Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

«Ισλαμικό κράτος» στα κατεχόμενα: Το σχέδιο της Τουρκίας για εποικισμό και ισλαμοποίηση

Published

on

Στη δημιουργία μιας «ισλαμικής περιφέρειας», πλήρως τουρκική, στοχεύει η Άγκυρα στα κατεχόμενα και στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ενίσχυση του τουρκικού πληθυσμού, των εποίκων, σε συνδυασμό με την ισλαμοποίηση των κατεχομένων. Αυτή η στρατηγική  μπορεί να επιτευχθεί  «αυτόνομα» από την αποσχιστική οντότητα είτε με προσάρτηση της κατεχόμενης περιοχής στην Τουρκία.

Οι σχεδιασμοί, που προωθούνται και υλοποιούνται για δεκαετίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα επί της εποχής που άρχισε να κυβερνά στην Τουρκία το ΑΚΡ, το κόμμα του Ερντογάν.  Είναι μια στρατηγική που έχει ως άξονες τον πληθυσμό και την θρησκεία. Σε ό,τι αφορά τη μεταφορά εποίκων, υπενθυμίζεται ότι τούτο ξεκίνησε από το 1975.

Είναι προφανές πως η εφαρμογή του σχεδίου ισλαμοποίησης  συνδέεται με άλλες ενέργειες της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο. Τη συνεχιζόμενη προσπάθεια αναβάθμιση του ψευδοκράτους με απώτερη στρατηγική επιδίωξη την αναγνώριση. Επειδή, όμως, ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος, οι Τούρκοι επιβάλλουν τετελεσμένα στα κατεχόμενα, με τουρκοποίηση και ισλαμοποίηση της περιοχής. Πρόκειται, άλλωστε, για μια παράλληλη πορεία, με την ίδια κατάληξη.

Σημειώνεται συναφώς  ότι σε μερικά τζαμιά υπάρχουν τρεις ή τέσσερεις ιμάμηδες. Ο Τύπος των κατεχομένων ανεβάζει στα 213 τον αριθμό των τζαμιών στα κατεχόμενα και στα 240 άτομα τον συνολικό αριθμό του προσωπικού της «διεύθυνσης θρησκευτικών υποθέσεων», σημειώνοντας ότι οι 120 από αυτούς είναι ιμάμηδες ( Σημείωμα Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών «Προσπάθειες ισλαμοποίησης κατεχομένων από την Τουρκία», 2013). Είναι γνωστό ότι στα κατεχόμενα κτίζονται περισσότερα τζαμιά απ’ ότι σχολεία. Οι ιμάμηδες είναι- κατά κύριο λόγο- εκ Τουρκίας ενώ υπάρχει έντονη επιρροή στα σχολεία και στα πανεπιστήμια ( π.χ. εκτός σχολείου μαθήματα του κορανιού και κατασκηνώσεις στην Τουρκία).

Σημειώνεται συναφώς ότι για την προσπάθεια αυτή υπάρχουν δυο προσεγγίσεις.

  • Η πρώτη υποστηρίζει πως η Τουρκία έχει ως στόχο να καταστήσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα «μουσουλμανική». Ένα εγχείρημα, που μπορεί να βρίσκει έδαφος, αλλά δεν προχωρά όπως επιδιώκουν οι σχεδιαστές καθότι οι Τουρκοκύπριοι δεν αποδέχονται τέτοιες λογικές.
  • Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η ισλαμική διείσδυση απευθύνεται κυρίως στον πληθυσμό των εποίκων. Οι εκ Τουρκίας είναι προδήλως περισσότερο θρησκευόμενοι. « Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, διότι η ισλαμική  επιρροή ασκείται υπόγεια και χωρίς έλεγχο, ενώ τα αποτελέσματά της θα αρχίσουν σιγά- σιγά να καθίστανται πιο εμφανή σε ολόκληρο τον πληθυσμό που ζει στα κατεχόμενα» ( Σημείωμα ΓΤΠ).

Είναι σαφές πως ο τουρκικός σχεδιασμός στοχεύει με την ανέγερση πολλών τζαμιών να αλλάξει τον χαρακτήρα των κατεχομένων και την ανάδειξη και της θρησκευτικής ισχύος. Όλα αυτά βαθμηδόν ενισχύουν την πίεση προς τους Τουρκοκύπριους.

Περαιτέρω, στα κατεχόμενα δρουν ισλαμικές ομάδες, οι οποίες διασυνδέονται  με «διεύθυνση θρησκευτικών υποθέσεων». Η «Διεύθυνση» αυτή, με καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών,  έχοντας μεγάλο προϋπολογισμό, που ενίοτε αυξάνεται στη διάρκεια του χρόνου αναλόγως των αναγκών,  «φροντίζει» για την πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος τζαμιών, τη συντήρηση και επισκευή τους , αγαθοεργίες και παροχή κοινωνικής και πολιτιστικής βοήθειας, ανέγερση νέου τζαμιού, έξοδα φιλοξενίας, τελετών, εκθέσεων και διοργανώσεων.

Σημειώνεται ότι την υλοποίηση του σχεδίου ισλαμοποίησης έχει αναλάβει η τουρκική «πρεσβεία» στα κατεχόμενα, η οποία έχει την πολιτική ευθύνη.

Ευρύτεροι σχεδιασμοί

Η εξάρτηση των κατεχομένων, η τουρκοποίηση της περιοχής γίνεται και με έργα και υποδομές, ενισχυτικά της προσπάθειας. Το έργο μεταφοράς νερού από την Τουρκία στα κατεχόμενα μέσω θαλάσσης με αγωγούς, το σχέδιο για μεταφορά ηλεκτρισμού, δείχνουν τις προθέσεις της κατοχικής δύναμης.  Υπενθυμίζεται ότι δρομολογείται εδώ και χρόνια η ηλεκτρική διασύνδεση Τουρκίας και κατεχομένων. Το έργο κατά καιρούς έρχεται στο προσκήνιο, συζητείται στη δημόσια σφαίρα, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα προχωρήσει στο προβλεπτό μέλλον. Είναι σαφές πως πρόκειται για έργα πλήρους εξάρτησης των κατεχομένων. Η περιοχή κατέχεται στρατιωτικά από την Τουρκία και λειτουργικά η αποσχιστική οντότητα εξαρτάται πλήρως από την Άγκυρα. Άλλωστε το «κράτος» των κατεχομένων εναρμονίσθηκε με το τουρκικό, υιοθετώντας τους ίδιους θεσμούς.

Σημειώνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια προωθήθηκε η πολιτική της ιδιωτικοποίησης βασικών πυλώνων και υπηρεσιών του ψευδοκράτους. «Τυχαία» οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται τουρκικές εταιρείες, που είτε έχουν σχέση με το κυβερνών κόμμα στην Τουρκία, το ΑΚΡ, είτε με τον ίδιο τον Ερντογάν. Τα κατεχόμενα έχουν καταστεί το πλυντήριο του τουρκικού κατεστημένου, πολιτικού και οικονομικού.

Οι έποικοι

Στα κατεχόμενα συχνά- πυκνά αναφέρονται στον αριθμό που πληθυσμού. Κανείς δεν μπορεί να δώσει ακριβή αριθμό. Κι αυτό για ευνόητους λόγους. Σε άρθρο του στην Αβρούπα ( 29 Μαρτίου, 2024), ο Αζίζ Σαχ, επικαλούμενος την τελευταία έκθεση της «Αρχής Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών ( Δεκεμβρίου 2023), αναφέρει πως τα στοιχεία του 4ου τριμήνου 2023,  αναφέρουν πως υπάρχουν πέραν από ένα  1 εκατομμύριο, συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας. Για την ακρίβεια οι συνδρομητές ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο κατά 20.451. Σημειώθηκε, δηλαδή, αύξηση κατά 72.000 συνδρομητών από το 2022. Κι αυτά τα στοιχεία αφορούν, όπως αναφέρεται δυο εταιρείες.

Πλειοψηφία έναντι των Ελληνοκυπρίων!

Σε μια από τις συναντήσεις του Τούρκου Προέδρου, με εκπροσώπους της αποσχιστικής οντότητας των κατεχομένων, ο Ερντογάν επέμεινε στο θέμα αύξησης του πληθυσμού των κατεχομένων, θέτοντας ως στόχο να αποτελεί η τουρκική παρουσία πλειοψηφία έναντι των Ελληνοκυπρίων! Τους υπέδειξε δε πως η μόνη οδός είναι η μαζική μεταφορά εποίκων και η «πολιτογράφησή» τους στο ψευδοκράτος. Από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων τέθηκε το θέμα των Τ/κ του εξωτερικού και η προσπάθεια επαναπατρισμού τους. Η Άγκυρα δεν είναι αρνητική σε αυτό, αναζητούνται «κίνητρα», αλλά φαίνεται πως  η προτεραιότητα είναι η μεταφορά εποίκων και η «πολιτογράφησή» τους.

Δρ Σαββίδης: Η ισλαμοποίηση συμπίπτει με μεταβολή τουρκικών αξιώσεων στο Κυπριακό

Ο Δρ Πέτρος Σαββίδης, συγγραφέας ενός άκρως διαφωτιστικού βιβλίου με τίτλο «η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης Κύπρου»,  σε δήλωση του στο «Φ» για το θέμα αυτό ανέφερε πως παρά το γεγονός ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα θεωρείται μια από τις πλέον κοσμικές στον μουσουλμανικό κόσμο, η οριστική ισλαμοποίηση των κατεχομένων εδαφών, από την εθνικοϊσλαμικη κυβέρνηση Εντρογάν, δεν αφήνει, πλέον, περιθώρια ερμηνείας όσον αφορά την μακραίωνη πολιτισμική ταυτότητα του κατεχόμενου χώρου, η οποία έχει πλέον εξαφανιστεί. Στη δήλωσή του o Πέτρος Σαββίδης αναφέρει και τα εξής: «Η ανέγερση δεκάδων ισλαμικών τεμενών οθωμανικού τύπου με θόλο σε όλη την κατεχόμενη επικράτεια –από τους οθωμανικούς χρόνους υπήρχαν μόνο τέσσερα τεμένη με θόλο στην Κύπρο– η προσθήκη δυσανάλογα μεγάλων μιναρέδων στα ταπεινά τουρκοκυπριακά «mescit», και η ανέγερση δυο ισλαμικών μεγα-τεμένων, έχουν εξαλείψει κάθε ίχνος ελληνικότητας και χριστιανοσύνης από τα κατεχόμενα εδάφη. Ενώ στα αρχικά στάδια, η διαδικασία  της ισλαμοποίησης εξελίχθηκε σταδιακά, υπονοώντας την τουρκική πρόθεση πολιτισμικής αλλοίωσης των κατεχομένων εδαφών, η οριστική ισλαμοποίηση του βορείου τμήματος της νήσου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας την τουρκική πρόθεση πολιτικοποίησης του χώρου. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα, έχοντας εκμεταλλευτεί, οικονομικά και πολιτικά, την παράνομη κατοχή της ελληνικής γης και την καταστροφή της ελληνοχριστιανικής ταυτότητας που άνθιζε για αιώνες σε αυτό τον τόπο, παρακολουθεί σιωπηρά τον πολιτισμικό βιασμό των κατεχομένων χωρίς αντίρρηση. Ο θρησκευτικός λινοβαμβακισμός του οθωμανικού παρελθόντος έχει μετατραπεί έντεχνα σε «πολιτικό λινομβαμβακισμό», αξιώνοντας από τη μια την προστασία και τις στρατιωτικές εγγυήσεις  της Τουρκίας και, ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά ωφελήματα που προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Η συγκυρία δε της οριστικής, μη ανατρέψιμης, εξάλειψης της ελληνικής- χριστιανικής ταυτότητας και της de facto αντικατάστασης της από  την τουρκο-ισλαμική δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία, αφού συμπίπτει με την μεταβολή των τουρκικών αξιώσεων για επίλυση του Κυπριακού στη βάση δυο ανεξάρτητων κρατών».

Πηγή: Philenews

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.

Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.

Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.

Αφορά το 2028.

Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του

Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.

Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.

Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.

Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.

Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.

Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου

Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.

Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.

Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.

Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:

Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.

Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.

Και το ΑΚΕΛ;

Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.

Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.

Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.

Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.

Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.

Οι διορισμοί ήταν η αφορμή

Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.

ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.

Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.

Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.

Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.

Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο

Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.

Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.

Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.

Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.

Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.

Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia