Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Νομικά αδιέξοδα για Δήμους και Κοινότητες-Κίνδυνος να παγιδευτεί η Μεταρρύθμιση

Avatar photo

Published

on

Ο Νίκος Νουρής, στέλνει το μήνυμα ότι, το Υπουργείο Εσωτερικών κρίνει ως επάναγκες, όπως τα κενά και τα ελλείματα που εντοπίζονται επιλυθούν άμεσα σε νομοθετικό επίπεδο, για να αποφευχθεί η δημιουργία σοβαρών νομικών και λειτουργικών αδιεξόδων, που όχι μόνο δε θα συνδράμουν στην υλοποίηση της μεταρρύθμισης, αλλά θα παγιδεύσουν το όλο εγχείρημα, δεδομένης της ήδη δοθείσας παράτασης στις υφιστάμενες αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης συμβούλια.

Την ίδια ώρα υποδεικνύει ότι η θεσμοθέτηση της παράτασης της θητείας αποτέλεσε συνειδητή υπέρβαση, τόσο της νομοθετικής όσο και της εκτελεστικής εξουσίας, με απώτερο σκοπό να γεφυρώσει τον ενεστώτα χρόνο με το χρόνο υλοποίησης και εφαρμογής της εξαγγελθείσας μεταρρύθμισης παρέχοντας τον απαιτούμενο χρόνο προσαρμογής.

 

Στο πλαίσιο αυτό, τονίζει ο κ. Νουρής, κρίνεται ότι θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια ώστε να μην επιτραπεί σε επιμέρους κενά να θέσουν σε αμφισβήτηση το όλο εγχείρημα. Προς τούτο, η Βουλή των Αντιπροσώπων καλείται όπως προβεί, είτε σε ψήφιση των εν λόγω νομοσχεδίων σε Νόμο, είτε σε τέτοιες τροποποιήσεις, που να επιλύουν τα προβλήματα που έχουν προκύψει και να καθιστούν δυνατή την εφαρμογή των προνοιών της κείμενης νομοθεσίας και να επιλύουν το ζήτημα των αναπληρώσεων και της διενέργειας αναπληρωματικών εκλογών.

Υπενθυμίζεται ότι με την αναβολή των εκλογών, δημιουργήθηκε ένα κενό για το τι μέλλει γενέσθαι σε περιπτώσεις όπου ένας δήμαρχος ή κοινοτάρχης παραιτείται από τη θέση του. Ήδη υπάρχει η παραίτηση του Δημάρχου Γεροσκήπου, Μιχάλη Παυλίδη για προσωπικούς λόγους, και εάν δεν αλλάξει κάτι τις επόμενες ημερες, ο συγκεκριμένος δήμος θα πρέπει να διεξάγει αναπληρωματική εκλοδική διαδικασία.

Σημειώνεται πως με τη ψήφιση της αναβολής των εκλογών από τη Βουλή τον περασμένο Σεπτέμβριο, η θητεία των δημάρχων, μελών δημοτικών συμβουλίων, κοινοταρχών και κοινοτικών συμβούλων παρατάθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2022, μέχρι και την τελευταία ημέρα του μηνός, κατά τον οποίο θα διενεργηθούν οι εκλογές για ανάδειξη των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά το έτος 2024.

Με βάση την ισχύουσα Νομοθεσία, στην περίπτωση που θέση δημάρχου, κοινοτάρχη και μέλους κοινοτικού συμβουλίου κενούται εντός του τελευταίου έτους της θητείας τους, δεν διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή για πλήρωση της κενωθείσας θέσης. Μάλιστα στην επιστολή του ο υπουργός Εσωτερικών παρουσιάζει τα δεδομένα στους βουλευτές, στη βάση των προνοιών της ισχύουσας Νομοθεσίας:

Συγκεκριμένα:

(α) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (2) του άρθρου 37 του περί Δήμων Νόμου, σε  περίπτωση που η θέση δημάρχου κενούται εντός του τελευταίου χρόνου της θητείας του απερχόμενου δημάρχου, δε διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή και καθήκοντα δημάρχου αναλαμβάνει ο αντιδήμαρχος για τον εναπομένοντα χρόνο της θητείας του συμβουλίου.

(β) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (5) του άρθρου 40 του περί Κοινοτήτων Νόμου, σε  περίπτωση που η θέση κοινοτάρχη κενούται κατά τον τελευταίο χρόνο της θητείας του απερχόμενου κοινοτάρχη, δε διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή και καθήκοντα κοινοτάρχη αναλαμβάνει ο αναπληρωτής κοινοτάρχης για τον εναπομένοντα χρόν θητείας του συμβουλίου.

(γ) Σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (2)(ε) του άρθρου 36 του ίδιου Νόμου, σε  περίπτωση που η θέση μέλους κενωθεί κατά τον τελευταίο χρόνο της θητείας του απερχόμενου συμβουλίου, αναπληρωματική εκλογή διεξάγεται μόνο σε περίπτωση που o αριθμός των μελών έχει περιοριστεί κάτω από τον απαιτούμενο για απαρτία αριθμό των μελών.  Σημειώνεται, ότι ο περί Δήμων Νόμος δεν περιλαμβάνει αντίστοιχες πρόνοιες για την κένωση θέσης μέλους δημοτικού συμβουλίου.

Στη συνέχεια ο Νίκος Νουρής, σημειώνει πως το Υπουργείο Εσωτερικών, όπως ερμηνεύει την κείμενη νομοθεσία και έχοντας υπόψη τις θέσεις της Νομικής Υπηρεσίας, που εκφράστηκαν από τους εκπροσώπους της και ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών κατά τη συζήτηση των υπό αναφορά νομοσχεδίων, θεωρεί, ότι «η διάρκεια της κανονικής θητείας των συμβουλίων λήγει την 31η Δεκεμβρίου 2021 και από την 1η Ιανουαρίου 2022 ξεκινά η περίοδος παράτασης της θητείας, μέχρι το 2024. Ως εκ τούτου, μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2021 δεν διεξάγονται εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου (2), του άρθρου 37 του περί Δήμων Νόμου, καθώς και οι πρόνοιες του εδαφίου (5), του άρθρου 40 και του εδαφίου (2)(ε), του άρθρου 36 του περί Κοινοτήτων Νόμου ως προς το τελευταίο δωδεκάμηνο της πεντατετούς θητείας)».

Συναφώς, συνεχίζει ο υπουργός Εσωτερικών, «με εξαίρεση τον τελευταίο χρόνο της θητείας, όπως αναφέρεται πιο πάνω, σε περίπτωση κένωσης θέσης εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου (2) του άρθρου 19 του περί Δήμων Νόμου και οι πρόνοιες του εδαφίου (2) του άρθρου 19 του περί Κοινοτήτων Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες η αναπληρωματική εκλογή διεξάγεται εντός προθεσμίας 45 ημερών από την ημερομηνία κένωσης της θέσης».

Με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί μετά και τη ψήφιση της αναβολής, παραμένει μετέωρο το καθεστώς των μελών των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων από τις 18 Σεπτεμβρίου 2021 και εντεύθεν, που κατά τη περίοδο αυτή ανέλαβαν πρόσθετα καθήκοντα αναπληρωτή.

Μάλιστα, ο υπουργός σημειώνει πως με βάση τις διατάξεις των Νόμων, παράταση θητείας λαμβάνουν τα πρόσωπα (νυν εν ενεργεία δημάρχων, είτε εκλελεγμένων είτε ασκούντων [..] καθήκοντα δημάρχου …» και «… καθώς και η θητεία των νυν εν ενεργεία μελών των συμβουλίων…) που ασκούσαν καθήκοντα μέχρι και την έναρξη ισχύος των νόμων αυτών (δηλαδή κατά τις 17.9.2021).

«Η θητεία των προσώπων αυτών παρατείνεται μεν ως εκλελεγμένων που κατέχουν τη σχετική θέση, δεν διασαφηνίζεται όμως δε, το τι συμβαίνει ως προς το πρόσθετο καθήκον της αναπλήρωσης που ανέλαβαν όσοι από αυτούς το ανέλαβαν από τις 18 Σεπτεμβρίου 2021 και έπειτα. Συνεπώς, δημιουργούνται αδικαιολόγητα συνθήκες διαφορετικής μεταχείρισης, που δεν έχουν να κάνουν με την ουσία του θέματος, αλλά οφείλονται σε κενό / αβλεψία του νομοθετικού πλαισίου», υποδεικνύει ο υπουργός Εσωτερικών.

Δημιουργείται δηλαδή, συνεχίζει, «διάκριση, μεταξύ των ατόμων που ασκούσαν καθήκοντα δημάρχου ή κοινοτάρχη κατά την πιο πάνω ημερομηνία και των ατόμων που ασκούν αντίστοιχα καθήκοντα από τις 18 Σεπτεμβρίου 2021 και εντεύθεν. Η μεν πρώτη περίπτωση θα συνεχίσει να ασκεί τα εν λόγω καθήκοντα μέχρι και την τελευταία ημέρα του μήνα κατά την οποία θα διεξαχθούν γενικές δημοτικές και κοινοτικές εκλογές το 2024, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει να διεξαχθεί αναπληρωματική εκλογή για πλήρωση των κενών θέσεων».

Επιπλέον, ο Νίκος Νουρής εγείρει το ερώτημα, «κατά πόσο οι πρόνοιες της νομοθεσίας για μη διενέργεια αναπληρωματικών εκλογών κατά τον τελευταίο χρόνο της θητείας των δημάρχων, κοινοταρχών και μελών κοινοτικών συμβουλίων, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία για την παράταση της θητείας τους μέχρι το 2024. Η θέση της Νομικής Υπηρεσίας, όπως αυτή εκφράστηκε και κατά τη συζήτηση των υπό αναφορά νομοσχεδίων ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, είναι ότι θα πρέπει να επιδιωχθεί άμεσα η σαφής ρύθμιση του ζητήματος αυτού».

Μάλιστα υπενθυμίζει πως, «κατά το στάδιο της σχετικής συζήτησης ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών, κάποια πολιτικά κόμματα ανέφεραν, πως απαιτείτο περισσότερος χρόνος και επαναφορά του θέματος πριν το τέλος του τρέχοντος έτους, σε συνάρτηση και με την εν εξελίξει συζήτηση των νομοσχεδίων για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Όμως, η Βουλή των Αντιπροσώπων προέβη σε τροποποίηση των σχετικών νομοσχεδίων, αφαιρώντας τις πρόνοιες που περιλαμβάνονταν σ’ αυτά για μη διεξαγωγή εκλογών. Το Υπουργείο Εσωτερικών, ανταποκρινόμενο στο αίτημα της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εσωτερικών για ολοκλήρωση της συζήτησης πριν το τέλος του τρέχοντος έτους, ώστε να καλυφθούν τα κενά που επέφερε η απάλειψη της εν λόγω πρόνοιας, υπέβαλε για ψήφιση τους σε Νόμο τα νομοσχέδια με τίτλο «ο περί Δήμων (Τροποποιητικός) Νόμος (Αρ.3) του 2021» και «ο περί Κοινοτήτων (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Νόμος του 2021».

Η μη ψήφιση των νομοσχεδίων σε Νόμο, εντός του 2021 έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των νομοθετικών κενών που δημιουργήθηκαν, οδηγώντας σε αδυναμία του Κράτους να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ενώπιον του οποίου τέθηκαν τα πιο πάνω, ενημέρωσε ότι αυτά ανταποκρίνονται και στις ανησυχίες της Νομικής Υπηρεσίας ως προς τη νομική πτυχή του θέματος και συνέστησε όπως αποσαφυνιστεί, για σκοπούς ασφάλειας δικαίου και νομιμότητας, το ζήτημα της πλήρωσης και/ή αναπλήρωσης για όλες τις περιπτώσεις κατά την περίοδο της παράτασης μέχρι και τις επόμενες γενικές δημοτικές και κοινοτικές εκλογές.

Continue Reading

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement
Off the Record6 days ago

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record2 weeks ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record2 weeks ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv3 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record3 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record4 weeks ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Off the Record1 month ago

Δυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη

Off the Record1 month ago

Οι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia