ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
«Ισλαμικό κράτος» στα κατεχόμενα: Το σχέδιο της Τουρκίας για εποικισμό και ισλαμοποίηση
Στη δημιουργία μιας «ισλαμικής περιφέρειας», πλήρως τουρκική, στοχεύει η Άγκυρα στα κατεχόμενα και στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η ενίσχυση του τουρκικού πληθυσμού, των εποίκων, σε συνδυασμό με την ισλαμοποίηση των κατεχομένων. Αυτή η στρατηγική μπορεί να επιτευχθεί «αυτόνομα» από την αποσχιστική οντότητα είτε με προσάρτηση της κατεχόμενης περιοχής στην Τουρκία.
Οι σχεδιασμοί, που προωθούνται και υλοποιούνται για δεκαετίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα επί της εποχής που άρχισε να κυβερνά στην Τουρκία το ΑΚΡ, το κόμμα του Ερντογάν. Είναι μια στρατηγική που έχει ως άξονες τον πληθυσμό και την θρησκεία. Σε ό,τι αφορά τη μεταφορά εποίκων, υπενθυμίζεται ότι τούτο ξεκίνησε από το 1975.
Είναι προφανές πως η εφαρμογή του σχεδίου ισλαμοποίησης συνδέεται με άλλες ενέργειες της κατοχικής δύναμης στην Κύπρο. Τη συνεχιζόμενη προσπάθεια αναβάθμιση του ψευδοκράτους με απώτερη στρατηγική επιδίωξη την αναγνώριση. Επειδή, όμως, ο δρόμος αυτός είναι δύσκολος, οι Τούρκοι επιβάλλουν τετελεσμένα στα κατεχόμενα, με τουρκοποίηση και ισλαμοποίηση της περιοχής. Πρόκειται, άλλωστε, για μια παράλληλη πορεία, με την ίδια κατάληξη.
Σημειώνεται συναφώς ότι σε μερικά τζαμιά υπάρχουν τρεις ή τέσσερεις ιμάμηδες. Ο Τύπος των κατεχομένων ανεβάζει στα 213 τον αριθμό των τζαμιών στα κατεχόμενα και στα 240 άτομα τον συνολικό αριθμό του προσωπικού της «διεύθυνσης θρησκευτικών υποθέσεων», σημειώνοντας ότι οι 120 από αυτούς είναι ιμάμηδες ( Σημείωμα Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών «Προσπάθειες ισλαμοποίησης κατεχομένων από την Τουρκία», 2013). Είναι γνωστό ότι στα κατεχόμενα κτίζονται περισσότερα τζαμιά απ’ ότι σχολεία. Οι ιμάμηδες είναι- κατά κύριο λόγο- εκ Τουρκίας ενώ υπάρχει έντονη επιρροή στα σχολεία και στα πανεπιστήμια ( π.χ. εκτός σχολείου μαθήματα του κορανιού και κατασκηνώσεις στην Τουρκία).
Σημειώνεται συναφώς ότι για την προσπάθεια αυτή υπάρχουν δυο προσεγγίσεις.
- Η πρώτη υποστηρίζει πως η Τουρκία έχει ως στόχο να καταστήσει την τουρκοκυπριακή κοινότητα «μουσουλμανική». Ένα εγχείρημα, που μπορεί να βρίσκει έδαφος, αλλά δεν προχωρά όπως επιδιώκουν οι σχεδιαστές καθότι οι Τουρκοκύπριοι δεν αποδέχονται τέτοιες λογικές.
- Η δεύτερη προσέγγιση υποστηρίζει ότι η ισλαμική διείσδυση απευθύνεται κυρίως στον πληθυσμό των εποίκων. Οι εκ Τουρκίας είναι προδήλως περισσότερο θρησκευόμενοι. « Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, διότι η ισλαμική επιρροή ασκείται υπόγεια και χωρίς έλεγχο, ενώ τα αποτελέσματά της θα αρχίσουν σιγά- σιγά να καθίστανται πιο εμφανή σε ολόκληρο τον πληθυσμό που ζει στα κατεχόμενα» ( Σημείωμα ΓΤΠ).
Είναι σαφές πως ο τουρκικός σχεδιασμός στοχεύει με την ανέγερση πολλών τζαμιών να αλλάξει τον χαρακτήρα των κατεχομένων και την ανάδειξη και της θρησκευτικής ισχύος. Όλα αυτά βαθμηδόν ενισχύουν την πίεση προς τους Τουρκοκύπριους.
Περαιτέρω, στα κατεχόμενα δρουν ισλαμικές ομάδες, οι οποίες διασυνδέονται με «διεύθυνση θρησκευτικών υποθέσεων». Η «Διεύθυνση» αυτή, με καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση αυτών των σχεδιασμών, έχοντας μεγάλο προϋπολογισμό, που ενίοτε αυξάνεται στη διάρκεια του χρόνου αναλόγως των αναγκών, «φροντίζει» για την πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος τζαμιών, τη συντήρηση και επισκευή τους , αγαθοεργίες και παροχή κοινωνικής και πολιτιστικής βοήθειας, ανέγερση νέου τζαμιού, έξοδα φιλοξενίας, τελετών, εκθέσεων και διοργανώσεων.
Σημειώνεται ότι την υλοποίηση του σχεδίου ισλαμοποίησης έχει αναλάβει η τουρκική «πρεσβεία» στα κατεχόμενα, η οποία έχει την πολιτική ευθύνη.
Ευρύτεροι σχεδιασμοί
Η εξάρτηση των κατεχομένων, η τουρκοποίηση της περιοχής γίνεται και με έργα και υποδομές, ενισχυτικά της προσπάθειας. Το έργο μεταφοράς νερού από την Τουρκία στα κατεχόμενα μέσω θαλάσσης με αγωγούς, το σχέδιο για μεταφορά ηλεκτρισμού, δείχνουν τις προθέσεις της κατοχικής δύναμης. Υπενθυμίζεται ότι δρομολογείται εδώ και χρόνια η ηλεκτρική διασύνδεση Τουρκίας και κατεχομένων. Το έργο κατά καιρούς έρχεται στο προσκήνιο, συζητείται στη δημόσια σφαίρα, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι θα προχωρήσει στο προβλεπτό μέλλον. Είναι σαφές πως πρόκειται για έργα πλήρους εξάρτησης των κατεχομένων. Η περιοχή κατέχεται στρατιωτικά από την Τουρκία και λειτουργικά η αποσχιστική οντότητα εξαρτάται πλήρως από την Άγκυρα. Άλλωστε το «κράτος» των κατεχομένων εναρμονίσθηκε με το τουρκικό, υιοθετώντας τους ίδιους θεσμούς.
Σημειώνεται ότι όλα αυτά τα χρόνια προωθήθηκε η πολιτική της ιδιωτικοποίησης βασικών πυλώνων και υπηρεσιών του ψευδοκράτους. «Τυχαία» οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται τουρκικές εταιρείες, που είτε έχουν σχέση με το κυβερνών κόμμα στην Τουρκία, το ΑΚΡ, είτε με τον ίδιο τον Ερντογάν. Τα κατεχόμενα έχουν καταστεί το πλυντήριο του τουρκικού κατεστημένου, πολιτικού και οικονομικού.
Οι έποικοι
Στα κατεχόμενα συχνά- πυκνά αναφέρονται στον αριθμό που πληθυσμού. Κανείς δεν μπορεί να δώσει ακριβή αριθμό. Κι αυτό για ευνόητους λόγους. Σε άρθρο του στην Αβρούπα ( 29 Μαρτίου, 2024), ο Αζίζ Σαχ, επικαλούμενος την τελευταία έκθεση της «Αρχής Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών ( Δεκεμβρίου 2023), αναφέρει πως τα στοιχεία του 4ου τριμήνου 2023, αναφέρουν πως υπάρχουν πέραν από ένα 1 εκατομμύριο, συνδρομητές κινητής τηλεφωνίας. Για την ακρίβεια οι συνδρομητές ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο κατά 20.451. Σημειώθηκε, δηλαδή, αύξηση κατά 72.000 συνδρομητών από το 2022. Κι αυτά τα στοιχεία αφορούν, όπως αναφέρεται δυο εταιρείες.
Πλειοψηφία έναντι των Ελληνοκυπρίων!
Σε μια από τις συναντήσεις του Τούρκου Προέδρου, με εκπροσώπους της αποσχιστικής οντότητας των κατεχομένων, ο Ερντογάν επέμεινε στο θέμα αύξησης του πληθυσμού των κατεχομένων, θέτοντας ως στόχο να αποτελεί η τουρκική παρουσία πλειοψηφία έναντι των Ελληνοκυπρίων! Τους υπέδειξε δε πως η μόνη οδός είναι η μαζική μεταφορά εποίκων και η «πολιτογράφησή» τους στο ψευδοκράτος. Από την πλευρά των Τουρκοκυπρίων τέθηκε το θέμα των Τ/κ του εξωτερικού και η προσπάθεια επαναπατρισμού τους. Η Άγκυρα δεν είναι αρνητική σε αυτό, αναζητούνται «κίνητρα», αλλά φαίνεται πως η προτεραιότητα είναι η μεταφορά εποίκων και η «πολιτογράφησή» τους.
Δρ Σαββίδης: Η ισλαμοποίηση συμπίπτει με μεταβολή τουρκικών αξιώσεων στο Κυπριακό
Ο Δρ Πέτρος Σαββίδης, συγγραφέας ενός άκρως διαφωτιστικού βιβλίου με τίτλο «η ισλαμοποίηση της κατεχόμενης Κύπρου», σε δήλωση του στο «Φ» για το θέμα αυτό ανέφερε πως παρά το γεγονός ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα θεωρείται μια από τις πλέον κοσμικές στον μουσουλμανικό κόσμο, η οριστική ισλαμοποίηση των κατεχομένων εδαφών, από την εθνικοϊσλαμικη κυβέρνηση Εντρογάν, δεν αφήνει, πλέον, περιθώρια ερμηνείας όσον αφορά την μακραίωνη πολιτισμική ταυτότητα του κατεχόμενου χώρου, η οποία έχει πλέον εξαφανιστεί. Στη δήλωσή του o Πέτρος Σαββίδης αναφέρει και τα εξής: «Η ανέγερση δεκάδων ισλαμικών τεμενών οθωμανικού τύπου με θόλο σε όλη την κατεχόμενη επικράτεια –από τους οθωμανικούς χρόνους υπήρχαν μόνο τέσσερα τεμένη με θόλο στην Κύπρο– η προσθήκη δυσανάλογα μεγάλων μιναρέδων στα ταπεινά τουρκοκυπριακά «mescit», και η ανέγερση δυο ισλαμικών μεγα-τεμένων, έχουν εξαλείψει κάθε ίχνος ελληνικότητας και χριστιανοσύνης από τα κατεχόμενα εδάφη. Ενώ στα αρχικά στάδια, η διαδικασία της ισλαμοποίησης εξελίχθηκε σταδιακά, υπονοώντας την τουρκική πρόθεση πολιτισμικής αλλοίωσης των κατεχομένων εδαφών, η οριστική ισλαμοποίηση του βορείου τμήματος της νήσου δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας την τουρκική πρόθεση πολιτικοποίησης του χώρου. Η Τουρκοκυπριακή κοινότητα, έχοντας εκμεταλλευτεί, οικονομικά και πολιτικά, την παράνομη κατοχή της ελληνικής γης και την καταστροφή της ελληνοχριστιανικής ταυτότητας που άνθιζε για αιώνες σε αυτό τον τόπο, παρακολουθεί σιωπηρά τον πολιτισμικό βιασμό των κατεχομένων χωρίς αντίρρηση. Ο θρησκευτικός λινοβαμβακισμός του οθωμανικού παρελθόντος έχει μετατραπεί έντεχνα σε «πολιτικό λινομβαμβακισμό», αξιώνοντας από τη μια την προστασία και τις στρατιωτικές εγγυήσεις της Τουρκίας και, ταυτόχρονα, τα ευρωπαϊκά ωφελήματα που προσφέρει η Κυπριακή Δημοκρατία. Η συγκυρία δε της οριστικής, μη ανατρέψιμης, εξάλειψης της ελληνικής- χριστιανικής ταυτότητας και της de facto αντικατάστασης της από την τουρκο-ισλαμική δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία, αφού συμπίπτει με την μεταβολή των τουρκικών αξιώσεων για επίλυση του Κυπριακού στη βάση δυο ανεξάρτητων κρατών».
Πηγή: Philenews
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






