ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Α.Δαμιανού – Μεταρρύθμιση ΤΑ: Οι αρμόδιοι να εφαρμόσουν αμέσως τους νόμους αντί να ψάχνουν ανύπαρκτα άλλοθι
«Εδώ και μέρες παρακολουθούμε με ανησυχία αλλά και προβληματισμό, την ανεπίκαιρη και αχρείαστη προσπάθεια της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη να απαξιώσει την πολύ σημαντική Μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης», τόνισε ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και Πρόεδρος της Επιτροπής Εσωτερικών της Βουλής, Άριστος Δαμιανού.
Αναλυτικά:
«Μια Μεταρρύθμιση που όπως είπαμε κατ’ επανάληψη δεν αποτελεί τις απόλυτες θέσεις των εμπλεκομένων αλλά τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Βάλαμε και εμείς πολύ νερό στο κρασί μας γιατί είδαμε τη μεγάλη εικόνα, την ανάγκη επίτευξης της Μεταρρύθμισης, την ανάγκη να δοθούν αυξημένες δυνατότητες στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, έστω και αν σημαντικές δικές μας θέσεις δεν εγκρίθηκαν από την Ολομέλεια της Βουλής.
Η Μεταρρύθμιση ψηφίστηκε τον Μάρτιο του 2022, σε λίγο μπαίνουμε στον Μάρτιο του 2024. Γιατί αλήθεια ο αρμόδιος Υπουργός άνοιξε τον χορό και χτες ο ίδιος ο Πρόεδρος μπήκε στον χορό της αποδόμησης της Μεταρρύθμισης; Νομιμοποιούμαστε να ισχυριστούμε ότι οι ανεπάρκειες και η κωλυσιεργία στην πορεία υλοποίησης προκαλούν ανησυχία στην κυβέρνηση, η οποία ψάχνει άλλοθι στους νομούς; Διερωτόμαστε, δεν είναι η κυβέρνηση που ύπνωττε και έπρεπε να τήν ξυπνήσουμε για να φέρει στη Βουλή εφαρμοστικό νόμο για να γίνουν εκλογές για τις Σχολικές Εφορείες; Αλήθεια, ο Πρόεδρος που διαμαρτύρεται για τον Ακάμα γνωρίζει που θα στεγαστεί ο Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης στην ελεύθερη Επαρχία Αμμοχώστου; Έχει ενημερωθεί από τον Υπουργό του για το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο κατέληξε η προσπάθεια υλοποίησης των νόμων με το αυξημένο δικαίωμα κατανομής εδρών στην Αγία Νάπα; Έχει ενημερωθεί ότι ουσιαστικά εδώ και εννέα μήνες αναμένουμε εφαρμοστικούς της Μεταρρύθμισης νόμους από το Υπουργείο Εσωτερικών; Είναι η Βουλή, η Επιτροπή Εσωτερικών και τα κόμματα που ευθύνονται για αυτό; Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντί να ηγείται της προσπάθειας αποδόμησης της Μεταρρύθμισης, ας ηγηθεί επιτέλους αποτελεσματικά της κυβέρνησης του.
Αναδεικνύουν ως μείζον ζήτημα τις τελικές ρυθμίσεις για το Δήμο Ακάμα. Kαι εδώ υπάρχει εξήγηση. Ομολογουμένως η στρέβλωση που προέκυψε με τον μεγάλο αριθμό αντιδημάρχων, είχε να κάνει με μια πολιτική πραγματικότητα της τότε εποχής. Τις παρασκηνιακές προσπάθειες της τότε κυβέρνησης, της οποίας ο νυν Πρόεδρος και ο νυν Υπουργός Εσωτερικών ήταν μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, να δώσει τον Ακάμα βορά στις ορέξεις μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και τη δική μας προσπάθεια να το αποτρέψουμε εντάσσοντας -ναι, όχι κατά τρόπο ενδεδειγμένο- τις κοινότητες του Ακάμα και της Λαόνας στους δύο υφιστάμενους Δήμους Πέγειας και Πόλεως Χρυσοχούς.
Εξάλλου, δεν είμαστε εμείς που ως υποψήφιοι τάζαμε λεγόμενη ήπια ανάπτυξη του Ακάμα στους κατοίκους των κοινοτήτων. Και όταν ασφαλώς προεκλογικά τάζεις λαγούς και πετραχήλια αλλά μετεκλογικά περνάς κάτω από τον πήχη των προσδοκιών που εσύ δημιούργησες, μόνη σου έγνοια είναι ο Δήμος Ακάμα.
Αλλά, αλήθεια, αυτό ποια σχέση έχει με το γεγονός ότι πριν δεκαπέντε μέρες στην Επιτροπή Εσωτερικών μάς έλεγαν οι εκλεγμένοι της Επαρχίας Λευκωσίας ότι ούτε λογισμικά έχουν κατορθώσει να ενοποιήσουν, ούτε οριζόντια ενημέρωση υπάρχει, ούτε έτοιμα οργανογράμματα, άρα ούτε γνώση για το πώς και ποιοι θα μεταφερθούν από τους Δήμους και το κέντρο, για σκοπούς πολεοδομίας και αδειοδοτήσεων, στους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης; Και είναι από αυτούς τους Οργανισμούς που θα κριθεί η Μεταρρύθμιση.
Να αποκαλύψω, ότι δεν έχει υπάρξει καν συνεννόηση του αρμόδιου Υπουργείου Εσωτερικών και της Πολεοδομίας με τους δημόσιους υπαλλήλους που θα κληθούν να μεταφερθούν στους Επαρχιακούς Οργανισμούς Αυτοδιοίκησης και ότι απειλούνται με πειθαρχικά μέτρα σε περίπτωση άρνησης τους; Να αποκαλύψω ότι ακόμα και σήμερα υπάρχουν Προσωρινά Συντονιστικά Συμβούλια που δεν συνέρχονται όπως θα έπρεπε; Το δε Συμβούλιο Λευκωσίας έχει να συνέλθει από τον περασμένο Νοέμβριο. Για όλα αυτά ευθύνονται οι νόμοι; Ευθύνεται η Βουλή; Ευθύνεται η Επιτροπή Εσωτερικών, η οποία εισέπραττε διθυράμβους από το σύνολο των εμπλεκομένων για το επίτευγμα της Μεταρρύθμισης;
Αν τα λέμε όλα αυτά δεν είναι διότι δεν θέλουμε να αναλάβουμε το δικό μας μερίδιο ευθύνης, γιατί εμείς το αναλαμβάνουμε. Κάθε μήνα ασκούμε Κοινοβουλευτικό Έλεγχο, κάθε μήνα στέλνουμε επιστολές, κάθε μήνα δημοσιοποιούμε τις ανησυχίες μας για την πορεία υλοποίησης, γιατί εμείς θέλουμε να υλοποιηθεί η Μεταρρύθμιση και ασκούμε πολιτική πίεση για να βρεθούν λύσεις. Δεν διστάσαμε κατά τη διάρκεια των δύσκολων συζητήσεων στη Βουλή να συγκρουστούμε με κατεστημένα για το καλό των πολιτών. Δεν ψάχνουμε άλλοθι για την ανεπάρκεια και την κωλυσιεργία στην εφαρμογή της Μεταρρύθμισης.
Αυτό που εισπράττουμε ανά το παγκύπριο είναι την αδυναμία και την έλλειψη πολιτικής βούλησης αυτής της κυβέρνησης να συγκρουστεί με κατεστημένα για να επιβληθούν οι νόμοι και να εφαρμοστεί η Μεταρρύθμιση. Είναι την αδυναμία της να πάρει θέση και να τοποθετηθεί ξεκάθαρα απέναντι από τις σκοπιμότητες και τα εμπόδια που τίθενται από ορισμένους επιτήδειους στην πορεία υλοποίησης της Μεταρρύθμισης, που εισπράττουμε.
Μετά τις αρχικές τοποθετήσεις του αρμόδιου Υπουργού, επέλεξα συνειδητά να κρατήσω χαμηλούς τόνους γιατί η Επιτροπή Εσωτερικών είναι εταίρος εκείνων που καλούνται να εφαρμόσουν τη Μεταρρύθμιση. Του Υπουργείου Εσωτερικών, της Ένωσης Δήμων, της Ένωσης Κοινοτήτων, των τοπικών αρχόντων. Η Βουλή ψηφίζει, δεν εφαρμόζει νόμους. Όμως ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Ας αναλάβουν τις ευθύνες τους ως ορίζει ο νόμος και να σταματήσουν να αναθεματίζουν τους νόμους και να αποδομούν τη Μεταρρύθμιση.
Σε τέσσερις μήνες έχουμε εκλογές και θα ήταν μέγα λάθος να στείλουν το μήνυμα στους πολίτες ότι δεν αξίζει να ψηφίσουν για τη Μεταρρύθμιση, δεν αξίζει να ψηφίσουν στις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Γιατί η Μεταρρύθμιση όντως δημιουργεί δυνατότητες τις οποίες εκείνοι που καλούνται να εφαρμόσουν τους νόμους, αν το πράξουν με επιτυχία αυτό θα αποβεί προς όφελος των πολιτών, των τοπικών κοινωνιών, τις ίδιας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ως της πιο άμεσης μορφής δημοκρατίας.
Αλλά για να γίνει πράξη η Μεταρρύθμιση πρέπει αμέσως να τερματιστεί αυτή η ανεπίκαιρη, αχρείαστη, ζημιογόνα συζήτηση. Μετά την εφαρμογή της Μεταρρύθμισης έχουμε άπλετο χρόνο και στρεβλώσεις να διορθώσουμε και περαιτέρω βελτιώσεις να επιφέρουμε. Αλλά σήμερα μοναδικό καθήκον και ευθύνη των αρμοδίων είναι να εφαρμόσουν τους νόμους και όχι να ψάχνουν ανύπαρκτα άλλοθι».
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record2 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο






