Connect with us

voulitv

Οι 3 υποψήφιοι για τη θέση αναπληρωτή προέδρου ΔΗΣΥ

Published

on

Κι επίσημα κατήλθαν από σήμερα στην κούρσα της διεκδίκησης της θέσης αναπληρωτή προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού, οι Ευθύμιος Δίπλαρος, Μιχάλης Σοφοκλέους και Σωτήρης Σαμψών. Οι τρεις υπέβαλαν νωρίτερα την υποψηφιότητά τους στην εφορευτική επιτροπή, ενόψει της 8ης εκλογικής συνέλευσης του κόμματος.

Πρώτος προσήλθε στην Πινδάρου, ο βουλευτής Λεμεσού του κόμματος Ευθύμιος Δίπλαρος συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Αργυρώ Ροτσίδου. Ο κ. Δίπλαρος μετά το πέρας της κατάθεσης της υποψηφιότητάς του, δήλωσε: «Σήμερα ο Δημοκρατικός Συναγερμός γι’ ακόμη μια φορά αναδεικνύει τη δημοκρατία σε πράξη. Ενωμένοι προχωρούμε μπροστά, μαζί με την Πρόεδρό μας Αννίτα Δημητρίου και την υπόλοιπη ηγεσία. Συλλογικά με σοβαρότητα, με υπευθυνότητα θα εργαστούμε σκληρά για την παράταξη, για το τόπο μας. Με ευθύνη απέναντι στην κοινωνία των πολιτών, με συνέπεια σε λόγια και πράξεις. Καταθέτω σήμερα την υποψηφιότητά μου για τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου έχοντας πλήρη επίγνωση των καθηκόντων που αν τα μέλη, οι φίλοι και τα στελέχη του Δημοκρατικού Συναγερμού με τιμήσουν με την ψήφο τους στις 6 Μαΐου. Καλή επιτυχία σε όλους τους συναγωνιστές, καλή επιτυχία στο Δημοκρατικό Συναγερμό, στη μεγάλη μας οικογένεια»

Στη συνέχεια, την υποψηφιότητά του για τη θέση του αναπληρωτή προέδρου του κόμματος, υπέβαλε ο Εκτελεστικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Γλαύκος Κληρίδης, Μιχάλης Σοφοκλέους.  Μετά την κατάθεση της υποψηφιότητάς του ο κ. Σοφοκλέους δήλωσε: «Υπέβαλα σήμερα την υποψηφιότητά μου για τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού. Με μεγάλο το αίσθημα της ευθύνης, και την απόλυτη πεποίθηση ότι μπορώ να ανταποκριθώ στα υψηλά καθήκοντα του 2 ου τη τάξη της μεγάλης μας παράταξης. Ο ΔΗΣΥ, με την εκλογή στην ηγεσία της Αννίτας Δημητρίου, έχει μπει σε μια νέα εποχή, ριζικά ανανεωμένος. Σήμερα ο κάθε Κύπριος πολίτης, ακόμη περισσότερο η βάση του κόμματος μας, αναμένουν από εμάς, να επαναφέρουμε στο προσκήνιο τον Δημοκρατικό Συναγερμό ως τη σύγχρονη, φιλελεύθερη και πατριωτική παράταξη του τόπου.

Η δική μου φιλοδοξία, είναι να συνδράμω με όλες μου τις δυνάμεις σε ένα μεγάλο, σοβαρό και αυθεντικό Συναγερμό. Θέλουμε ένα Συναγερμό αυθεντικό, για να έχουμε ξανά προμετωπίδα τις αρχές και τις αξίες μας. Αυτό είναι το νήμα που μας ενώνει: Η ξεροκέφαλη επιθυμία μας τη λύση του Κυπριακού. Η αποστολή μας να διαφυλάξουμε την Ελληνική εθνική μας ταυτότητα. Η συνεχής αγωνία μας για μια ελεύθερη και ισχυρή οικονομία. Μια Κύπρος εξωστρεφής, που εξασφαλίζει την ευημερία στο σύνολο των ανθρώπων της. Η βαθιά δημοκρατική μας πεποίθηση.

Η πίστη στην συλλογική, αλλά και την ατομική ελευθερία. H υπεράσπιση της αξιοπρέπειας του κάθε ατόμου. Αυτές είναι οι αυθεντικές Συναγερμικές μας αξίες. Αυτές είναι οι παρακαταθήκες του ιστορικού μας ηγέτη, του Γλαύκου Κληρίδη, που έχουμε χρέος να διαφυλάξουμε.

