσπάθειες που δεν ετεροκαθορίζονται από την εξυπηρέτηση των όποιων σκοπιμοτήτων και είναι σημαντικό ότι αυτές αναγνωρίζονται από την διεθνή κοινότητα, καταλήγει η ανακοίνωση.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv4 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record3 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο
-
Off the Record1 month agoΟι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας
-
Off the Record1 month agoΗ γενετική μας συγγένεια με τα ποντίκια και η χρησιμοποίηση σαν πειραματόζωα.
-
Off the Record1 month agoΤα αιτήματα Ζελένσκι και το αυξανόμενο κόστος για την Ευρώπη






