ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
2η θητεία Τραμπ – Οι Τεράστιες Προκλήσεις
του Σταύρου Χατζηγιάννη*
Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να πέτυχε μια μεγάλη και συντριπτική νίκη στις Αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2024, και να παρουσιάζεται πλέον πολύ πιο ισχυρός σε σχέση με τη πρώτη του θητεία αφού πλέον του ανήκουν η προεδρία, η Γερουσία και πιθανόν η βουλή. Το ανώτατο δικαστήριο πλεόν κλίνει περισσότερο προς το μέρος του, το Ρεπουπλικανικό κόμμα είναι πλέον πιο πιστό στο πρόσωπο του Τραμπ αφού πολλοί από τους never-Trumpers έχουν αποχωρήσει ή χάσει τις έδρες τους.
Το ανώτατο δικαστήριο πλεόν κλίνει περισσότερο προς το μέρος του, το Ρεπουπλικανικό κόμμα είναι πλέον πιο πιστό στο πρόσωπο του Τραμπ αφού πολλοί από τους never-Trumpers έχουν αποχωρήσει ή χάσει τις έδρες τους.
Όμως κάπου εδώ τελειώνουν τα καλά νέα για τον 47ο πρόεδρο των ΗΠΑ. Μετά την ευφορία της εκλογικής νίκης, έρχεται η πραγματικότητα των συσσωρευμένων προβλημάτων που ο Τραμπ κληρονομεί από την τετραετία Biden. Κατ’αρχήν, ο καινούργιος πρόεδρος κληρονομεί μια μεγάλη χρηματιστηριακή φούσκα η οποία αψηφά την βαρύτητα εδώ και χρόνια. Εδώ απλά και χαρακτηριστικά θα αναφέρω ότι τα P/E ratios βρίσκονται σε επίπεδα του 1929 ή του 2000, με άλλα λόγια ακριβώς όπως τις δύο προηγούμενες περιπτώσεις που οι Αμερικανικές χρηματαγορές σχημάτισαν κερδοσκοπικές φούσκες η οποίες είχαν τελικά πολύ άσχημα τέλος.
Σε δεύτερη φάση και σε σχέση και πάλι με την Αμερικανική οικονομία, ο Τραμπ κληρονομεί μια σχεδόν θα έλεγα τραγική δημοσιονομική κατάσταση, με το ετήσιο έλλειμα να προσεγγίζει το 2 τρις δολλάρια (πάνω από 6% του ΑΕΠ) και το συνολικό δημόσιο χρέος να φτάνει τα 36 τρις. Οποιαδήποτε προσπάθεια είτε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, είτε από τη Κεντρική Τράπεζα για εξυγίανση αυτών των ανισσορροπιών, θα προκαλέσουν απότομη και οδυνηρή συρρίκνωση της οικονομίας. Γι’αυτό το λόγο, η δική μου πρόβλεψη είναι ότι η διακυβέρνηση Τραμπ θα αποφύγει την λήψη των όποιων μέτρων εξυγείανσης όπως αυξημένα επιτόκια ή μείωση των κρατικών δαπανών. Οι διαδικασίες του διαχρονικού υπερδανεισμού και των σχετικά χαμηλών επιτοκίων θα συνεχιστούν μέχρι τέλους.
Σε δεύτερη φάση και σε σχέση και πάλι με την Αμερικανική οικονομία, ο Τραμπ κληρονομεί μια σχεδόν θα έλεγα τραγική δημοσιονομική κατάσταση, με το ετήσιο έλλειμα να προσεγγίζει το 2 τρις δολλάρια (πάνω από 6% του ΑΕΠ) και το συνολικό δημόσιο χρέος να φτάνει τα 36 τρις.
