Connect with us

Off the Record

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Avatar photo

Published

on

Η εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ εξακολουθεί να προκαλεί έντονες αντιδράσεις και σοβαρούς προβληματισμούς μεταξύ των παραδοσιακών συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η προσέγγισή του χαρακτηρίζεται από απρόβλεπτες αποφάσεις, προσωπική διπλωματία και συχνές μεταβολές στρατηγικής, δημιουργώντας την εικόνα μιας υπερδύναμης που απομακρύνεται από τις διαχρονικές αρχές της αξιοπιστίας και της συνέπειας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιδιαίτερα στενή προσωπική σχέση που διατηρεί με τον Τούρκο πρόεδρο ΡετζέπΤαγίπΕρντογάν. Η σχέση αυτή, σε συνδυασμό με την επιθυμία της Ουάσιγκτον να διατηρήσει την Τουρκία στη δυτική γεωπολιτική τροχιά, φαίνεται να οδηγεί σε κινήσεις που προκαλούν έντονη δυσφορία σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ αλλά και σε αρκετά ευρωπαϊκά κράτη.

Η απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να προχωρήσει στη διαδικασία έγκρισης πώλησης κινητήρων αεροσκαφών προς την Τουρκία, καθώς και οι δημόσιες συζητήσεις για πιθανή επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, ερμηνεύονται από πολλούς αναλυτές ως σαφή δείγματα μιας πολιτικής που επιβραβεύει την Τουρκία, παρά τις σοβαρές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ της Άγκυρας και πολλών δυτικών συμμάχων.

Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία είχε αποκλειστεί από το πρόγραμμα των F-35 μετά την προμήθεια του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, μια απόφαση που τότε θεωρήθηκε απαραίτητη για την προστασία της συνοχής και της ασφάλειας της Συμμαχίας. Η σημερινή συζήτηση περί επαναπροσέγγισης δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής.

Παράλληλα, η παρουσία του Ντόναλντ Τραμπ στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ που  φιλοξενήθηκε στην Τουρκία πρόσφερε στον πρόεδρο Ερντογάν ένα σημαντικό διπλωματικό και συμβολικό πλεονέκτημα. Σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές δυτικές κυβερνήσεις εκφράζουν ανησυχίες για ζητήματα κράτους δικαίου, δημοκρατικών θεσμών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, η εικόνα μιας ιδιαίτερα θερμής σχέσης με τον Αμερικανό πρόεδρο ενισχύει τη διεθνή θέση της Άγκυρας.

Πέρα όμως από το τουρκικό ζήτημα, το μεγαλύτερο πρόβλημα αφορά τη συνολική εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι συνεχείς αλλαγές πολιτικής, οι συγκρουσιακές σχέσεις με ιστορικούς συμμάχους, οι αμφιλεγόμενες τοποθετήσεις απέναντι στο ΝΑΤΟ, η επιβολή και η αναστολή δασμών, καθώς και οι συχνές προσωπικές παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, έχουν ενισχύσει την αβεβαιότητα στο διεθνές σύστημα.

Η αβεβαιότητα αυτή δεν περιορίζεται στη διπλωματία. Επεκτείνεται και στις διεθνείς αγορές, όπου η μεταβλητότητα αποτελεί πλέον συχνό φαινόμενο. Οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές και οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να προβλέψουν την επόμενη κίνηση της Ουάσιγκτον, γεγονός που επηρεάζει το διεθνές εμπόριο, τις επενδύσεις και τη γενικότερη οικονομική σταθερότητα. Όταν η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα, οι συνέπειες γίνονται αισθητές πολύ πέρα από τα αμερικανικά σύνορα.

Για δεκαετίες, η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών στηριζόταν όχι μόνο στη στρατιωτική και οικονομική τους δύναμη αλλά και στην αξιοπιστία τους ως συμμάχου. Η εμπιστοσύνη αυτή οικοδομήθηκε μέσα από σταθερές δεσμεύσεις, προβλέψιμη εξωτερική πολιτική και στενή συνεργασία με δημοκρατικούς εταίρους. Σήμερα, όμως, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έχει διαβρώσει αυτό το κεφάλαιο αξιοπιστίας, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι προσωπικές σχέσεις των ηγετών υπερισχύουν των στρατηγικών συμφερόντων και των θεσμικών δεσμεύσεων.

Η απομάκρυνση των Ηνωμένων Πολιτειών από τους παραδοσιακούς συμμάχους τους δεν αποτελεί απλώς διπλωματικό ζήτημα. Επηρεάζει την ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο, προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη και ενισχύει την αίσθηση ότι η διεθνής τάξη εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει πολέμους, γεωπολιτικές κρίσεις και οικονομικές προκλήσεις, η συνέπεια και η αξιοπιστία μιας υπερδύναμης αποτελούν πολύτιμα στοιχεία. Η μέχρι σήμερα πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ δείχνει, κατά την άποψη πολλών επικριτών του, να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιβαρύνοντας τόσο τις διατλαντικές σχέσεις όσο και τη σταθερότητα του διεθνούς συστήματος.

Η εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ ηγετών. Απαιτεί θεσμική συνέχεια, αξιοπιστία και σεβασμό στις μακροχρόνιες δεσμεύσεις που διαμορφώνουν τη διεθνή σταθερότητα. Όταν αυτά τα στοιχεία υποχωρούν, δημιουργείται κενό εμπιστοσύνης που δύσκολα αναπληρώνεται.

Η ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν χάνουν την επιρροή τους μόνο λόγω στρατιωτικών ή οικονομικών αδυναμιών. Τη χάνουν και όταν οι φίλοι τους παύουν να τις θεωρούν αξιόπιστες. Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ, με τις συχνές ανατροπές, τις αντιφατικές επιλογές και την απομάκρυνση από τους παραδοσιακούς συμμάχους της Αμερικής, κινδυνεύει να αφήσει ως κληρονομιά όχι μια ισχυρότερη υπερδύναμη, αλλά μια χώρα της οποίας η αξιοπιστία έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα και της οποίας οι επιλογές συμβάλλουν στην αυξανόμενη αβεβαιότητα της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Off the Record

Πολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο

Avatar photo

Published

on

Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, όταν κάποιοι αντιλαμβάνονται ότι οι συνθήκες διαμορφώνονται ευνοϊκά, σπεύδουν να εμφανιστούν ως η λύση στα προβλήματα του τόπου. Ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028, η συζήτηση για υποψηφιότητες έχει ήδη αρχίσει, παρότι απομένει σημαντικό χρονικό διάστημα. Και μαζί της εμφανίζονται και οι αυτόκλητοι «σωτήρες», εκείνοι που παρουσιάζονται ως η αναγκαία εναλλακτική σε ένα πολιτικό σκηνικό που πράγματι αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.

Μια από τις περιπτώσεις που προκαλούν εύλογα ερωτήματα είναι εκείνη του Ανδρέα Μαυρογιάννη. Ενός ανθρώπου που υπηρέτησε επί σειρά ετών την Κυπριακή Δημοκρατία από σημαντικές θέσεις και ο οποίος ανέλαβε, επί προεδρίας Νίκου Αναστασιάδη, τη θέση του διαπραγματευτή για το Κυπριακό. Η ιδιότητα αυτή δεν ήταν διακοσμητική. Προϋπέθετε συμμετοχή στη διαμόρφωση, υπεράσπιση και προώθηση της διαπραγματευτικής γραμμής της πλευράς μας.

Γι’ αυτό ακριβώς η σημερινή δημόσια τοποθέτηση του κ. Μαυρογιάννη δικαιολογεί αυστηρά πολιτικά ερωτήματα. Ιδιαίτερα όταν οι θέσεις που προβάλλει σήμερα εμφανίζονται σε αρκετά σημεία διαφορετικές από εκείνες που συνδέθηκαν με τη διαπραγματευτική πορεία που ακολούθησε η Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι το ΚρανΜοντανά.

Στο ΚρανΜοντανά ο κ. Μαυρογιάννης δεν ήταν εξωτερικός παρατηρητής. Ήταν ο άνθρωπος που συμμετείχε από την πρώτη γραμμή στις συνομιλίες και γνώριζε εκ των έσω τα δεδομένα, τις δυσκολίες, τις συγκλίσεις και τις διαφωνίες. Γνώριζε, επομένως, πολύ καλύτερα από τους περισσότερους τι είχε κατατεθεί στο τραπέζι και ποια ήταν τα περιθώρια που υπήρχαν.

Σήμερα, όταν ασκεί κριτική στην πολιτική Αναστασιάδη, οφείλει να απαντήσει καθαρά: Πού ακριβώς διαφοροποιείται από τη γραμμή που ο ίδιος υπηρετούσε ως διαπραγματευτής; Ποιες συγκεκριμένες θέσεις θεωρεί σήμερα λανθασμένες; Και, κυρίως, ποια είναι η εναλλακτική πρόταση που εισηγείται;

Δεν αρκούν οι γενικόλογες αναφορές, ούτε η διπλωματική διατύπωση. Το Κυπριακό δεν είναι επικοινωνιακή άσκηση. Είναι ζήτημα στρατηγικής, ασφάλειας και επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πολίτης δικαιούται να γνωρίζει τι ακριβώς προτείνει ο καθένας και όχι να καλείται να αξιολογήσει πρόσωπα στη βάση αόριστων διακηρύξεων.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον πολιτικά όταν οι σημερινές τοποθετήσεις του κ. Μαυρογιάννη συγκλίνουν σε αρκετά σημεία με θέσεις που διαχρονικά υποστηρίζει το ΑΚΕΛ, κόμμα με το οποίο είχε συμπράξει στην προεδρική εκλογική αναμέτρηση του 2023 και με το οποίο, σύμφωνα με όσα συζητούνται δημόσια, ενδέχεται να αναζητήσει εκ νέου κοινό βηματισμό.

Εδώ προκύπτει η ουσία της πολιτικής συνέπειας. Αν σήμερα ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί ότι η προηγούμενη πολιτική ήταν λανθασμένη και ότι πρέπει να ακολουθηθεί διαφορετική πορεία, έχει κάθε δικαίωμα να το υποστηρίξει. Έχει όμως και την υποχρέωση να εξηγήσει πότε και γιατί άλλαξε άποψη. Δεν είναι πειστικό να παρουσιάζεται μια διαφορετική πολιτική ως αυτονόητη, χωρίς προηγουμένως να εξηγείται η προσωπική συμμετοχή στην προηγούμενη.

Η πολιτική διαδρομή του καθενός αποτελεί μέρος της δημόσιας αξιολόγησής του. Και για έναν ενδεχόμενο υποψήφιο για την Προεδρία, η συνέπεια λόγων και πράξεων δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας.

Αν ο κ. Μαυρογιάννης θεωρεί σήμερα ότι οι θέσεις που υποστήριζε ή υπηρετούσε στο Κραν Μοντανά δεν αποτελούν πλέον τη σωστή βάση για το Κυπριακό, ας το πει ευθέως. Αν πιστεύει ότι η σημερινή προσέγγιση του ΑΚΕΛ είναι η ορθή, ας εξηγήσει με σαφήνεια γιατί. Και αν υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο για την επανέναρξη και την προοπτική των συνομιλιών, ας το καταθέσει δημόσια.

Οι προεδρικές εκλογές δεν πρέπει να μετατραπούν σε διαγωνισμό προσωπικών φιλοδοξιών ούτε σε αναζήτηση του εκάστοτε «σωτήρα». Ούτε η Κύπρος χρειάζεται πολιτικές μεταμορφώσεις ανάλογα με τις προεκλογικές ανάγκες. Χρειάζεται πρόσωπα που να μπορούν να εξηγήσουν με καθαρότητα τι υποστήριξαν, τι πιστεύουν σήμερα και τι προτείνουν για αύριο.

Ο κ. Μαυρογιάννης έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει την Προεδρία. Έχει όμως και την υποχρέωση να κριθεί για ολόκληρη την πολιτική του διαδρομή. Και ειδικά για το Κραν Μοντανά, όπου δεν ήταν απλώς παρών, αλλά είχε θεσμικό και ουσιαστικό ρόλο. Εκεί βρίσκεται το μέτρο της πολιτικής του συνέπειας. Και εκεί οφείλει να δώσει τις πιο καθαρές απαντήσεις.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading

Off the Record

Γκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος

Avatar photo

Published

on

Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της αποτελεσματικότητας του έργου του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος ολοκληρώνει τη δεύτερη θητεία του στην ηγεσία του Οργανισμού, αποτελεί αντικείμενο έντονης διεθνούς συζήτησης. Η θητεία του έχει σημαδευτεί από μεγάλες διεθνείς κρίσεις, πολέμους και σοβαρές ανθρωπιστικές καταστροφές, αλλά και από την αδυναμία του ΟΗΕ να επιβάλει αποτελεσματικά λύσεις σε πολλές από αυτές.

Οι επικριτές του Γκουτέρες, μεταξύ των οποίων διεθνείς αναλυτές και κράτη-μέλη του ΟΗΕ, υποστηρίζουν ότι ο Οργανισμός εμφανίστηκε σε αρκετές περιπτώσεις παράλυτος μπροστά σε μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις. Η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταλήξει σε αποτελεσματικές αποφάσεις, λόγω κυρίως των διαφορετικών συμφερόντων των ισχυρών κρατών, αποτελεί ασφαλώς θεσμικό πρόβλημα. Ωστόσο, αυτό δεν απαλλάσσει τον Γενικό Γραμματέα από την πολιτική ευθύνη να υπερασπίζεται με συνέπεια τις αρχές του διεθνούς δικαίου και τις αποφάσεις του ίδιου του Οργανισμού.

Στην περίπτωση της Κύπρου, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Για δεκαετίες, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής, ενώ οι παραβιάσεις και οι εντάσεις στη νεκρή ζώνη επανέρχονται κατά διαστήματα στην επικαιρότητα. Η κριτική προς τον Γκουτέρες είναι ότι δεν υπήρξε πάντοτε η ίδια σαφήνεια και αποφασιστικότητα στις δημόσιες τοποθετήσεις του όταν επρόκειτο για τουρκικές ενέργειες που αφορούσαν την Κύπρο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα αξιοπιστίας της πολιτικής του. Όταν ο Γενικός Γραμματέας επικαλείται το διεθνές δίκαιο σε άλλες διεθνείς κρίσεις, είναι εύλογο να αναμένει κανείς την ίδια συνέπεια και όταν το ζήτημα αφορά την Κύπρο. Το διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά, ανάλογα με τις γεωπολιτικές ισορροπίες ή το πολιτικό κόστος που συνεπάγεται κάθε δημόσια τοποθέτηση.

Ο χαρακτηρισμός «Πόντιος Πιλάτος» χρησιμοποιείται εδώ πολιτικά, για να περιγράψει μια στάση αποφυγής ανάληψης σαφούς θέσης μπροστά σε δύσκολα ζητήματα. Και είναι ακριβώς αυτή η στάση που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε το Κυπριακό κατά τη διάρκεια της θητείας του. Για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το ΚρανΜοντανά, η διαδικασία παρέμεινε ουσιαστικά παγωμένη. Και τώρα, προς το τέλος της θητείας του, ο Γκουτέρες επανέρχεται ενεργότερα στο Κυπριακό, επιχειρώντας να επαναφέρει τις δύο πλευρές σε τροχιά διαλόγου.

Η προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών είναι ασφαλώς θεμιτή και ευπρόσδεκτη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρίζονται οι ευθύνες, οι ανησυχίες και τα διδάγματα της προηγούμενης δεκαετίας. Οποιαδήποτε νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς αρχές, σεβασμό των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας και πλήρη προσήλωση στο διεθνές δίκαιο.

Το ίδιο ισχύει και για τη δημόσια ρητορική του Γενικού Γραμματέα. Όταν ο ίδιος καταδικάζει στρατιωτικές επιδρομές σε άλλες χώρες και υπογραμμίζει την ανάγκη σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου, είναι απολύτως εύλογο να τίθεται το ερώτημα γιατί δεν επιδεικνύεται αντίστοιχη πολιτική σαφήνεια απέναντι στην κατοχή τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η Κύπρος δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά συνέπεια. Ζητά το διεθνές δίκαιο να έχει την ίδια αξία για όλους και να μην προσαρμόζεται στις εκάστοτε γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

Ο Γκουτέρες θα κριθεί τελικά όχι μόνο από τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε, αλλά και από όσα απέφυγε να πει ή να πράξει. Και στην περίπτωση του Κυπριακού, η κριτική παραμένει αυστηρή: ένας Γενικός Γραμματέας που θέλει να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στη λύση ενός διεθνούς προβλήματος δεν μπορεί να εμφανίζεται επιλεκτικός στην υπεράσπιση των αρχών που υποτίθεται ότι υπηρετεί. Η αξιοπιστία του ΟΗΕ στην Κύπρο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον οι αρχές αυτές εφαρμόζονται με συνέπεια, χωρίς δύο μέτρα και δύο σταθμά.

ΤΟΥ ΚΡΙΣ ΜΙΧΑΗΛ

Continue Reading

Off the Record

Το Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης

Avatar photo

Published

on

Υπάρχουν κρίσεις που τις ζούμε έντονα και άλλες που τις αποφεύγουμε χωρίς καν να το καταλάβουμε. Οι δεύτερες σπάνια απασχολούν τη δημόσια συζήτηση. Κι όμως, συχνά αυτές είναι που δείχνουν την πραγματική αντοχή μιας μικρής οικονομίας.

Το 2026 η παγκόσμια αγορά ενέργειας δοκιμάστηκε όσο λίγες φορές στη σύγχρονη ιστορία της. Με την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, η ναυσιπλοΐα στο Στενό του Χορμούζ διακόπηκε ουσιαστικά. Από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έκανε λόγο για τη μεγαλύτερη διαταραχή εφοδιασμού στην ιστορία της αγοράς αργού. Οι τιμές εκτινάχθηκαν, ξεπερνώντας σε στιγμές τα εκατό δολάρια το βαρέλι.

Για μια χώρα όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, που καλύπτει σχεδόν όλες τις ανάγκες της σε υγρά καύσιμα μέσω εισαγωγών, ένα τέτοιο σοκ δεν είναι μια αφηρημένη είδηση από τα διεθνή. Το νιώθουμε. Το βλέπουμε στο κόστος των μεταφορών, στην τιμή του ρεύματος, στο καθημερινό καλάθι του νοικοκυριού. Οι μικρές οικονομίες που εξαρτώνται πλήρως από εισαγωγές είναι εκείνες που εκτίθενται πρώτες και πιο σκληρά.

Κι όμως, η κρίση δεν κατέληξε στο χειρότερο σενάριο. Ένας από τους λόγους, λιγότερο προβεβλημένος αλλά ουσιώδης, βρισκόταν πολύ μακριά από τη Μεσόγειο.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Wall Street Journal, οι κινεζικές εισαγωγές αργού υποχώρησαν από περίπου έντεκα εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα σε 7,8 εκατομμύρια τον Μάιο. Η μείωση αυτή αγγίζει τα τρία εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Είναι, δηλαδή, όσο καταναλώνουν μαζί η Γαλλία και η Ιταλία. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, η Κίνα επηρεάζει καθοριστικά τη ζήτηση που διαμορφώνει τη διεθνή τιμή. Αυτή η υποχώρηση αφαίρεσε πίεση από μια αγορά που ήδη ασφυκτιούσε.

Οι λόγοι πίσω από τη μείωση είναι δομικοί, όχι συγκυριακοί. Αποθέματα που είχαν συγκεντρωθεί έγκαιρα. Η ταχεία εξάπλωση των ηλεκτρικών οχημάτων. Η εκτεταμένη χρήση σιδηροδρομικών δικτύων υψηλής ταχύτητας. Η προσαρμογή της βιομηχανικής παραγωγής. Πρόκειται για αποτέλεσμα μακροχρόνιου σχεδιασμού και όχι στιγμιαίας απόφασης.

Δεν θα ισχυριστώ ότι η Κύπρος σώθηκε από μία και μόνη εξέλιξη. Η οικονομική σταθερότητα δεν είναι ποτέ έργο ενός παράγοντα. Θα πω όμως κάτι πιο ουσιώδες. Σε έναν βαθιά διασυνδεδεμένο κόσμο, οι αποφάσεις μιας μεγάλης οικονομίας στην άλλη άκρη της Ασίας φτάνουν αθόρυβα μέχρι το πρατήριο καυσίμων στη Λάρνακα και τον λογαριασμό ρεύματος στη Λευκωσία. Η συγκράτηση της ζήτησης από την πλευρά της Κίνας λειτούργησε σαν ανάχωμα. Έδωσε ανάσα σε οικονομίες που διαφορετικά θα δέχονταν ένα πολύ σκληρότερο πλήγμα.

Η διαπίστωση αυτή έχει και μια ευρύτερη σημασία. Φέτος συμπληρώνονται πενήντα πέντε χρόνια από τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στην Κυπριακή Δημοκρατία και τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Η ενεργειακή αυτή συγκυρία μας θυμίζει, με απτό τρόπο, τι σημαίνει αλληλεξάρτηση. Η σχέση δύο χωρών δεν μετριέται μόνο σε επίσημες επισκέψεις και συμφωνίες. Μετριέται και σε στιγμές σαν αυτή, όπου η σταθερότητα του ενός γίνεται, έμμεσα, στήριγμα για τον άλλον.

Η μικρή οικονομία μαθαίνει νωρίς ότι δεν ελέγχει τις καταιγίδες. Μαθαίνει όμως να αναγνωρίζει ποιοι παράγοντες την κρατούν όρθια όταν ο άνεμος δυναμώνει. Φέτος, ένας από αυτούς ήρθε από πολύ μακριά.

ΤΟΥ ΑΔΩΝΗ ΜΙΧΑΗΛ

Επικοινωνιολόγος και Διευθυντής διαφημιστικής εταιρείας, Honest Content

 

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia