ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Η αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών κύριος στόχος των Τούρκων
Όπως συμβαίνει κατά κανόνα, πριν μία διεκδίκηση σε βάρος της Ελλάδας καταστεί επίσημη θέση της Άγκυρας, ακούγεται από ανεπίσημα χείλη. Για πρώτη φορά, λοιπόν, πριν από αρκετούς μήνες, δηλώθηκε ότι εάν η Ελλάδα δεν προχωρήσει σε αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου θα έχει παραβιάσει τις συνθήκες, με τις οποίες της παραχωρήθηκαν και ως εκ τούτου η παραχώρηση θα πάψει να ισχύει! Τη θέση εξέφρασε ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου, προσδίδοντας τον πιο επίσημο χαρακτήρα.
Από την πρώτη στιγμή είχα επισημάνει πως εκείνη η ανεπίσημη δήλωση ήταν προάγγελος μίας κλιμάκωσης του τουρκικού επεκτατισμού. Από το 1973-74 η Άγκυρα ήγειρε επεκτατικές διεκδικήσεις αναφορικά με τον εναέριο χώρο, το FIR και την υφαλοκρηπίδα. Το 1996, η Άγκυρα κλιμάκωσε με τη θεωρία των “γκρίζων ζωνών”, διεκδικώντας ένα μεγάλο αριθμό νησίδων και βραχονησίδων, που δεν αναφέρονταν ονομαστικά στη Συνθήκη της Λωζάννης.
Πριν 70 ημέρες περίπου, με την επιστολή που κατέθεσε στον ΟΗΕ ο εκεί μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας πρέσβης Σινιρλίογλου, η Άγκυρα έκανε ένα μεγάλο βήμα για να καταστήσει την ανεπίσημη θέση επίσημη πολιτική, ανοίγοντας τον δρόμο για την τωρινή δήλωση Τσαβούσογλου. Αυτό, άλλωστε, είχε συμβεί και με τη θεωρία περί “γκρίζων ζωνών”. Τέσσερα χρόνια πριν προβληθεί ως επίσημη θέση της Άγκυρας, την είχε προαναγγείλει ένας Τούρκος ναύαρχος, αλλά στην Αθήνα είχε περάσει “ντούκου”.
Είναι εδώ και πολύ καιρό ξεκάθαρο από αλυσίδα επίσημων δηλώσεων ότι η Άγκυρα έχει μετατρέψει την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών σε αιχμή του διπλωματικού της δόρατος. Πρόκειται για ζήτημα-κλειδί της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής και κατ’ επέκταση της ελληνοτουρκικής διένεξης. Είναι κοινό μυστικό, μάλιστα, πως κατά καιρούς ασκούνται στην Αθήνα πιέσεις από το Βερολίνο και από την Ουάσιγκτον για να αποδεχθεί “μερική αποστρατιωτικοποίηση”.
Υπενθυμίζουμε τη δήλωση Πομπέο ότι «πρέπει να μειώσουμε το στρατιωτικό αποτύπωμα παντού και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε διπλωματικά μέσα, όχι στρατιωτικά». Η δήλωση εκείνη, σε συνδυασμό με την κυβερνητική σιωπή, είχε τροφοδοτήσει σχετικά δημοσιεύματα, υποχρεώνοντας τον πρεσβευτή Πάιατ να προβεί σε διάψευση μέσω Twitter: «Η Αμερική δεν κάνει τέτοιες προτάσεις (για αποστρατιωτικοποίηση). Μια ασφαλής και ισχυρή Ελλάδα είναι προς το συμφέρον της Αμερικής».
Η προφανής παγίδα
Μετά την κρίση στα Ίμια (1996), οι Αμερικανοί είχαν ρίξει στο τραπέζι την πρόταση η Ελλάδα να αποστρατιωτικοποιήσει τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αφήνοντας εκεί μόνο τις δυνάμεις που προβλέπουν οι Συνθήκες της Λωζάννης (του 1923 για το βορειοανατολικό Αιγαίο) και των Παρισίων (του 1947 για τα Δωδεκάνησα). Σε αντάλλαγμα, οι Τούρκοι θα απέσυραν τη Στρατιά του Αιγαίου στο εσωτερικό και τον αποβατικό στόλο τους από τα μικρασιατικά παράλια.
Αν και τότε οι γνωστοί κύκλοι στην Αθήνα συζητούσαν με διάθεση να αποδεχθούν αυτή την πρόταση, η παγίδα ήταν πολύ προφανής. Δεν χρειάζονται στρατιωτικές γνώσεις για να δούμε ότι σε περίπτωση κρίσης οι τουρκικές χερσαίες δυνάμεις και ο αποβατικός στόλος θα μπορούσαν να επιστρέψουν σε 24 ώρες, ή έστω ημέρες, απέναντι από τα ελληνικά νησιά, ενώ ο επανεξοπλισμός των νησιών θα απαιτούσε μήνες, εάν ποτέ καθίστατο εφικτός.
Έτσι, στο διπλωματικό παρασκήνιο είχε πέσει δεύτερη πρόταση. Τότε, η κυβέρνηση Σημίτη είχε προτείνει την παραπομπή στη Χάγη της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της κυριαρχίας των Ιμίων. Για να διευκολύνει την υιοθέτηση της πρότασης από τους Τούρκους, μάλιστα, η Αθήνα είχε απελευθερώσει το χρηματοδοτικό πρωτόκολλο της ΕΕ προς την Τουρκία, που μέχρι τότε μπλόκαρε.
Οι Τούρκοι, όμως, είχαν άλλα σχέδια. Στόχος τους ήταν να παραπεμφθεί στη Χάγη η αποστρατικοποίηση των νησιών. Ήθελαν να εκμεταλλευθούν την ασθενή νομική θέση της Ελλάδας για το ζήτημα, προκειμένου να θέσουν τα νησιά σε καθεστώς ομηρίας και κατ’ επέκταση να μπορούν να εκβιάζουν αποτελεσματικά την Αθήνα. Αν η αποστρατιωτικοποίηση πήγαινε πακέτο με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, η Άγκυρα εκτιμούσε (όχι αβάσιμα) πως μάλλον θα έχανε το έλασσον και θα κέρδιζε το μείζον, δηλαδή την αποστρατιωτικοποίηση.
Τι προβλέπουν οι συνθήκες
Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία μία παρένθεση. Η Συνθήκη της Λωζάννης προβλέπει ότι στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου μπορούν να υπάρχουν μόνο δυνάμεις από ντόπιους στρατεύσιμους. Η δε Συνθήκη των Παρισίων προβλέπει για τα Δωδεκάνησα την ύπαρξη δυνάμεων εσωτερικής ασφαλείας, όχι στρατού. Οι δεσμεύσεις αυτές είχαν επιβληθεί, επειδή οι Τούρκοι είχαν υποστηρίξει ότι τα νησιά μπορεί να χρησιμοποιηθούν από την Ελλάδα ως βάση εισβολής στη Μικρά Ασία. Σήμερα ο ισχυρισμός αυτός προκαλεί μόνο γέλια.
Μέχρι το 1974, η Ελλάδα σεβόταν τις συνθήκες. Μετά το 1974 η τουρκική απειλή κατέστη συγκεκριμένη όχι μόνο λόγω της εισβολής στην Κύπρο, αλλά και λόγω του ότι το 1975 συστάθηκε η στρατιά του Αιγαίου με έδρα τη Σμύρνη και με στόχο τα ελληνικά νησιά. Έτσι, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να τα οχυρώσει. Νομικά στηρίζεται στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, που υπερισχύει των συνθηκών και ο οποίος προβλέπει το δικαίωμα κάθε κράτους στην άμυνα.
Η ελληνική πλευρά έχει νομικά το δικαίωμα να αρνηθεί την παραπομπή του συγκεκριμένου θέματος, γιατί δεν έχει αναγνωρίσει στο Διεθνές Δικαστήριο δικαιοδοσία για θέματα άμυνας. Πολιτικά, όμως, είχε βρεθεί σε μειονεκτική θέση, επειδή η ίδια η Αθήνα έχει αναγάγει τη Χάγη σε κεντρικό διπλωματικό εργαλείο επίλυσης των ελληνοτουρκικών. Αυτό είχε φανεί από όταν οι Αμερικανοί στη δεκαετία του 1990 είχαν υιοθετήσει την τουρκική απαίτηση και πίεζαν τον τότε υπουργό Εξωτερικών Πάγκαλο να αναγνωρίσει στη Χάγη και δικαιοδοσία για θέματα άμυνας, ή να αρχίσει μία συνολική διαπραγμάτευση για το Αιγαίο. Όταν ο Πάγκαλος είχε αρνηθεί, η Ουάσιγκτον είχε ζητήσει και επισήμως να παραπεμφθούν στη Χάγη όλες οι «εδαφικές διαφορές»!
Δικαιολογημένα ο τότε Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ είχε δηλώσει ότι εκείνη «η ανακοίνωση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πλησιάζει τις τουρκικές θέσεις», προσθέτοντας με εμφανή ικανοποίηση ότι γι’ αυτό και είχε προκαλέσει σοκ στην Αθήνα. Κι όμως, η εξέλιξη εκείνη δεν ήταν έκπληξη. Από την άνοιξη του 1996 και επανειλημμένως είχα γράψει στην “Καθημερινή” και στον “Επενδυτή” ότι η Ουάσιγκτον θα προωθούσε τη φόρμουλα του πακέτου, δηλαδή την παραπομπή στη Χάγη αθροιστικά όλων των θεμάτων που θα έθετε η μία και η άλλη πλευρά, μετατρέποντας τη Χάγη σε μπούμεραγκ για την ελληνική διπλωματία.
Αποστρατιωτικοποίηση και “επιθετικά” όπλα
Αυτά τότε. Ισχύουν ακριβώς τα ίδια και σήμερα; Η απάντηση είναι όχι. Μπορεί και σήμερα οι Τούρκοι να θέτουν ζήτημα αποστρατιωτικοποίησης, αλλά γνωρίζουν ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αφοπλίσει τα νησιά. Γιατί το θέτουν τότε; Το θέτουν όχι τόσο για να πάρουν κάποιο αντάλλαγμα κάπου αλλού, όσο επειδή ελπίζουν ότι υπό το κράτος του φόβου η Αθήνα μπορεί να αποσύρει σιωπηλά από τα νησιά τα λεγόμενα “επιθετικά” όπλα, δηλαδή οπλικά συστήματα που μπορούν να πλήξουν στόχους στη ζώνη των μικρασιατικών ακτών. Με άλλα λόγια δεν τους ενδιαφέρουν οι στρατιώτες, αλλά οι πύραυλοι.
Κυρίως, όμως, το θέτουν για να αποτρέψουν τη μετατροπή των νησιών σ’ αυτό που μπορούν να μετατραπούν: σε μία αλυσίδα βάσεων πυραυλικών συστημάτων (εδάφους-εδάφους, εδάφους-αέρος και εδάφους-θαλάσσης), τα οποία θα αποτελούν την καλύτερη αποτροπή. Κι αυτό, επειδή θα μπορούν να ελέγξουν σε μεγάλο βαθμό το Αιγαίο σε αέρα και θάλασσα, αλλά και να πλήξουν με ακρίβεια ζωτικούς στόχους σε μεγάλο βάθος στη δυτική Τουρκία, αν όχι και ανατολικότερα.
Αυτός είναι ο δυνητικός εφιάλτης των Τούρκων στο στρατιωτικό επίπεδο. Ακόμα κι αν σε μία σύγκρουση κατάφερναν με απόβαση να καταλάβουν ένα ή και δύο ελληνικά νησιά, το στρατιωτικό και οικονομικό κόστος που θα πλήρωναν θα ήταν πολλαπλάσιο. Με άλλα λόγια, η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική θα αποκτούσε πολύ πιο αξιόπιστη βάση από ό,τι σήμερα. Η Άγκυρα θα υποχρεωνόταν να εγκαταλείψει τα στρατιωτικά νταηλίκια, με τα οποία προωθεί τις μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις της σε βάρος της Ελλάδας.
Εδώ ακριβώς “μπαίνουν στη σκηνή” η Ουάσιγκτον και το Βερολίνο. Ο Πάιατ, όπως και ο Γερμανός πρεσβευτής στην Αθήνα, δεν είπαν προ καιρού ψέματα όταν δήλωναν πως οι κυβερνήσεις τους δεν πιέζουν την Ελλάδα να αποστρατιωτικοποιήσει τα νησιά. Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, όμως, την πίεζαν να δεσμευτεί πως θα αποσύρει τα “επιθετικά” όπλα, ή τουλάχιστον πως δεν θα εγκαταστήσει “έξυπνα” πυραυλικά συστήματα στα νησιά, όπως επιβάλει στοιχειώδης στρατιωτική και πολιτική λογική, προκειμένου η ελληνική αποτρεπτική στρατηγική να καταστεί συμπαγής, αξιόπιστη και αποτελεσματική.
Αυτό το νόημα είχε η δήλωση Πομπέο περί μείωσης του στρατιωτικού αποτυπώματος. Το ίδιο νόημα έχουν και οι συναφείς δηλώσεις από εταίρους και συμμάχους. Ακριβώς γι’ αυτό, δεν αρκεί η δήλωση ότι δεν τίθεται θέμα αποστρατιωτικοποίησης. Η Αθήνα οφείλει να καταστήσει πάγια εθνική θέση ότι δεν πρόκειται να αναλάβει την οποιαδήποτε δέσμευση έναντι Τουρκίας, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ και ΕΕ αναφορικά με την άμυνα και τον εξοπλισμό των νησιών. Αυτό ως πρώτο βήμα, γιατί το δεύτερο και σημαντικότερο είναι να μετατρέψει τα νησιά σε “αβύθιστα πυραυλοφόρα”.
Του Σταύρου Λυγερού
πηγή: slpress.gr
IBNA
Νέα σελίδα στις σχέσεις Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας με έμφαση σε οικονομία και ενέργεια
Ο Recep Tayyip Erdoğan πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Σαουδική Αραβία, όπου στο Ριάντ έγινε δεκτός με επίσημη τελετή από τον διάδοχο του θρόνου και πρωθυπουργό της χώρας, Mohammed bin Salman. Η συνάντηση των δύο ηγετών στο Παλάτι Γιαμάμα επιβεβαίωσε τη σαφή πρόθεση αμφότερων να αναβαθμίσουν τις διμερείς σχέσεις σε στρατηγικό επίπεδο, δίνοντας έμφαση στην οικονομία, την ενέργεια, την άμυνα και τη διαχείριση των περιφερειακών κρίσεων.
Μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών, οι δύο πλευρές προχώρησαν στην έκδοση κοινής διακήρυξης 31 σημείων, στην οποία επισημαίνεται ότι η επίσκεψη του Recep Tayyip Erdoğan εδράζεται στους ιστορικούς δεσμούς, στις αδελφικές σχέσεις των δύο λαών και σε μια κοινή αντίληψη περί περιφερειακής ευθύνης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στη βαρύτητα της οικονομικής συνεργασίας και στην ανάγκη αξιοποίησης των επενδυτικών δυνατοτήτων που προσφέρουν τόσο το όραμα «Σαουδική Αραβία 2030» όσο και το «Όραμα του Τουρκικού Αιώνα».
Στον πυρήνα των συζητήσεων βρέθηκε η περαιτέρω ενίσχυση του διμερούς εμπορίου, με έμφαση στην ανάπτυξη της μη πετρελαϊκής εμπορικής δραστηριότητας, καθώς και η προώθηση κοινών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών μέσω του Τουρκο-Σαουδαραβικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου. Οι δύο πλευρές επανέλαβαν τη σημασία ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων για τη Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ της Τουρκίας και του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, ενώ εξέφρασαν την πρόθεσή τους να αυξήσουν τις αμοιβαίες επενδύσεις στους τομείς των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, της ασφάλισης, της ακίνητης περιουσίας, της μεταποίησης και των υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο των τουρκικών εταιρειών στους κλάδους των κατασκευών, της μηχανικής και της βιομηχανικής παραγωγής, με τη σαουδαραβική πλευρά να εκφράζει ικανοποίηση για τα έργα που υλοποιούνται στο πλαίσιο του «Οράματος Σαουδική Αραβία 2030». Στο ίδιο πλαίσιο, το Τουρκο-Σαουδαραβικό επενδυτικό φόρουμ στο Ριάντ ανέδειξε νέες προοπτικές συνεργασίας στους τομείς του τουρισμού, της φιλοξενίας, της τεχνολογίας, των τηλεπικοινωνιών, των βιοεπιστημών και της υγείας.
Στον τομέα της ενέργειας, οι δύο χώρες συμφώνησαν στην ενίσχυση της συνεργασίας σε πετρέλαιο, πετροχημικά και ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας, αναγνωρίζοντας τον ρόλο τους στη σταθερότητα των διεθνών αγορών. Παράλληλα, καταγράφηκε κοινό ενδιαφέρον για την ανάπτυξη έργων ηλεκτρικής διασύνδεσης, ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αποθήκευσης και υδρογόνου, καθώς και για την ανταλλαγή τεχνογνωσίας στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και της βιώσιμης διαχείρισης των ενεργειακών πόρων.
Η κοινή διακήρυξη περιλαμβάνει, τέλος, εκτενή αναφορά στη συνεργασία για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, με έμφαση στη Σύμβαση-Πλαίσιο του ΟΗΕ και στη Συμφωνία του Παρισιού, καθώς και στη στήριξη της Τουρκίας για τη φιλοξενία της COP31 στην Αττάλεια. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν στην ανάγκη προώθησης πολιτικών κυκλικής οικονομίας άνθρακα και στην υλοποίηση κοινών δράσεων με στόχο τη μείωση των εκπομπών.
ΠΗΓΗ: IBNA
IBNA
Τηλεφωνική διπλωματία της Ουάσινγκτον με Άγκυρα και Δαμασκό: Στο επίκεντρο Συρία, Γάζα και περιφερειακή σταθερότητα
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Σύρος Πρόεδρος υπογράμμισε την ανάγκη για συντονισμένες διεθνείς πρωτοβουλίες με στόχο την αποτροπή της επανεμφάνισης τρομοκρατικών οργανώσεων, κάνοντας ειδική μνεία στο Ισλαμικό Κράτος. Παράλληλα, επισήμανε ότι η «νέα Συρία» επιδιώκει συνεργασία με όλους τους διεθνείς δρώντες στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και των κοινών συμφερόντων. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι δύο πλευρές συμφώνησαν στη σημασία του διαλόγου ως θεμελιώδους εργαλείου για την επίλυση περιφερειακών διαφορών, με τον Ahmed Sharaa να τονίζει ότι η ενεργή διπλωματία συνιστά τη μοναδική οδό για την υπέρβαση των χρόνιων κρίσεων της περιοχής.
Από την πλευρά του, ο Donald Trump εξέφρασε την ικανοποίησή του για την πορεία των πολιτικών που αφορούν τη Συρία και τη Μέση Ανατολή ευρύτερα, επαναβεβαιώνοντας τη στήριξη των Ηνωμένες Πολιτείες στις προσδοκίες του συριακού λαού για τη δημιουργία ενός ενωμένου και ισχυρού κράτους. Χαιρέτισε, επίσης, την παράταση της συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός μεταξύ της συριακής κυβέρνησης και των κουρδικών δυνάμεων, καθώς και τις συμφωνίες που αφορούν την ενσωμάτωση ένοπλων σχηματισμών, συμπεριλαμβανομένων των Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις, στους επίσημους κρατικούς θεσμούς.
Στην ατζέντα της τηλεφωνικής επικοινωνίας Trump–Sharaa περιλήφθηκαν και οικονομικά ζητήματα, με τον Αμερικανό Πρόεδρο να δηλώνει ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να στηρίξει την ανοικοδόμηση της Συρίας μέσω της ενθάρρυνσης επενδύσεων και της διαμόρφωσης ενός ελκυστικού περιβάλλοντος για το κεφάλαιο. Όπως υπογράμμισε, η οικονομική σταθερότητα της χώρας αποτελεί βασικό πυλώνα για τη συνολική σταθερότητα της Μέσης Ανατολής.
Οι διαδοχικές αυτές τηλεφωνικές επαφές καταδεικνύουν την προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των διπλωματικών ισορροπιών στην περιοχή, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να διατηρούν ενεργό ρόλο τόσο στις σχέσεις με την Τουρκία όσο και στη συριακή μετάβαση. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή σταθερότητα, η ασφάλεια και η ανθρωπιστική διάσταση εξακολουθούν να αποτελούν αλληλένδετες και κρίσιμες προκλήσεις.
ΠΗΓΗ: IBNA
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ
Σε διπλωματικούς υπολογισμούς η Λευκωσία μετά την πρόσκληση Τραμπ για το «Συμβούλιο Ειρήνης»
Μετρά προσεκτικά τα επόμενα βήματά της η Λευκωσία αναφορικά με την πρόσκληση που απηύθυνε ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς εντός της ημέρας αναμένεται να ξεκαθαρίσει εάν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Χριστοδουλίδης, θα αποδεχθεί τη συμμετοχή της Κύπρου στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση από τη Λευκωσία, ενώ δεν προκύπτει σαφής ένδειξη για την κατεύθυνση προς την οποία προσανατολίζεται. Υπενθυμίζεται ότι η πρόσκληση του Προέδρου των ΗΠΑ προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη έγινε γνωστή το περασμένο Σάββατο.
Τι είναι το «Συμβούλιο Ειρήνης»
Όταν, τον περασμένο Νοέμβριο, τα Ηνωμένα Έθνη ενέκριναν τη δημιουργία του Συμβουλίου Ειρήνης, με την προσδοκία ότι θα δεσμεύσουν τον Τραμπ σε μια ειρηνευτική διαδικασία για τη Γάζα, δεν είχαν προβλέψει ότι στην πράξη στήριζαν «έναν κλειστό κύκλο υπό τον Τραμπ – μια παγκόσμια εκδοχή της αυλής του Μαρ-α-Λάγκο με στόχο την υποκατάσταση του ίδιου του ΟΗΕ», όπως επισημαίνει ο Τζούλιαν Μπόργκερ σε ανάλυσή του στον Guardian.
Το αποκαλούμενο Συμβούλιο Ειρήνης ξεκίνησε ως πρωτοβουλία με βασικό σκοπό τον τερματισμό της σύγκρουσης στη Γάζα, ωστόσο στη συνέχεια φαίνεται να αποκτά ευρύτερες φιλοδοξίες, που αφορούν τη διαχείριση συγκρούσεων και σε άλλα σημεία του πλανήτη.
Σύμφωνα με το καταστατικό του, το «Συμβούλιο Ειρήνης» ορίζεται ως «διεθνής οργανισμός με στόχο την προώθηση της σταθερότητας, την αποκατάσταση αξιόπιστης και νόμιμης διακυβέρνησης και τη διασφάλιση διαρκούς ειρήνης σε περιοχές που πλήττονται ή απειλούνται από συγκρούσεις». Όπως προκύπτει από προσχέδιο του καταστατικού, αντίγραφο του οποίου έχει στη διάθεσή του το CNN, ο Τραμπ προβλέπεται να παραμείνει πρόεδρος του Συμβουλίου επ’ αόριστον, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι η εξουσία του μπορεί να υπερβεί τη θητεία του ως Προέδρου των ΗΠΑ. Η αντικατάστασή του προβλέπεται μόνο σε περίπτωση «εθελοντικής παραίτησης ή ανεπάρκειας», κατόπιν ομόφωνης απόφασης του Εκτελεστικού Συμβουλίου.
Κάθε κράτος-μέλος προβλέπεται να έχει θητεία έως τρία έτη από την έναρξη ισχύος του καταστατικού, με δυνατότητα ανανέωσης από τον πρόεδρο του Συμβουλίου, ενώ το κόστος συμμετοχής ανέρχεται στο ένα δισεκατομμύριο δολάρια.
Οι προσκλήσεις
Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπέντζαμιν Νετανιάχου, αποδέχθηκε το πρωί της Τετάρτης την πρόσκληση του Ντόναλντ Τραμπ για συμμετοχή στο Συμβούλιο Ειρήνης. Αποτελεί τον πιο πρόσφατο ηγέτη που συμφώνησε να συμμετάσχει, μετά τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μαρόκο, το Βιετνάμ, το Καζακστάν, την Ουγγαρία, την Αργεντινή, το Μπαχρέιν, το Αζερμπαϊτζάν και τη Λευκορωσία.
Προσκλήσεις έχουν επίσης αποσταλεί, μεταξύ άλλων, σε Κίνα, Ινδία, Τουρκία, Καναδά, Ουκρανία, Αίγυπτο, Ηνωμένο Βασίλειο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και σε μεμονωμένα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ελλάδα.
Το βράδυ της Δευτέρας, ο Τραμπ επιβεβαίωσε ότι στο Συμβούλιο έχει προσκληθεί και ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν. Όπως ανέφερε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, η Μόσχα «μελετά τις λεπτομέρειες» και θα επιδιώξει να αποσαφηνίσει «όλες τις πτυχές» μέσω επαφών με τις ΗΠΑ, πριν τοποθετηθεί επίσημα. Ο Ρόμπερτ Γουντ, πρώην αναπληρωτής πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, δήλωσε ότι «ο Πούτιν θα χρησιμοποιήσει τη συμμετοχή της Ρωσίας στο Συμβούλιο Ειρήνης για να υπονομεύσει τον ΟΗΕ και να εντείνει τη διχόνοια στις συμμαχίες της Αμερικής». Από την πλευρά της, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών, Ιβέτ Κούπερ, τόνισε πως «ο Πούτιν δεν είναι άνθρωπος της ειρήνης και δεν θεωρώ ότι έχει θέση σε οποιονδήποτε οργανισμό φέρει τη λέξη “ειρήνη” στην ονομασία του».
Ποιοι απέχουν
Μέχρι στιγμής, η Γαλλία —η οποία έχει εκφράσει με αυστηρό τόνο την αντίθεσή της στις προθέσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία— δεν προτίθεται να συμμετάσχει στο Συμβούλιο Ειρήνης.
«Ναι στην εφαρμογή του ειρηνευτικού σχεδίου που παρουσίασε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο υποστηρίζουμε πλήρως, αλλά όχι στη δημιουργία ενός οργανισμού όπως παρουσιάστηκε, που θα υποκαθιστά τα Ηνωμένα Έθνη», δήλωσε χθες, Τρίτη, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ζαν-Νοέλ Μπαρό.
Χθες, και η Νορβηγία, διά του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Αντρέας Μότσφελτ Κράβικ, ξεκαθάρισε ότι δεν θα συμμετάσχει. «Η Νορβηγία δεν θα λάβει μέρος στο “Συμβούλιο Ειρήνης” του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, όπως αυτό παρουσιάζεται σήμερα», δήλωσε στην εφημερίδα Aftenposten.
-
Think Tank1 month agoΣομαλιλάνδη: το νέο μέτωπο Ισραήλ–Τουρκίας
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoΤο ερώτημα για την Holguín για την UNFICYP και η υπόθεση της Μάμμαρι: γιατί δέχθηκαν επίθεση δύο Ελληνοκύπριοι αγρότες;
-
Off the Record2 weeks agoΣΥΚΑΣ: Πολιορκία κομμάτων για να είναι υποψήφιος – Λευκωσιάτικη δημοσκόπηση
-
Off the Record2 weeks agoΑνθρωποφαγία από το ΔΗΣΥ καταγγέλλει ο Τορναρίτης
-
Off the Record1 week agoΗ ττενέκκα και το ΕΛΑΜ…
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή4 weeks agoΠώς στήνεται ένα πολιτικό «viral σκάνδαλο»
-
Off the Record1 month agoΕκλογές 2026: Το ποτάμι δεν γυρίζει ΠΙΣΩ…
-
Off the Record1 week agoΕπέκταση της υπηρεσίας των εφέδρων στρατιωτών στην Εθνική Φρουρά μέχρι την ηλικία των 65 ετών
-
Think Tank1 month agoΤο πραξικόπημα των ΤΚ το 1963 | Μία εκπομπή ντοκουμέντο
-
Off the Record2 weeks agoΟ κωμικός θίασος και τα ρεζιλίκια…