Ακόμη πιο ευάλωτη είναι η κατάσταση στις εξωτερικές σχέσεις των ΗΠΑ. Πρώτα και κύρια, υφίσταται η μεγάλη εκκρεμμότητα του Ουκρανικού πολέμου. Ο Τραμπ επανειλημμένα δηλώνει την πρόθεση του για επίτευξη κάποιας μορφής συμβιβασμού με την Ρωσία στο θέμα της Ουκρανίας, ούτως ώστε οι ΗΠΑ να μπορούν πλέον πιο ελεύθερα να αφιερώσουν πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο ενάντια σε Ιράν και Κίνα. Με άλλα λόγια, στόχος του Τραμπ, είναι ο εξευμενισμός της Ρωσίας ούτως ώστε με κάποιο τρόπο να εξασφαλιστεί από τις ΗΠΑ μια σχετική Ρωσική ουδετερότητα ως προς Κίνα και Ιράν. Κάτι τέτοιο είναι πολύ ευκολότερο στα λόγια παρά στη πράξη. Τα σχέδια τα οποία τα δυτικά ΜΜΕ παρουσιάζουν ως προτεινόμενα από τον εκλελεγμένο Αμερικανό πρόεδρο, έχουν κυριολεκτικά μηδέν πιθανότητες να γίνουν αποδεκτά από τους Ρώσους. Οτιδήποτε αφήνει έστω και απομακρυσμένη προοπτική μιας Ουκρανικής ένταξης στο ΝΑΤΟ είναι μη συζητήσιμο για τη Μόσχα. Το ίδιο ισχύει και για οποιαδήποτε εισήγηση παραμονής ενός φιλοδυτικού καθεστώτος στο Κίεβο. Εν ολίγοις, η απόσταση μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ πάνω στο Ουκρανικό ζήτημα είναι χαώδες, και ο Τραμπ θα αντιμετωπίσει τεράστιες, πιθανόν ανυπέρβλητες δυσκολίες στην όποια προσπάθεια του για κλείσιμο του ζητήματος και για βελτίωση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας. Μια επιπρόσθετη δυσκολία για την νέα Αμερικανική διακυβέρνηση, είναι ότι πλέον ο συντονισμός της Μόσχας με Τεχεράνη και Πεκίνο, όντας μετά από δεκαετίες Αμερικανκής εχθρικότητας προς την Ρωσική Ομοσπονδία, αλλά κυρίως με την σκληρή στάση των Αμερικανών στο θέμα της Ουκρανίας, έχει προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό που θα καταστεί σχεδόν αδύνατη η έστω και μερική αποκατάσταση των σχέσεων Ρωσίας-ΗΠΑ.
Το Ισραήλ εδώ και πάνω από ένα χρόνο βρίσκει εαυτό σε ένα μακροπρόθεσμο πόλεμο χαμηλής σχετικά έντασης προς διάφορα μέτωπα, κυρίως στη Λωρίδα της Γάζας ενάντια στη Χαμάς,
Τα πράγματα δεν είναι και πολύ καλύτερα στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ εδώ και πάνω από ένα χρόνο βρίσκει εαυτό σε ένα μακροπρόθεσμο πόλεμο χαμηλής σχετικά έντασης προς διάφορα μέτωπα, κυρίως στη Λωρίδα της Γάζας ενάντια στη Χαμάς, και στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ με το νότιο Λίβανο, με τη Χεζμπολάχ. Ταυτόχρονα, διάφορες φιλο-Ιρανικές παραστρατιωτικές ομάδες σε Υεμένη, Ιράκ και Συρία συστηματικά παρενεχλούν δυτικά εμπορικά και πολεμικά πλοία, αλλά και το Ισραήλ και Αμερικανικά στρατεύματα που βρίσκονται διάσπαρτα στη περιοχή. Αυτή η κατάσταση, διατηρεί το Ισραήλ σε μια μόνιμη κατάσταση επιστράτευσης, έντασης, εγρήγορσης αλλά και αβεβαιότητας. Διάφοροι Αμερικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι έχουν δηλώσει ότι ο μόνος τρόπος για επίλυση της κατάστασης, είναι μια αποφασιστική αναμέτρηση με το Ιράν, που είναι και ο σπόνσορας αυτής της γενικευμένης αντι-Αμερικανικής και αντι-Ισραηλινής δραστηριότητας στη περιοχή. Φυσικά το πρόβλημα εδώ πρόσκειται στο ότι το Ιράν δεν είναι το Ιράκ του 2003 ή του 1991. Το Ιράν είναι μια πολύ ισχυρή χώρα, με κάποια πολύ προηγμένα οπλικά συστήματα, κυρίως σε βαλλιστικούς πυραύλους και drones, με πολυάριθμους συμμάχους στην περιοχή και τη πιθανή στήριξη της Ρωσίας αλλά και της Κίνας σε περίπτωση μετωπικού πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Επιπρόσθετα, το Ιράν είναι σε θέση να πλήξει στόχους σε ολόκληρη την περιοχή με πολύ μεγάλη ακρίβεια και ισχύ. Οποιαδήποτε πολιτκή μέγιστης πίεσης πάνω στο Ιράν φέρει μαζί της και πολύ υψηλά ρίσκα.
