ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πότε το Πεκίνο θα εκθρονίσει την Ουάσιγκτον στην παγκόσμια οικονομία
Μπορεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει καθησυχαστικά ότι «όλα θα πάνε καλά με την Κίνα» και πως σύντομα θα βρεθεί λύση στη μεταξύ τους εμπορική διαμάχη, ωστόσο το Πεκίνο διαμηνύει με σαφήνεια πως «αν φτάσουμε σε μάχη, θα πολεμήσουμε μέχρι τέλους», σύμφωνα με το κινεζικό υπουργείο Εμπορίου.
Ο εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη έχει πλέον επεκταθεί και στον τομέα της ναυτιλίας. Η Κίνα ανακοίνωσε ότι θα επιβάλει ειδικούς δασμούς σε πλοία αμερικανικής ιδιοκτησίας, λειτουργίας, κατασκευής ή σημαίας. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι θα εξαιρούνται από τα μέτρα τα πλοία που έχουν κατασκευαστεί στην Κίνα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της κρατικής τηλεόρασης CCTV, οι εξαιρέσεις ισχύουν επίσης για κενά πλοία που εισέρχονται σε κινεζικά ναυπηγεία για επισκευές. Η ανακοίνωση αυτή ήρθε σε χρονική σύμπτωση με την απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών να επιβάλουν λιμενικά τέλη σε κινεζικά φορτηγά πλοία που μεταφέρουν προϊόντα κάθε είδους, από παιχνίδια μέχρι αργό πετρέλαιο.
Το Πεκίνο βλέπει πλέον να ορθώνεται ένα «τείχος» στις εξαγωγές κινεζικών προϊόντων προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι κινεζικές εξαγωγές προς την αμερικανική αγορά μειώθηκαν κατά 27% τον Σεπτέμβριο σε σχέση με το προηγούμενο έτος, καταγράφοντας την έκτη συνεχόμενη πτώση, ενώ συνολικά οι εξαγωγές της χώρας σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση των τελευταίων έξι μηνών, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Διοίκησης Τελωνείων στο Πεκίνο.
Με βάση τα ίδια στοιχεία, οι συνολικές εξαγωγές της Κίνας αυξήθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση, φθάνοντας τα 328,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, μέχρι τον Αύγουστο, οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ήδη υποχωρήσει κατά 33%.
«Οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν να επηρεάζονται από τις εμπορικές εντάσεις και τις πολιτικές που εφαρμόζει η αμερικανική κυβέρνηση, η οποία έχει επιβάλει νέους δασμούς προκειμένου να επαναφέρει τη μεταποίηση εντός των ΗΠΑ», αναφέρουν ασιάτες αναλυτές.
Παράλληλα, η Κίνα έχει ενισχύσει σημαντικά τις εμπορικές της σχέσεις με άλλες περιοχές του κόσμου. Οι εξαγωγές της προς τη Νοτιοανατολική Ασία αυξήθηκαν κατά 15,6% σε ετήσια βάση, προς τη Λατινική Αμερική κατά 15% και προς την Αφρική κατά 56%.
«Το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει περίπλοκο και απαιτητικό. Το κινεζικό εμπόριο αντιμετωπίζει αυξανόμενες αβεβαιότητες και προκλήσεις», δήλωσε ο Γουανγκ Τζουν, υφυπουργός αρμόδιος για τα τελωνεία της Κίνας.
Χαμηλό κόστος
Σύμφωνα με τον Γκάρι Νατζ, ανώτερο οικονομολόγο της Natixis, «οι κινεζικές εξαγωγές συνεχίζουν να αποδεικνύουν την ανθεκτικότητά τους, χάρη στο χαμηλό κόστος και την περιορισμένη δυνατότητα παγκόσμιας υποκατάστασης, παρά την αύξηση των δασμών». Παρά ταύτα, προειδοποίησε ότι «αν οι έλεγχοι στις εξαγωγές ενταθούν, ενδέχεται να τεθεί σε κίνδυνο η λειτουργία των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού».
Οι σχέσεις Πεκίνου–Ουάσιγκτον επιδεινώθηκαν περαιτέρω μετά την απόφαση της Κίνας να επιβάλει αυστηρούς ελέγχους στις εξαγωγές κρίσιμων για την τεχνολογία ορυκτών, όπως οι σπάνιες γαίες. Ο πρόεδρος Τραμπ αντέδρασε ανακοινώνοντας νέους δασμούς ύψους 100% στα κινεζικά προϊόντα από την 1η Νοεμβρίου, καθώς και πρόσθετους περιορισμούς στις εξαγωγές λογισμικού υψηλής τεχνολογίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αιτιολόγησε τις κινήσεις αυτές λέγοντας ότι η Κίνα απέστειλε «επιστολές σε διάφορες χώρες» ανακοινώνοντας περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών και άλλων στρατηγικών υλικών — μια ενέργεια που, όπως είπε, «προέκυψε από το πουθενά» και θα μπορούσε να παραλύσει το παγκόσμιο εμπόριο.
Αργότερα, όμως, με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα: «Μην ανησυχείτε για την Κίνα, όλα θα πάνε καλά! Ο αξιότιμος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ απλώς περνά μια δύσκολη περίοδο. Δεν θέλει ύφεση για τη χώρα του, ούτε εγώ. Οι ΗΠΑ θέλουν να βοηθήσουν την Κίνα, όχι να τη βλάψουν!!!»
Σύμφωνα με τον Πάτρικ Άρτους, βετεράνο οικονομολόγο της Natixis, «οι πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ θα πλήξουν τελικά την ίδια την αμερικανική οικονομία». Ο Άρτους εκτιμά ότι «παρά τη δημογραφική συρρίκνωση της Κίνας, η οικονομία της θα συνεχίσει να αναπτύσσεται ταχύτερα από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών».
Μεγαλύτερο το κινεζικό ΑΕΠ
Στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι το κινεζικό ΑΕΠ, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, υπερβαίνει ήδη το αμερικανικό κατά περίπου 10 τρισεκατομμύρια δολάρια. Συγκεκριμένα, η οικονομία της Κίνας εκτιμάται στα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια, αντιπροσωπεύοντας το 20% της παγκόσμιας οικονομίας, ενώ το αμερικανικό ΑΕΠ φθάνει τα 30 τρισεκατομμύρια, δηλαδή το 14% του παγκόσμιου συνόλου.
Από το 2008, η Κίνα έχει συμβάλει περίπου στο 30% της συνολικής αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1981 η κινεζική οικονομία αντιστοιχούσε μόλις στο 2% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ οι ΗΠΑ στο 21%.
Εκείνη την εποχή, η Ουάσιγκτον μπορούσε εύκολα να ασκήσει πίεση στο Πεκίνο. Όμως, το 2014 ήρθε η ιστορική ανατροπή: σε όρους αγοραστικής δύναμης, η Κίνα ξεπέρασε για πρώτη φορά τις Ηνωμένες Πολιτείες — γεγονός που συνέβη μετά από 150 χρόνια κυριαρχίας του αμερικανικού οικονομικού μοντέλου. Έκτοτε, οι ΗΠΑ προσπαθούν με διάφορες πολιτικές να περιορίσουν τη ραγδαία άνοδο της Κίνας.
«Το πιο εντυπωσιακό σήμερα είναι ο ρυθμός με τον οποίο διευρύνεται το χάσμα υπέρ της Κίνας και το τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το μέλλον», σημειώνουν Κινέζοι οικονομολόγοι. «Η Κίνα θα συνεχίσει να παράγει τόσο μεγάλο όγκο αγαθών και υπηρεσιών, που ακόμη κι αν η τιμή τους παραμένει χαμηλότερη από αυτή των αμερικανικών, το συνολικό ΑΕΠ της θα ξεπεράσει αναπόφευκτα το αμερικανικό», υποστηρίζουν.
Ένα επικίνδυνο κοκτέιλ πολιτικών
Ο Άρτους επισημαίνει ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αντιμετωπίσουν επιβράδυνση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης, εξαιτίας της περιοριστικής μεταναστευτικής πολιτικής, της επιμονής στα ορυκτά καύσιμα και της καθυστέρησης στην ενεργειακή μετάβαση».
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, αν και δεν λαμβάνουν πλήρως υπόψη αυτούς τους παράγοντες, αναφέρουν ότι τα επόμενα χρόνια η Κίνα θα συνεχίσει να αναπτύσσεται σχεδόν με διπλάσιο ρυθμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρά τη σταδιακή επιβράδυνση λόγω της μείωσης του εργατικού δυναμικού, η κινεζική ανάπτυξη θα παραμείνει σταθερά υψηλότερη.
«Ακόμη και με λιγότερο ενεργό πληθυσμό, η Κίνα θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ σε απόλυτα οικονομικά μεγέθη, χάρη στα μεγάλα κέρδη παραγωγικότητας και τις μαζικές επενδύσεις της σε τομείς όπως οι μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη», τονίζει ο οικονομολόγος της Natixis.
Το 2045, το σημείο καμπής
Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Πεκίνου, Τζάστιν Γιφού Λιν —γνωστός για τις ακριβείς προβλέψεις του— εκτιμά ότι το 2045 θα αποτελέσει το κομβικό έτος κατά το οποίο η Κίνα θα ξεπεράσει οριστικά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε οικονομικό μέγεθος.
Ο Λιν υπενθυμίζει ότι το 2000 οι χώρες της G8 αντιπροσώπευαν σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου ΑΕΠ (47%), αλλά μέχρι το 2018 το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί στο 34,7%, καθώς οι αναδυόμενες οικονομίες —και ιδιαίτερα η Κίνα— αναπτύχθηκαν ραγδαία.
«Το πλεονέκτημα της καθυστέρησης»
Όπως εξηγεί ο Κινέζος οικονομολόγος, «το 80% της πτώσης του μεριδίου της G8 καλύφθηκε από την ανάπτυξη της Κίνας». Θεωρεί ότι η χώρα του συνεχίζει να έχει υψηλή δυναμική λόγω αυτού που αποκαλεί «πλεονέκτημα της καθυστέρησης», φαινόμενο που παρατηρήθηκε και στη μεταπολεμική Γερμανία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα.
Ο Λιν προβλέπει ότι η Κίνα θα διατηρήσει ρυθμό ανάπτυξης άνω του 4% ετησίως έως το 2045, στηριζόμενη σε τρία καθοριστικά πλεονεκτήματα: το ανθρώπινο ταλέντο, το τεράστιο μέγεθος της εγχώριας αγοράς και την ισχυρή παραγωγική της βάση.
Η Κίνα παράγει κάθε χρόνο πάνω από έξι εκατομμύρια αποφοίτους στους τομείς της τεχνολογίας, διαθέτει τη μεγαλύτερη εσωτερική αγορά παγκοσμίως και εξακολουθεί να αποτελεί το κέντρο της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής.
Αν η Κίνα διατηρήσει μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 4,5%, ενώ οι ΗΠΑ κινούνται γύρω στο 1,6%, τότε έως το 2045 η κινεζική οικονομία θα είναι 2,5 φορές μεγαλύτερη από την αμερικανική. «Μέχρι τότε», καταλήγει ο Λιν, «θα έχει διαμορφωθεί μια νέα παγκόσμια οικονομική τάξη, όπου η ειρήνη και η σταθερότητα θα προκύπτουν μέσα από την εξισορρόπηση της οικονομικής ισχύος».
ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .gr
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 week agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΜεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη






