του Χάρη Θεραπή
Η υπόθεση TAXAN δεν αφορά μόνο τον Μαρίνο Σιζόπουλο και τα υπόλοιπα πρόσωπα που κατονομάζονται στο πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Αφορά, πρωτίστως, τη θεσμική αξιοπιστία της Νομικής Υπηρεσίας και την ικανότητα του κράτους να πείθει τους πολίτες ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί με συνέπεια, ανεξαρτησία και ίσα μέτρα απέναντι σε όλους.
Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι.
Την ώρα που η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το πόρισμα για το λεγόμενο «Κράτος Μαφία», με την ίδια την Κυβέρνηση να αναγκάζεται να αναζητήσει ανεξάρτητους ανακριτές λόγω της εξαίρεσης της ηγεσίας της Νομικής Υπηρεσίας, ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο ζήτημα καταλήγει ξανά στο ίδιο γραφείο.
Το πόρισμα της Αστυνομίας για την υπόθεση TAXAN αναμένεται να διαβιβαστεί στη Νομική Υπηρεσία, η οποία καλείται να αποφασίσει αν θα ασκήσει ποινικές διώξεις.
Το ερώτημα, όμως, είναι αμείλικτο.
Πώς μπορεί η ίδια ακριβώς ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, που το 2022 είχε αποφανθεί ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία για ποινική δίωξη, να πείσει σήμερα ότι η νέα της απόφαση δεν θα σκιάζεται από τις επιλογές του παρελθόντος;
Η τότε θέση ήταν ξεκάθαρη: δεν υπήρχε επαρκής και ανεξάρτητη μαρτυρία.
Κι όμως, λίγα χρόνια αργότερα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς, μέσω μιας εκτεταμένης έρευνας, εντόπισε στοιχεία και ενδείξεις που οδήγησαν σε διαπίστωση πιθανής διάπραξης σοβαρών ποινικών αδικημάτων, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα αστυνομική διερεύνηση.
Το εύλογο ερώτημα δεν αφορά μόνο την ουσία της υπόθεσης.
Αφορά το πώς είναι δυνατόν στοιχεία που κρίθηκαν ικανά να οδηγήσουν σε νέα ποινική διερεύνηση να μην είχαν εντοπιστεί ή αξιολογηθεί στην πρώτη έρευνα.
Και ακόμη περισσότερο, γιατί τότε δεν ζητήθηκαν συμπληρωματικές ανακρίσεις ή περαιτέρω διερεύνηση.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πληγή.
Η αξιοπιστία της Δικαιοσύνης δεν κρίνεται μόνο από τις τελικές αποφάσεις της. Κρίνεται από την ποιότητα των ερευνών, από τη συνέπεια των χειρισμών και από την εικόνα που εκπέμπει προς την κοινωνία.
Όταν οι ίδιες υποθέσεις επιστρέφουν μετά από λίγα χρόνια με διαφορετικά δεδομένα και διαφορετικές αξιολογήσεις, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται.
Και όταν αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο όπου η ίδια η Νομική Υπηρεσία βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης δημόσιας αμφισβήτησης εξαιτίας άλλων σοβαρών υποθέσεων, η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Ας είμαστε ξεκάθαροι.
Το πόρισμα της Αρχής κατά της Διαφθοράς δεν αποτελεί δικαστική απόφαση και κανείς δεν μπορεί να θεωρείται ένοχος πριν αποφανθούν τα αρμόδια δικαστήρια, εφόσον φυσικά ασκηθούν διώξεις.
Όμως η δημόσια λογοδοσία των θεσμών είναι εξίσου απαραίτητη.
Εάν η Νομική Υπηρεσία αποφασίσει αυτή τη φορά να προχωρήσει με ποινικές διώξεις, θα οφείλει να εξηγήσει τι ακριβώς άλλαξε σε σχέση με το 2022 και γιατί τότε δεν κρίθηκε αναγκαία μια πιο ουσιαστική διερεύνηση.
Εάν, από την άλλη, αποφασίσει εκ νέου να μην προχωρήσει, θα πρέπει να αιτιολογήσει με τρόπο που να μπορεί να πείσει μια κοινωνία η οποία παρακολουθεί πλέον με αυξανόμενη δυσπιστία τη λειτουργία των θεσμών.
Η ουσία δεν είναι αν η υπόθεση αφορά έναν πρώην αρχηγό κόμματος.
Ούτε αν οι καταγγελίες τελικά θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρρεύσουν στο δικαστήριο.
Η ουσία είναι αν η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να διερευνούν σοβαρές υποθέσεις χωρίς σκιές, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι ίδιοι θεσμοί καλούνται κάθε φορά να αξιολογήσουν τα δικά τους λάθη.
Η Δικαιοσύνη δεν αρκεί να απονέμεται.
Πρέπει και να εμπνέει εμπιστοσύνη.
Και αυτή η εμπιστοσύνη, δυστυχώς, δεν ανακτάται με ανακοινώσεις. Ανακτάται μόνο όταν οι θεσμοί αποδεικνύουν στην πράξη ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν και τη δύσκολη αυτοκριτική.