Σε περίπτσωση που η νέα Αμερικανική διακυβέρνηση υλοποιήσει τις απειλές για υψηλούς δασμούς πάνω στις Κινεζικές εξαγωγές, τότε η μακρά περίοδος της Κινεζικής ουδετερότητας θα φτάσει απότομα στο τέλος της.
Τέλος, είναι οι προθέσεις της διακυβέρνησης Τραμπ σε σχέση με τη Κίνα. Σε περίπτσωση που η νέα Αμερικανική διακυβέρνηση υλοποιήσει τις απειλές για υψηλούς δασμούς πάνω στις Κινεζικές εξαγωγές, τότε η μακρά περίοδος της Κινεζικής ουδετερότητας θα φτάσει απότομα στο τέλος της. Μια οικονομικά και βιομηχανικά τερατώδες Κίνα η οποία πλέον όμως δεν θα επωφελείται από τις εμπορικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ, θα είναι μια Κίνα η οποία άμεσα θα αυξήσει την στρατηγική της δραστηριότητα. Η νήσος της Ταιβάν είναι ένας δεδομένος και αδιαπραγμάτευτος στόχος για την ΛΔΚ, αλλά οι πιθανοί μοχλοί Κινεζικής πίεσης προς τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της είναι πολυάριθμοι. Κατ’αρχήν η πολεμική ενεργοποίηση της Βορείου Κορέας, είναι κατά τη προσωπική μου άποψη το προπαρασκευστικό βήμα πριν όποια κίνηση των Κινεζικών ενόπλων δυνάμεων προς την κατεύθυνση της Ταιβάν. Επιπρόσθετα, μια Κίνα η οποία πλέον δεν έχει πρόσβαση στη Αμερικανική αγορά και άρα δεν έχει κάποιο κίνητρο για να σεβαστεί τα Αμερικανικά συμφέροντα, μοιραία θα προσεγγίσει τους άλλους δύο αντιπάλους της παγκόσμιας Αμερικανικής συμμαχίας, το Ιράν και τη Ρωσία, δύο δυνάμεις που ακόμα και μόνες τους αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για τις ΗΠΑ, πόσο μάλλον με την τεράστια και τρομακτική υλικοτεχνική βοήθεια που μόνο η Κίνα είναι σε θέση να παράσχει?
Επιπρόσθετα, μια Κίνα η οποία πλέον δεν έχει πρόσβαση στη Αμερικανική αγορά και άρα δεν έχει κάποιο κίνητρο για να σεβαστεί τα Αμερικανικά συμφέροντα, μοιραία θα προσεγγίσει τους άλλους δύο αντιπάλους της παγκόσμιας Αμερικανικής συμμαχίας, το Ιράν και τη Ρωσία, δύο δυνάμεις που ακόμα και μόνες τους αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για τις ΗΠΑ, πόσο μάλλον με την τεράστια και τρομακτική υλικοτεχνική βοήθεια που μόνο η Κίνα είναι σε θέση να παράσχει?
Βάσει του δεδηλωμένου προγράμματος του Τραμπ, αλλά και των διορισμών που έχει ήδη ανακοινώσει, που είναι είτε γεράκια ενάντια στη Κίνα (Waltz, Ratcliffe, Rubio) είτε γεράκια σε σχέση με το Ιράν (Hegseth, Witkoff, Stefanik) πρέπει να θεωρηθεί σχεδόν βέβαιο ότι η ένταση σε Μέση Ανατολή και Ειρηνικό θα αυξηθεί δραματικά μέσα στο 2025, αλλά χωρίς πολύ πιθανή προοπτική αποκλιμάκωσης στην Ουκρανία. Η γεωπολιτική αστάθεια και ένταση, σε συνδυασμό με τις διάφορες οικονομικές ανισσορροπίες προμηνύουν ένα εκρηκτικό νέο έτος. Ο Τραμπ μπορεί να μην είναι υπεύθυνος ούτε για τις διεθνείς εντάσεις, ούτε για τα οικονομικά προβλήματα που κληρονομεί, αλλά καλείται να τα αντιμετωπίσει όλα μαζι στη δεύτερη του θητεία.
*Πολιτικός Επιστήμονας
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
«Κλείδωσε» το τετ-α-τετ Μητσοτάκη – Ερντογάν
Την ερχόμενη Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου, αναμένεται να συνεδριάσει στην Άγκυρα το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, υπό την προεδρία των δύο ηγετών, Κυριάκου Μητσοτάκη και Ταγίπ Ερντογάν. Διακηρυγμένος στόχος της συνάντησης είναι η διατήρηση και ενίσχυση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας, καθώς και η εδραίωση μιας λειτουργικής σχέσης σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας και εγγενούς αστάθειας. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, φρόντισε να κρατήσει χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών, επισημαίνοντας ότι προς το παρόν δεν υφίσταται σύγκλιση για ουσιαστική συζήτηση επί των θεμάτων που αναγνωρίζει η Αθήνα, δηλαδή την οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας. Αντ’ αυτού, αναφέρθηκε στα «κεκτημένα» των τελευταίων ετών, όπως η μείωση της παραβατικότητας στον εναέριο χώρο, η βελτιωμένη συνεργασία με την Τουρκία στο Μεταναστευτικό, η χορήγηση βίζας σύντομης διάρκειας σε Τούρκους πολίτες και τις οικογένειές τους για 12 νησιά του Αιγαίου, καθώς και οι εμπορικές συναλλαγές.
Την ίδια ώρα, η τουρκική προεδρία, με σαφώς πιο λακωνικές διατυπώσεις, ανακοίνωσε την ημερομηνία άφιξης του κ. Μητσοτάκη, σημειώνοντας ότι «θα εξεταστούν οι σχέσεις Τουρκίας – Ελλάδας σε όλες τις διαστάσεις τους και οι δυνατότητες περαιτέρω συνεργασίας μεταξύ των δύο γειτονικών χωρών». Σύμφωνα με πληροφορίες, κατά τη διάρκεια των επαφών θα πραγματοποιηθεί ανταλλαγή απόψεων τόσο για τις διμερείς σχέσεις όσο και για τις περιφερειακές και διεθνείς εξελίξεις. Παράλληλα, στο πλαίσιο της επίσκεψης περιλαμβάνεται στην ατζέντα και η υπογραφή σειράς συμφωνιών, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση των διμερών σχέσεων.
Η πρώτη συνάντηση των κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν έπειτα από ενάμιση χρόνο –με την τελευταία διμερή επαφή να έχει πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2024– λαμβάνει χώρα σε ένα αισθητά διαφοροποιημένο περιβάλλον, καθώς η Άγκυρα διαθέτει πλέον σαφώς βελτιωμένη πρόσβαση στον Λευκό Οίκο. Ταυτόχρονα, οι σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας περιπλέκονται περαιτέρω λόγω των ευρωτουρκικών σχέσεων, οι οποίες βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή. Αφενός, η Τουρκία επιδιώκει την επίτευξη τελωνειακής συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της παραγωγικής της βάσης, αφετέρου επιχειρεί να εξασφαλίσει πρόσβαση σε ευρωπαϊκούς πόρους για την ενίσχυση της αμυντικής της βιομηχανίας.
Λίγες ώρες πριν από την επίσημη ανακοίνωση της επίσκεψης του κ. Μητσοτάκη στην Άγκυρα, το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με το δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο. Στην ανακοίνωση αυτή κατηγορούσε την Αθήνα για «μονομερείς ενέργειες» και επανέφερε τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας». Τουρκικά μέσα ενημέρωσης ερμήνευσαν τη συγκεκριμένη τοποθέτηση ως απάντηση στον κ. Μητσοτάκη. Από το τουρκικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι «η στάση της χώρας μας απέναντι στις δηλώσεις Ελλήνων πολιτικών περί επέκτασης των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο στα 12 μίλια είναι ξεκάθαρη. Ως Τουρκία, υποστηρίζουμε ότι ένας δίκαιος, ισότιμος και σύμφωνος με τις αρχές του διεθνούς δικαίου διαμοιρασμός των θαλάσσιων δικαιοδοσιών στο Αιγαίο μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διαλόγου και καλής προθέσεως. Οι μονομερείς αξιώσεις, ισχυρισμοί και δηλώσεις της Ελλάδας, που αγνοούν τις υφιστάμενες διαφορές και παραβιάζουν τα δικαιώματα της τουρκικής πλευράς, αντίκεινται στο διεθνές δίκαιο και δεν είναι αποδεκτές».
Πηγές στην Τουρκία σημειώνουν ότι η συγκεκριμένη ανακοίνωση αποσαφηνίζει τις θέσεις της Άγκυρας, οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες εδώ και δεκαετίες, με αφορμή τις πρόσφατες δηλώσεις που αφορούν την επέκταση των χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Λαβρόφ: Η Αθήνα αγνόησε τους Έλληνες που ζουν εκεί
Ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στην Αθήνα υιοθετεί ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, αναφορικά με τη στάση της Ελλάδας στο Ουκρανικό, σύμφωνα με σχετική ανάρτηση της ρωσικής πρεσβείας στην Ελλάδα.
Απαντώντας, στο πλαίσιο απολογισμού των ρωσικών διπλωματικών δραστηριοτήτων για το 2025, σε ερώτηση σχετικά με το αν εξακολουθεί να ισχύει –κατά τη διατύπωση της ερώτησης– παλαιότερη δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία», ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας υποστήριξε πως ήταν η Αθήνα εκείνη που διέκοψε μια συνεργασία δεκαετιών με τη Μόσχα. «Με την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία της με τη Ρωσία, η οποία είχε οικοδομηθεί κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών. Διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα της ρωσο-ελληνικής συνεργασίας, από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά ζητήματα. Επειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια δεν υπήρξε καμία αλλαγή στην προσέγγιση της επίσημης Αθήνας προς τη χώρα μας. Συνεχίζουμε να ακούμε τις επιθετικές αντιρωσικές δηλώσεις και αβάσιμες ρωσοφοβικές κατηγορίες εναντίον μας. Η Ρωσία δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι παρόμοιο εις βάρος της Ελλάδας», σημείωσε.
Όπως ανέφερε στη συνέχεια, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πρώτες χώρες που προχώρησαν στην αποστολή όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία, παρά την έντονη παρουσία ελληνικού στοιχείου στη χώρα.
«Η Αθήνα δεν έλαβε υπόψη ότι εκεί ζουν τα αδέρφια τους που διατηρούν σχέσεις με την Ελλάδα, έχουν συγγενείς εκεί, και ότι οι ενέργειες της Αθήνας τους προκαλούν έναν κολοσσιαίο αριθμό όχι μόνο προβλημάτων, αλλά και άμεσων απειλών για τη ζωή και την υγεία τους», προσθέτει.
Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών αναφέρεται επίσης στις συμφωνίες υπέρ του Κιέβου στις οποίες συμμετείχε η Αθήνα, κάνοντας ειδική μνεία στην ανάπτυξη και χρήση θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων, καθώς και στην προσχώρηση της Ελλάδας στην πρωτοβουλία PURL για την αγορά αμερικανικών όπλων από ευρωπαϊκές χώρες προς ενίσχυση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.
Τέλος, επικαλούμενος δημοσκόπηση που διενεργήθηκε για λογαριασμό της «Κ», ο Λαβρόφ υποστήριξε ότι η ελληνική κοινή γνώμη δεν ταυτίζεται με την κυβερνητική γραμμή, επισημαίνοντας πως το 72% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι η Αθήνα θα έπρεπε να τηρήσει ουδέτερη στάση απέναντι στην ουκρανική σύγκρουση.
MILITAIRE
Θερμή υποδοχή Ερντογάν στο Κάιρο, νέο κεφάλαιο στις σχέσεις Τουρκίας – Αιγύπτου
Εντυπωσιακή και υψηλού συμβολισμού υπήρξε η υποδοχή που επιφύλαξε ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι στον Τούρκο ομόλογό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος στις 4 Φεβρουαρίου πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Αίγυπτο, προκειμένου να συμμετάσχει στη δεύτερη συνεδρίαση του Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας Υψηλού Επιπέδου μεταξύ των δύο χωρών.
Στο πλαίσιο της επίσκεψης, οι δρόμοι του Καΐρου κοσμήθηκαν με αφίσες των δύο Προέδρων, ενώ η αυτοκινητοπομπή που μετέφερε τον Τούρκο Πρόεδρο χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια. Ανάλογης επισημότητας ήταν και η υποδοχή του στο Προεδρικό Μέγαρο, όπου πραγματοποιήθηκαν κανονιοβολισμοί. Από την πλευρά του, ο Ερντογάν προσέφερε στον Σίσι μία λιμουζίνα Togg T10X, τουρκικής σχεδίασης και κατασκευής, μια πρακτική που ακολουθεί σε επισκέψεις ιδιαίτερης σημασίας για την Τουρκία.
Κατά τις εργασίες του Συμβουλίου υπογράφηκαν συνολικά επτά συμφωνίες, με πλέον κομβική τη στρατιωτική συμφωνία-πλαίσιο. Η συγκεκριμένη συμφωνία συνιστά ένα νομικό και στρατηγικό κείμενο που καθορίζει τις βασικές αρχές, τους όρους και τις διαδικασίες για μελλοντική συνεργασία, προμήθειες αμυντικού υλικού ή επιχειρησιακές δράσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, είτε πρόκειται για κράτη είτε για οργανισμούς. Λειτουργεί ως βάση για τη σύναψη μεταγενέστερων εκτελεστικών συμφωνιών, παρέχοντας ευελιξία και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Οι σχέσεις Αιγύπτου και Τουρκίας εισέρχονται πλέον σε φάση ουσιαστικής εξομάλυνσης και στρατηγικής αναβάθμισης, αφήνοντας πίσω τους μια δεκαετία έντασης που επιβάρυνε τις διμερείς επαφές. Το ενδιαφέρον των δύο πλευρών στρέφεται πλέον στην ενίσχυση της οικονομικής συνεργασίας, στην ενεργειακή σύγκλιση, στην ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας, καθώς και στον συντονισμό σε περιφερειακά ζητήματα όπως η Λιβύη, η Γάζα και το Σουδάν.
Παρά τη θετική δυναμική, η προσέγγιση Άγκυρας – Καΐρου γεννά προβληματισμό ως προς τις πιθανές μεταβολές των ισορροπιών στην ανατολική Μεσόγειο, οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις σχέσεις της Αιγύπτου με τη χώρα μας. Υπενθυμίζεται ότι το 2020 Ελλάδα και Αίγυπτος υπέγραψαν συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ, η οποία αφορούσε «μερική οριοθέτηση» μεταξύ του 26ου και του 28ου μεσημβρινού, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μελλοντικών διαβουλεύσεων για το υπόλοιπο τμήμα. Αντιθέτως, η Τουρκία επιδιώκει συστηματικά την υπογραφή συμφωνίας ΑΟΖ με την Αίγυπτο, προβάλλοντας ως δέλεαρ την παραχώρηση μεγαλύτερης θαλάσσιας έκτασης σε σχέση με εκείνη που εξασφάλισε το Κάιρο μέσω της συμφωνίας με την Αθήνα.
ΠΗΓΗ: MILITAIRE. gr
-
Think Tank1 month agoΣομαλιλάνδη: το νέο μέτωπο Ισραήλ–Τουρκίας
-
Off the Record2 weeks agoΗ ττενέκκα και το ΕΛΑΜ…
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoΤο ερώτημα για την Holguín για την UNFICYP και η υπόθεση της Μάμμαρι: γιατί δέχθηκαν επίθεση δύο Ελληνοκύπριοι αγρότες;
-
Off the Record3 weeks agoΑνθρωποφαγία από το ΔΗΣΥ καταγγέλλει ο Τορναρίτης
-
Off the Record3 weeks agoΣΥΚΑΣ: Πολιορκία κομμάτων για να είναι υποψήφιος – Λευκωσιάτικη δημοσκόπηση
-
Off the Record2 days agoΑργίες à la carte: κόλλησε ο Κουλάς του ΔηΣυ όταν ρωτήθηκε για τον δήμαρχο Αγίας Νάπας
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΠώς στήνεται ένα πολιτικό «viral σκάνδαλο»
-
Off the Record1 month agoΕκλογές 2026: Το ποτάμι δεν γυρίζει ΠΙΣΩ…
-
Off the Record2 weeks agoΕπέκταση της υπηρεσίας των εφέδρων στρατιωτών στην Εθνική Φρουρά μέχρι την ηλικία των 65 ετών
-
Think Tank1 month agoΤο πραξικόπημα των ΤΚ το 1963 | Μία εκπομπή ντοκουμέντο

