Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Συσπείρωση Δημοκρατικών γύρω από τη Χάρις – Εξασφάλισε επαρκή στήριξη για το χρίσμα

Published

on

Η Κάμαλα Χάρις έχει πλέον εξασφαλίσει την υποστήριξη επαρκούς αριθμού αντιπροσώπων στο συνέδριο του Δημοκρατικού κόμματος —τουλάχιστον 1.967— που θα διεξαχθεί τον Αύγουστο στο Σικάγο και άρα μπορεί να θεωρείται οριστικό πως θα είναι η υποψήφια του κόμματος στις προεδρικές εκλογές της 5ης Νοεμβρίου μετά την αποχώρηση του προέδρου Τζο Μπάιντεν από την κούρσα, μεταδίδει το CNN, επικαλούμενο καταμέτρησή του πολιτεία προς πολιτεία.

Ανάλογες πληροφορίες έδωσαν επίσης πηγές του στην εκστρατεία της κυρίας Χάρις στο πρακτορείο Reuters· ενώ το Associated Press από την πλευρά του λογάριασε πως η αντιπρόεδρος των ΗΠΑ έχει εξασφαλισμένη την υποστήριξη 2.214 αντιπροσώπων από το σύνολο των περίπου 3.900, με άλλα λόγια μεγαλύτερη από την απαιτούμενη απλή πλειοψηφία.

Η εξέλιξη πάντως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί επίσημη ακόμη, αφού οι υπολογισμοί αυτοί βασίζονται σε δημοσιογραφικές πληροφορίες. Οι αντιπρόσωποι που είχαν ταχθεί υπέρ του κ. Μπάιντεν είναι πλέον «ελεύθεροι» να επιλέξουν, αφού ο πρόεδρος τερμάτισε την εκστρατεία για την επανεκλογή του στο αξίωμα προχθές Κυριακή.

Νωρίτερα, στην πρώτη της ομιλία ως υποψήφια για το χρίσμα, η αντιπρόεδρος επαίνεσε τον Μπάιντεν για την προσφορά του, υπογραμμίζοντας ότι «η πολιτική κληρονομιά του θα μείνει αξεπέραστη στη σύγχρονη ιστορία».

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας Χάρις για το χρίσμα οδήγησε στη συγκέντρωση χρηματικών δωρεών-ρεκόρ σε λίγες μόλις ώρες και αυτό παρά τις δημοσκοπήσεις που συνεχίζουν να εμφανίζουν τον Τραμπ ως νικητή της εκλογικής αναμέτρησης εναντίον της Χάρις.

Εκτός από τον πρόεδρο Μπάιντεν, σημαντικός αριθμός στελεχών του Δημοκρατικού Κόμματος ανακοίνωσαν τα τελευταία δύο 24ωρα τη στήριξή τους στη Χάρις, όπως η πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας Γκάβιν Νιούσομ, η κυβερνήτης του Μίσιγκαν Γκρέτσεν Ουίτμερ και ο ανεξάρτητος γερουσιαστής Τζο Μαντσίν, ο οποίος είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να καταθέσει υποψηφιότητα. Τη στήριξή του απέφυγε να προσφέρει ο Μπαράκ Ομπάμα, καθώς κάτι τέτοιο θα έκανε την υποψηφιότητα της Χάρις να μοιάζει με δυναστική στέψη.

Δημοσκοπήσεις

Το κόμμα, όμως, διάγει κρίση μετά την απόφαση του Μπάιντεν να μη διεκδικήσει δεύτερη θητεία λιγότερο από τέσσερις μήνες πριν από τις εκλογές, ενώ οι δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον Τραμπ να επικρατεί σε κρίσιμες, αμφίρροπες πολιτείες. Το ποσοστό αποδοχής της Χάρις –όπως και του Μπάιντεν– δεν έχει ξεπεράσει το 40% φέτος, σημάδι ότι το εκλογικό σώμα την ταυτίζει με την κυβέρνηση Μπάιντεν.

Η αντιπρόεδρος καλείται τώρα να συσπειρώσει τους απογοητευμένους Δημοκρατικούς ψηφοφόρους, να πείσει στη συντομότερη προεκλογική εκστρατεία στην αμερικανική ιστορία ότι είναι έτοιμη να ηγηθεί και να καθησυχάσει όσους ανησυχούν για τις ικανότητές της ως υποψήφιας. Την ίδια ώρα, η Χάρις θα βρεθεί αντιμέτωπη με αντίπαλο πρόθυμο να καταφύγει στον σεξισμό και στον ρατσισμό προκειμένου να εξασφαλίσει ψήφους. Και όλα αυτά ενώ ο Τραμπ απολαμβάνει πρωτοφανή δημοτικότητα μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του.

«Δεν υπάρχει ιστορική αναλογία. Η απόφαση του Λίντον Τζόνσον να μη διεκδικήσει την επανεκλογή του το 1968 ανακοινώθηκε επτά μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές», λέει ο καθηγητής Ιστορίας της Προεδρίας στο Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια Ράσελ Ράιλι, μιλώντας στην Washington Post.

Γνώστες της πολιτικής σκηνής προειδοποιούν, όμως, ότι πολλοί υποτίμησαν στο παρελθόν τη Χάρις, για να διαψευσθούν οικτρά. Η πρώην εισαγγελέας απέδειξε τις ικανότητές της στον αδυσώπητο πολιτικό στίβο του Σαν Φρανσίσκο, ενώ παρότι πολλοί τη θεώρησαν ξεγραμμένη μετά την καταστροφική της διεκδίκηση του χρίσματος το 2019, αναδείχθηκε σε αποτελεσματική και αξιόπιστη αντιπρόεδρο του Μπάιντεν.

Στην πρώτη γραμμή

Η ανατροπή της απόφασης νομιμοποίησης της άμβλωσης Ρόου εναντίον Ουέιντ από το Ανώτατο Δικαστήριο πριν από δύο χρόνια πρόσφερε ιδανική ευκαιρία στη Χάρις να βρεθεί στην πρώτη γραμμή της εκστρατείας υπέρ των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων των γυναικών. Η εκστρατεία Τραμπ εγκαινίασε ήδη από το βράδυ της Κυριακής τις προσπάθειες ταύτισης της Χάρις με τον Μπάιντεν, αναφέροντας σε ανακοίνωση: «Οι ευθύνες τους είναι μοιρασμένες και δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση μεταξύ τους. Η Χάρις καλείται τώρα να υπερασπισθεί την αποτυχημένη κυβέρνηση Μπάιντεν και την αριστερή και ανεκτική προς την εγκληματικότητα προσωπική της πορεία στην Καλιφόρνια».

Η Χάρις, κόρη Ινδής μητέρας και Τζαμαϊκανού πατέρα, γεννήθηκε το 1964 και μεγάλωσε στο Μπέρκλεϊ, έξω από το Σαν Φρανσίσκο. Φοίτησε στο ιστορικό αφροαμερικανικό Πανεπιστήμιο Χάουαρντ και έγινε γνωστή ως εισαγγελέας σε υποθέσεις σεξουαλικών εγκλημάτων και ανθρωποκτονιών. Το 2010 εξελέγη γενική εισαγγελέας της Καλιφόρνιας ύστερα από αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση.

Καθοριστική για τη φήμη της υπήρξε η απόφασή της να μη ζητήσει τη θανατική ποινή σε υπόθεση δολοφονίας αστυνομικού στο Σαν Φρανσίσκο, στρέφοντας εναντίον της τα πανίσχυρα συνδικάτα της αστυνομίας, αλλά ενισχύοντας το προφίλ της μεταξύ των προοδευτικών ψηφοφόρων. Οι αριστεροί επικριτές της υποστηρίζουν, όμως, ότι η Χάρις διέψευσε τις προσδοκίες των υποστηρικτών της ως γενική εισαγγελέας υιοθετώντας μετά την υπόθεση της δολοφονίας του αστυνομικού σκληρή γραμμή κατά της εγκληματικότητας των Αφροαμερικανών.

Μετά την εκλογή της στη Γερουσία το 2015, η Χάρις αναδείχθηκε σε πολιτική μάστιγα των Ρεπουμπλικανών κατά τη διάρκεια καταθέσεών τους σε επιτροπές υπό την προεδρία της.

Νέα στρατηγική Ρεπουμπλικανών

Αμήχανα αντιμετώπισε η εκστρατεία Τραμπ την εμφάνιση της Χάρις στην προεκλογική σκακιέρα, υποχρεώνοντας το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε εντελώς διαφορετική στρατηγική, παρά τους κομπασμούς του Τραμπ σε πλατφόρμα μηνυμάτων για την απόσυρση του Μπάιντεν. «Ο Τζο ο Απατεώνας δεν είναι ικανός να κατέβει στις εκλογές και να επιτελέσει τα καθήκοντά του», έγραψε ο Τραμπ, ενώ η Χάρις απειλεί να συσπειρώσει την ψήφο των γυναικών και των Αφροαμερικανών. Στο μεταξύ, ενώπιον επιτροπής της Βουλής κατέθεσε χθες η επικεφαλής της Μυστικής Υπηρεσίας, Κίμπερλι Τσιτλ, που επωμίσθηκε την ευθύνη για τις ελλείψεις ασφαλείας στην προεκλογική ομιλία του Τραμπ. Στην κατάθεσή της η Τσιτλ, που αναμένεται να παραιτηθεί, παραδέχθηκε ότι η υπηρεσία «απέτυχε» το προπερασμένο Σάββατο.

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement
Off the Record5 days ago

Το Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης

Off the Record5 days ago

Οι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028

Off the Record2 weeks ago

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record2 weeks ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record3 weeks ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv4 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record4 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record1 month ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia