ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Γερμανός ΥΠΕΞ: Αν η Κύπρος μας χρειαστεί, θα είμαστε παρόντες
Τη διαβεβαίωση ότι «αν η Κύπρος πραγματικά μας χρειαστεί, θα είμαστε παρόντες» έδωσε ο Υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Johann Wadephul, μετά τη συνάντηση που είχε την Τρίτη στη Λευκωσία με τον Υπουργό Εξωτερικών Κωνσταντίνο Κόμπο.
Από την πλευρά του ο κ. Κόμπος υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να έχει ενεργό ρόλο στην αποκλιμάκωση μέσω της διπλωματίας και ότι η Κύπρος είναι «μέρος των απαντήσεων και όχι μέρος οποιουδήποτε προβλήματος».
Στις εισαγωγικές του δηλώσεις, στο Υπουργείο Εξωτερικών, ο κ. Κόμπος ανέφερε ότι η κρίση είχε «άμεσο αντίκτυπο στην παγκόσμια σταθερότητα» και εξέφρασε ανησυχίες για την Ευρωπαϊκή Ένωση σε τομείς που περιλαμβάνουν τις τιμές της ενέργειας, τη ναυσιπλοΐα και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
Είπε ότι η Ευρώπη «πρέπει να έχει ενεργό ρόλο για την προώθηση της αποκλιμάκωσης μέσω της διπλωματίας», προσθέτοντας ότι η ΕΕ είχε τηρήσει ενιαία στάση και είχε καταδικάσει «τις αδικαιολόγητες και αδιάκριτες επιθέσεις εναντίον των εταίρων μας στον Κόλπο».
Υπογράμμισε επίσης ότι η Κύπρος είχε κάθε λόγο να εκφράζεται, τόσο λόγω της γεωγραφικής της θέσης όσο και επειδή ασκεί την εκ περιτροπής Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. «Το προφίλ της Κύπρου δεν έχει καμία σχέση με στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον οποιουδήποτε», είπε, προσθέτοντας ότι «η Κύπρος έχει να κάνει με την ειρήνη, με ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, με τη διευκόλυνση».
Ο κ. Κόμπος ευχαρίστησε τις χώρες που ανταποκρίθηκαν τις τελευταίες ημέρες στις ανάγκες της Κύπρου, στηρίζοντας τις αμυντικές της δυνατότητες, λέγοντας ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εκτιμά όσους «ανταποκρίθηκαν γρήγορα με απτή έκφραση στήριξης» καθώς και εκείνους «που είναι πρόθυμοι να κάνουν περισσότερα».
Ανέφερε ότι ύψιστη προτεραιότητα παρέμενε ο επαναπατρισμός Κυπρίων πολιτών που είχαν εγκλωβιστεί σε ζώνες κινδύνου, σημειώνοντας ότι πέραν του 99% των Κυπρίων πολιτών και κατοίκων είχαν ήδη επιστρέψει στην πατρίδα και ότι η επιχείρηση ολοκληρώνεται τις επόμενες ημέρες.
Πρόσθεσε ότι 35 Γερμανοί υπήκοοι ήταν μεταξύ όσων απομακρύνθηκαν μέσω Κύπρου και είπε ότι η Δημοκρατία είχε επίσης ενεργοποιήσει σχέδια διευκόλυνσης εκκενώσεων για υπηκόους τρίτων χωρών.
Ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου δήλωσε ότι οι διμερείς σχέσεις με τη Γερμανία είναι πολύ σταθερές, με περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και τα ναυτιλιακά.
Αναφερόμενος στην Προεδρία της Κύπρου στο Συμβούλιο της ΕΕ, είπε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις είχαν επιβεβαιώσει την ανάγκη η Ένωση να εστιάσει στην περιοχή όχι μόνο σε περιόδους κρίσης αλλά και ως «περιοχή ευκαιριών». Είπε επίσης ότι οι δύο πλευρές βρίσκονταν σε πλήρη ευθυγράμμιση ως προς τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία.
Από την πλευρά του, ο κ. Wadephul είπε ότι η Κύπρος βίωσε «μια πρωτοφανής κατάσταση» και αναφέρθηκε στην πρόσφατη ιρανική επίθεση με drone εναντίον βρετανικής στρατιωτικής βάσης ως ένδειξη ότι «η απειλή από το καθεστώς στην Τεχεράνη είναι πραγματική, επίσης στην Ευρώπη».
«Εκφράζω τον σεβασμό και την ευγνωμοσύνη μου για την ψύχραιμη και μετρημένη αντίδραση της Κύπρου. Και θέλω να πω ξεκάθαρα ότι έχετε την πλήρη αλληλεγγύη μας», είπε.
Χαρακτήρισε την Κύπρο «στενό και σημαντικό εταίρο της Γερμανίας» και είπε ότι η Κύπρος επέδειξε υπευθυνότητα σε μια δύσκολη περίοδο ενώ ασκούσε την Προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ. Χαιρέτισε επίσης τη στήριξη που είχαν ήδη προσφέρει οι Ευρωπαίοι εταίροι, λέγοντας ότι «η κατανομή των βαρών είναι κρίσιμη» και ότι «η ασφάλεια πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως κοινή ευθύνη όλων μας».
Ο κ. Wadephul είπε ότι η Ευρώπη βρισκόταν αντιμέτωπη με δύο πολέμους στην πόρτα της. Ενώ η κρίση στη Μέση Ανατολή γινόταν ιδιαίτερα αισθητή στην Κύπρο, είπε ότι «ο πόλεμος στην Ουκρανία και η απειλή που συνιστά η Ρωσία δεν πρέπει να επισκιαστούν», προσθέτοντας ότι «η Ρωσία παραμένει η μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλειά μας».
Την ίδια ώρα, τόνισε την ετοιμότητα της Γερμανίας να σταθεί στο πλευρό της Κύπρου εάν αυτό καταστεί αναγκαίο. Χαρακτήρισε την Κύπρο «σημαντική γέφυρα ανάμεσα στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή» και την ευχαρίστησε που εξακολουθεί να προσφέρεται ως κόμβος για εκκενώσεις όταν αυτό χρειάζεται.
Ερωτηθείς τι ανέμενε η Κύπρος από τη Γερμανία μετά το πρόσφατο περιστατικό με το drone και εν μέσω της στήριξης που είχαν ήδη αποστείλει άλλοι εταίροι, ο κ. Κόμπος είπε ότι η Κύπρος είχε ενεργήσει προληπτικά, ενισχύοντας τις αμυντικές της δυνατότητες σύμφωνα με τις εισηγήσεις των ειδικών.
«Έχουμε καταφέρει να υλοποιήσουμε το σχέδιο που έχουν εισηγηθεί οι ειδικοί μας. Ως εκ τούτου, έχουμε αυτή τη στιγμή τα μέσα στη θέση ακριβώς όπου είχαμε προβλέψει ότι θα χρειάζονταν», είπε.
Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι η αλληλεγγύη θα μπορούσε να λάβει διαφορετικές μορφές και είπε ότι αυτό είχε συζητηθεί με τον κ. Wadephul. «Μπορούμε να προχωρήσουμε και να προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους να εκφράσουμε με πιο απτό και ξεκάθαρο τρόπο ποια είναι η πρόθεση, η γνήσια πρόθεση, στην πραγματικότητα», είπε.
Ο κ. Κόμπος είπε ότι η ίδια η παρουσία του κ. Wadephul στη Λευκωσία έστελνε ισχυρό μήνυμα. «Είμαι ευγνώμων και εκτιμώ το γεγονός ότι ο Υπουργός είναι εδώ σήμερα. Νομίζω ότι αυτό στέλνει το σωστό μήνυμα», είπε.
Επιδιώκοντας να καθησυχάσει το κοινό, πρόσθεσε ότι «δεν είναι εμπόλεμη ζώνη», παρότι η Κύπρος οφείλει να συνεχίσει να λαμβάνει προστατευτικά μέτρα για τον λαό της, τους κατοίκους και τους επισκέπτες της. Είπε ότι η χώρα είχε εξασφαλίσει τη στήριξη που χρειαζόταν βάσει των εισηγήσεων των ειδικών, ενώ οι συζητήσεις με εταίρους συνεχίζονταν.
Αναφέρθηκε επίσης στη δέσμευση του ίδιου του κ. Wadephul, λέγοντας ότι «σε περίπτωση που η Κύπρος πράγματι χρειάζεται κάτι συγκεκριμένο και ανησυχεί για την ασφάλειά της, η Γερμανία θα είναι εδώ. Αυτό στέλνει πολύ ξεκάθαρα το σωστό πολιτικό μήνυμα».
Ερωτηθείς κατά πόσον υπήρχαν πληροφορίες που να υποδείκνυαν ευρύτερη απειλή για την Ευρώπη ή για ευρωπαϊκά συμφέροντα στο εξωτερικό, ο κ. Wadephul είπε ότι δεν είχε καμία πληροφορία που να υποδηλώνει άμεση απειλή πέραν όσων ήταν ήδη δημοσίως γνωστά.
«Δεν έχω οποιεσδήποτε πληροφορίες από υπηρεσίες πληροφοριών που να δείχνουν ότι υπάρχει πραγματική ή άμεση απειλή πέραν όσων γνωρίζει ο καθένας», είπε, σημειώνοντας πάντως ότι οι εξελίξεις στον Λίβανο και την ευρύτερη περιοχή παραμένουν απρόβλεπτες.
Τοποθέτησε τις ανησυχίες της Κύπρου για την ασφάλεια μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ασφάλειας, παραπέμποντας στις δεσμεύσεις της Γερμανίας στον Βόρειο Ατλαντικό και στις περιοχές της Βαλτικής. Τόνισε όμως ότι το Βερολίνο δεν αγνοούσε όσα συνέβαιναν στην Ανατολική Μεσόγειο.
Χαρακτήρισε ως «ρεαλιστική λύση και ρεαλιστικό βήμα» την παρουσία μεσογειακών εταίρων της ΕΕ, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, στην περιοχή, και είπε ότι η Γερμανία θα ήταν έτοιμη να προσθέσει στρατιωτικές δυνατότητες εάν προκύψει συγκεκριμένη ανάγκη.
«Έτσι, αν υπήρχε οποιαδήποτε ανάγκη ασφάλειας ώστε η Γερμανία να προσθέσει εδώ στρατιωτικές δυνατότητες, τότε φυσικά είμαστε έτοιμοι να το πράξουμε», είπε, προσθέτοντας ότι προς το παρόν δεν βλέπει τέτοια αναγκαιότητα.
Ο κ. Wadephul χρησιμοποίησε επίσης την ευκαιρία για να υπογραμμίσει τη δέσμευση της Γερμανίας στη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ. «Γνωρίζουμε τι σημαίνει για εμάς το Άρθρο 42», είπε. «Αυτό δεν είναι απλώς κάτι που είναι γραμμένο νομικά· είμαστε έτοιμοι να το στηρίξουμε».
Αναφερόμενος στον οικονομικό αντίκτυπο της σύγκρουσης, ο κ. Κόμπος είπε ότι όλες οι πλευρές μπορούν να συμφωνήσουν πως ο πόλεμος «πρέπει να τερματιστεί το συντομότερο δυνατόν» για πολλούς λόγους, περιλαμβανομένων των οικονομικών συνεπειών.
Είπε ότι οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για διπλωματικό διάλογο όταν θα είναι η κατάλληλη στιγμή, προειδοποιώντας ότι η ενέργεια, οι θαλάσσιοι διάδρομοι και το εμπόριο είναι όλα αλληλένδετα με τις εξελίξεις στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή.
«Πρόκειται για μια σύνθετη κατάσταση και όλα είναι αλληλένδετα», είπε. «Όσο πιο σύντομα καθίσουμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όσο πιο σύντομα τελειώσει ο πόλεμος, τόσο το καλύτερο για όλους» συμπλήρωσε.
Ερωτηθείς για ενδεχόμενη επέκταση της γερμανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή, ο κ. Wadephul ευχαρίστησε την Κύπρο για τη φιλοξενία γερμανικών ναυτικών σκαφών όλα αυτά τα χρόνια και επαίνεσε τη στήριξη που επιδείχθηκε προς το γερμανικό προσωπικό.
Επανέλαβε ότι η Γερμανία θα ήταν έτοιμη να εμπλακεί εάν η Κύπρος το ζητούσε και υπήρχε πραγματική ανάγκη, αλλά είπε ότι προς το παρόν το Βερολίνο θεωρεί πως η υφιστάμενη εμπλοκή άλλων Ευρωπαίων μεσογειακών εταίρων ήταν εκείνη που χρειαζόταν «για να διασφαλιστεί η κατάσταση εδώ στην Κύπρο και σε άλλες χώρες».
Πηγή: ΚΥΠΕ
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
Άρθρα Χάρη Θεραπή
ΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
του Χάρη Θεραπή
Ο εμφύλιος στον ΔΗΣΥ είναι το καλύτερο δώρο στον Χριστοδουλίδη
Στον ΔΗΣΥ φαίνεται πως το 2028 ήρθε… δύο χρόνια νωρίτερα. Και όσο στην Πινδάρου ακονίζουν τα μαχαίρια για το ποιος θα διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας, στο Προεδρικό μπορούν απλώς να παρακολουθούν.
Η σύγκρουση Αννίτας Δημητρίου – Αβέρωφ Νεοφύτου παύει πλέον να είναι ψίθυρος στους διαδρόμους. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του τέως προέδρου του ΔΗΣΥ, οι αιχμές για τις δημοσκοπήσεις και οι αναφορές στην «ενότητα» δείχνουν ότι η μάχη για το χρίσμα έχει ουσιαστικά αρχίσει. Από την άλλη, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Φιλελεύθερου, η Αννίτα Δημητρίου δεν δείχνει καμία διάθεση να κάνει πίσω, ενώ εμφανίζεται να διαθέτει τόσο τη στήριξη της σημερινής κομματικής ηγεσίας όσο και δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι πιθανών εσωκομματικών αντιπάλων.
Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια: αντίπαλος του ΔΗΣΥ στις προεδρικές εκλογές δεν είναι ο ΔΗΣΥ. Είναι ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Κι όμως, αντί η μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης να οικοδομεί από τώρα μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας, κινδυνεύει να μετατρέψει τα επόμενα δύο χρόνια σε μια ατελείωτη εσωκομματική προκριματική διαδικασία.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πάρτι για το Προεδρικό.
Ο Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται να διασπάσει τον ΔΗΣΥ. Το κάνουν μόνοι τους.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνωρίζει ότι το μεγαλύτερο πολιτικό του πρόβλημα ενόψει του 2028 δεν είναι απλώς η αντιπολίτευση. Είναι η πιθανότητα επανένωσης της ευρύτερης κεντροδεξιάς απέναντί του.
Το βαθύ τραύμα του 2023 παραμένει ανοικτό. Ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ είχε τότε επιλέξει τον Χριστοδουλίδη στον δεύτερο γύρο, ενώ η σημερινή κυβέρνηση εξακολουθεί να περιλαμβάνει πρόσωπα που πολιτικά προέρχονται από τον συναγερμικό χώρο. Αυτή ακριβώς η ιδιόμορφη σχέση καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αντιπολιτευτική στρατηγική της Πινδάρου.
Για τον Πρόεδρο, επομένως, υπάρχει ένα ιδανικό σενάριο: ένας ΔΗΣΥ διαιρεμένος ανάμεσα σε στρατόπεδα, πρόσωπα και παλιούς λογαριασμούς.
Αννίτα ή Αβέρωφ;
Παμπορίδης ή κάποιος τέταρτος;
Ποιος δικαιώθηκε το 2023;
Ποιος ευθύνεται για την ήττα;
Ποιος είναι περισσότερο «καθαρόαιμος» Συναγερμικός;
Κάθε ώρα που αναλώνεται σε αυτά είναι μία ώρα λιγότερη συζήτησης για την κυβέρνηση.
Η πολιτική αυτοχειρία της Πινδάρου
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν διαφορετικές φιλοδοξίες. Σε ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας αυτό είναι φυσιολογικό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η προσωπική μάχη προηγείται της πολιτικής μάχης.
Ο Αβέρωφ Νεοφύτου αμφισβητεί δημόσια τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι εσωκομματικές μετρήσεις και αφήνει αιχμές για τους χειρισμούς της ηγεσίας. Η Αννίτα Δημητρίου, από την άλλη, φέρεται να απορρίπτει εισηγήσεις να παραμερίσει τις δικές της προεδρικές φιλοδοξίες. Το ρεπορτάζ πλέον μιλά ανοικτά για επερχόμενη σκληρή σύγκρουση των δύο.
Αν αυτή η σύγκρουση κλιμακωθεί, το ερώτημα δεν θα είναι ποιος θα κερδίσει το χρίσμα.
Θα είναι τι θα έχει απομείνει από τον ΔΗΣΥ όταν το κερδίσει.
Διότι ένας υποψήφιος που θα εξέλθει νικητής από έναν διετή εσωκομματικό πόλεμο μπορεί να έχει κερδίσει την Πινδάρου και ταυτόχρονα να έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας.
Και κυρίως να έχει σπρώξει ακόμη περισσότερους παραδοσιακούς ψηφοφόρους του κόμματος προς τον άνθρωπο που θέλει να εκτοπίσει από το Προεδρικό.
Βούτυρο στο ψωμί του Προεδρικού
Ο Χριστοδουλίδης έχει ήδη δείξει ότι γνωρίζει πού πονά ο ΔΗΣΥ. Η πρόσφατη αντιπαράθεση γύρω από τον χαρακτηρισμό «ΔΗΣΑΚΕΛ» δεν ήταν απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Χτυπούσε ακριβώς στο ζήτημα της πολιτικής ταυτότητας της Πινδάρου και στη δύσκολη σχέση της σημερινής ηγεσίας με ένα τμήμα της συναγερμικής βάσης.
Όσο λοιπόν ο ΔΗΣΥ συζητά ποιος θα είναι ο υποψήφιός του, ο Χριστοδουλίδης μπορεί να επιχειρεί κάτι πολύ σημαντικότερο: να διεκδικεί τον ίδιο τον συναγερμικό ψηφοφόρο.
Και αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Ο Πρόεδρος δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει την ηγεσία του ΔΗΣΥ. Του αρκεί να κρατήσει ένα σημαντικό κομμάτι της βάσης του.
Κάθε δημόσια βολή Αβέρωφ προς Αννίτα, κάθε απάντηση του ενός στρατοπέδου στο άλλο και κάθε αναμόχλευση του 2023 κάνει αυτή τη δουλειά ευκολότερη.
Στην Πινδάρου ψάχνουν νικητή. Στο Προεδρικό μετρούν κέρδη.
Υπάρχει μια παλιά πολιτική αρχή: όταν ο αντίπαλός σου αυτοκαταστρέφεται, μην τον διακόπτεις.
Αυτό ακριβώς μπορεί να κάνει σήμερα ο Νίκος Χριστοδουλίδης.
Να παρακολουθεί.
Γιατί εάν ο εμφύλιος στον ΔΗΣΥ συνεχιστεί με αυτή την ένταση, ίσως στο τέλος το μεγάλο ερώτημα του 2028 να μην είναι εάν θα κερδίσει η Αννίτα τον Αβέρωφ ή ο Αβέρωφ την Αννίτα.
Θα είναι εάν, μέχρι να τελειώσουν μεταξύ τους, θα έχουν ήδη βοηθήσει να κερδίσει ο Χριστοδουλίδης.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record2 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record1 week agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record4 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Off the Record1 month agoΟι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028