Θέλουμε ένα Συναγερμό σοβαρό και υπεύθυνο. Ένα κόμμα που με τις ιδέες, τις προτάσεις και τις πολιτικές του, οδηγεί συνεχώς την Κύπρο σε νέους και καλύτερους δρόμους. Γιατί η παράταξή μας είναι καταδικασμένη να ηγείται και όχι να άγεται. Έχω την πίστη ότι η δική μου παρουσία, μπορεί να ενισχύσει το πολιτικό βάθος που θέλουμε να έχουμε:

– στη δημόσια συζήτηση,

– στη λήψη αποφάσεων στα κορυφαία ζητήματα, το Κυπριακό, την οικονομία,

– στην ευρωπαϊκή και διεθνή μας παρουσία,

– στο εθνικό συμβούλιο του τόπου μας.

Την επόμενη, ιδιαίτερη πενταετία, πρέπει να είμαστε η υπεύθυνη αντιπολίτευση της Κύπρου. Οι εγγυητές της σταθερότητας της χώρας. Να στηρίξουμε με σθένος κάθε θετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης. Είναι το καθήκον μας απέναντι στον τόπο και τους πολίτες. Αλλά και να αντισταθούμε αποφασιστικά ό,τι παίρνει την Κύπρο πίσω. Ακόμη και στην αδράνεια. Θέλουμε όμως και ένα Συναγερμό μεγάλο.

Να κτίσουμε, στα θεμέλια του λαμπρού μας παρελθόντος, ένα ακόμη λαμπρότερο μέλλον. Ο Δημοκρατικός Συναγερμός θα μεγαλώσει και πάλι, μόνο αν έχει ως αποκλειστικό θεμέλιο το νήμα των αξιών μας.

Όταν καταφέρουμε να συνομιλούμε διαρκώς και οργανωμένα με τη βάση μας.

Κανείς Συναγερμικός να μην νιώσει ξανά ότι η γνώμη, ή η προσφορά του, δεν λαμβάνονται υπόψη. Ή ότι δεν αισθάνεται ευπρόσδεκτος στο πολιτικό του σπίτι.

Ταυτόχρονα, οφείλουμε να στραφούμε και στην ευρύτερη κοινωνία. Έτσι είναι που θα διευρυνθούμε. Έτσι είναι που ο ΔΗΣΥ θα ξεκινά κάθε εκλογές με στόχο να υπερβεί σε ποσοστά το 1/3 των ψηφοφόρων. Και ιδιαίτερα στους νέους μας. Γιατί, χωρίς τη ζωντάνια των νέων, ο Συναγερμός δεν μπορεί να έχει μέλλον.

Θέλω να απευθυνθώ στις συναγωνίστριες και τους συναγωνιστές μου. Ανήκω σε μια γενιά που έχει το προνόμιο να έχει ζήσει τα ορόσημα του παρελθόντος μας.

Και που ταυτόχρονα, μπορεί να συνδέσει το σήμερα με το αύριο. Είχα το μεγάλο προνόμιο να συνεργαστώ με όλους τους μεγάλους ηγέτες της παράταξής μας. Με τον Γλαύκο Κληρίδη, τον Νίκο Αναστασιάδη, τον Ιωάννη Κασουλίδη, τον Αβέρωφ Νεοφύτου. Είμαι ευγνώμων και τους τιμώ όλους. Υπηρέτησα σε πολύ κρίσιμους ρόλους, έδωσα όλες τις σπουδαίες πολιτικές μας μάχες και υπερασπίστηκα την παράταξη ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Πάντα στην πρώτη γραμμή, από μαθητής, φοιτητής, μέχρι και σήμερα. Γιατί πάνω απ’ όλα, αισθάνομαι στρατιώτης αυτής της παράταξης. Ποτέ δεν έβαλα το προσωπικό, πάνω από το παραταξιακό συμφέρον. Το ίδιο θέλω να συνεχίσω να πράττω και από τη θέση του Αναπληρωτή.

Με μοναδική έγνοια τα καθήκοντα της συγκεκριμένης θέσης αυτής και τίποτα άλλο. Σε απόλυτη αρμονία με την Πρόεδρο Αννίτα Δημητρίου. Και σε πλήρη συνεργασία με όλα ανεξαίρετα τα στελέχη μας. Δεν περισσεύει κανείς απολύτως σε αυτή την νέα προσπάθεια. Μπορούμε, όλοι μας μαζί, να πετύχουμε ασφάλεια στην ηγεσία και προοπτική στην κοινωνία. Και να γράψουμε μια νέα σελίδα ελπίδας και αισιοδοξίας για τον Δημοκρατικό Συναγερμό. Γιατί, δυνατός Συναγερμός σημαίνει ασφάλεια, σταθερότητα και προοπτική για την πατρίδα μας. Σημαίνει καλύτερες ημέρες για την Κύπρο και τον Κυπριακό Ελληνισμό».

 

Την τριάδα των υποψηφίων για τη θέση του αναπληρωτή προέδρου του ΔΗΣΥ, έκλεισε ο Σωτήρης Σαμψών ο οποίος προσήλθε στην Πινδάρου συνοδευόμενος από την μητέρα του Βέρα και την αδελφή του Μίνα. Σε δηλώσεις του μετά το πέρας της υποβολής της υποψηφιότητάς του, ο κ. Σαμψών ανέφερε: «Με τη βοήθεια του Θεού και με απόλυτη προσήλωση προς τις ιδρυτικές αρχές, αξίες και ιδανικά του Δημοκρατικού Συναγερμού και της παράταξης και με απόλυτο σεβασμό προς την ιστορία του κόμματος αλλά και στην ιστορία του ονόματος το οποίο φέρω, υποβάλλω σήμερα και διεκδικώ τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου του Δημοκρατικού Συναγερμού. Ο συναγερμικός είναι περήφανος και αυτή την περηφάνεια οφείλουμε και πρέπει να την επαναφέρουμε στην παράταξη και στον Δημοκρατικό Συναγερμό.

Η υποψηφιότητα μου εγγυάται ότι οι αρχές, οι αξίες και τα ιδανικά του κόμματος όπως αυτά καθορίζονται στο καταστατικό και στην ιδρυτική πράξη, στη διακήρυξη αρχών του 1976 πάντοτε με το βλέμμα στο μέλλον και στο 2023, θα σημαίνει ότι η παράταξη μπορεί αναβαπτιζόμενη μέσα από τις αρχές της να μεγαλουργήσει και πάλι. Είναι ξεκάθαρη πλέον η ανάγκη για ανανέωση, εκσυγχρονισμό της παράταξης αλλά αυτή η ανανέωση, ο εκσυγχρονισμός και η ενότητα δεν είναι έννοιες αφηρημένες έχουν κατεύθυνση και η κατεύθυνση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι άλλη από τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά του κόμματος όπως αυτά καθορίζονται στην ιδρυτική πράξη.

Επιβάλλεται και τούτο εγγυάται η υποψηφιότητά μου, την επανασύνδεση της βάσης του κόμματος με το κόμμα, με την ηγεσία του κόμματος και την επανασύσταση των τοπικών, των κλαδικών, των επαγγελματικών και των επιστημονικών επιτροπών της παράταξης γιατί ως κόμμα συλλογικό και όχι προσωποπαγές και αρχηγικό, ο Δημοκρατικός Συναγερμός οφείλει και αυτό πρέπει να αποτελέσει καταστατική αλλαγή στην παράταξη, οφείλει όχι μόνο να αφουγκράζεται αλλά και να εφαρμόζει και να υλοποιεί τις αποφάσεις, τις εισηγήσεις και τις σκέψεις της βάσης του. Έχοντας πει αυτά η υποψηφιότητα μου έχει κατεύθυνση, έχει συγκεκριμένες θέσεις και τοποθετήσεις και καλώ τον κάθε συναγερμικό ψηφοφόρο, τον περήφανο συναγερμικό ψηφοφόρο στις 6 του Μάη να έρθει και να καταθέσει με την ψήφο του την άποψή του, τη γνώμη του για το τι κόμμα θέλουμε να έχουμε από τούδε και στο εξής. Αυτό είναι το μέγα ερώτημα και αυτό πρέπει να απαντηθεί από κάθε ψηφοφόρο που θα ψηφίσει στις 6 Μαΐου».

 

Πηγή: φilenews

Continue Reading

voulitv

Χριστοδουλίδης 2028: Χρειάζεται το ΕΛΑΜ, αλλά πόσο κοντά το αντέχει;

Avatar photo

Published

on

*του Χάρη Θεραπή
Διευθυντή Vouli TV

2028: Ο Χριστοδουλίδης ανάμεσα στον ΔΗΣΥ, το Κέντρο και το ΕΛΑΜ

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται απαραίτητα να κερδίσει τον ΔΗΣΥ. Του αρκεί να μην τον αφήσει να ενωθεί εναντίον του. Μόνο που στην εξίσωση του 2028 υπάρχει πλέον ένας ακόμη παίκτης: το ΕΛΑΜ. Μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμος στον δρόμο προς τον δεύτερο γύρο, αλλά και επικίνδυνος για τη συμμαχία που θα χρειαστεί για να κερδηθεί η Προεδρία.

Οι Προεδρικές Εκλογές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν ακόμη, πολιτικά όμως έχουν ήδη αρχίσει. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνωρίζει ότι η μάχη για μια δεύτερη θητεία δεν θα κριθεί μόνο στην απόδοση της κυβέρνησής του.

Θα κριθεί στην Πινδάρου, στον χώρο του Κέντρου, αλλά πλέον και στα δεξιότερα της Δεξιάς.

Γιατί η πολιτική γεωγραφία του 2028 δεν είναι εκείνη του 2023.

Ο Χριστοδουλίδης εξελέγη χωρίς τη στήριξη του κόμματος από το οποίο πολιτικά προέρχεται, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά ερείσματα στη συναγερμική βάση. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πολιτικό του πλεονέκτημα και ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του ΔΗΣΥ.

Ο Πρόεδρος δεν χρειάζεται να «κατακτήσει» τον Συναγερμό.

Χρειάζεται ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι του.

Αν καταφέρει να διατηρήσει γύρω του ένα σημαντικό τμήμα των συναγερμικών ψηφοφόρων και παράλληλα να συγκρατήσει δυνάμεις από το Κέντρο, τότε μπορεί να επιχειρήσει να ανασυνθέσει την πολυσυλλεκτική συμμαχία που τον οδήγησε στο Προεδρικό.

Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας.

Το ΕΛΑΜ.

Ο καλύτερος σύμμαχος μπορεί να παραμένει ο εμφύλιος του ΔΗΣΥ

Ο Χριστοδουλίδης ενδεχομένως να μη χρειάζεται καν να αυξήσει θεαματικά την επιρροή του στον συναγερμικό χώρο. Μπορεί να του αρκεί η αδυναμία του ΔΗΣΥ να εμφανιστεί ενιαίος απέναντί του.

Αν η διαδικασία επιλογής υποψηφίου μετατραπεί σε σκληρή αναμέτρηση προσώπων, μηχανισμών και προσωπικών φιλοδοξιών, το σημαντικότερο δεν θα είναι ποιος τελικά θα πάρει το χρίσμα.

Θα είναι τι θα απομείνει την επόμενη ημέρα.

Άλλο να κερδίσεις μια εσωκομματική εκλογή και άλλο να βγεις από αυτήν με ένα κόμμα ενωμένο.

Κάθε ρήγμα στον ΔΗΣΥ, κάθε πικρία που θα αφήσει πίσω της η εσωκομματική μάχη και κάθε αμφισβήτηση του τελικού υποψηφίου μπορεί να δημιουργήσει μια νέα δεξαμενή ψηφοφόρων διαθέσιμων να κοιτάξουν ξανά προς το Προεδρικό.

Ο Χριστοδουλίδης δεν χρειάζεται να προκαλέσει αυτή τη σύγκρουση.

Του αρκεί να περιμένει.

Το ΕΛΑΜ: βοήθεια και πρόβλημα μαζί

Εδώ όμως η εξίσωση περιπλέκεται.

Η ενίσχυση του ΕΛΑΜ δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στον χώρο της Δεξιάς. Δεν είναι πλέον ένας παράγοντας που μπορεί εύκολα να αγνοηθεί μέχρι τον δεύτερο γύρο.

Μπορεί να εξελιχθεί σε ρυθμιστή.

Για τον Χριστοδουλίδη αυτό είναι ταυτόχρονα καλό και κακό νέο.

Καλό, επειδή ένας ισχυρός τρίτος πόλος στα δεξιά περιορίζει τη δυνατότητα του ΔΗΣΥ να επανασυσπειρώσει ολόκληρο τον παραδοσιακό χώρο της Δεξιάς. Όσο ο Συναγερμός πιέζεται από τον Χριστοδουλίδη προς το Κέντρο και από το ΕΛΑΜ προς τα δεξιά, τόσο δυσκολότερο γίνεται το εγχείρημα της πλήρους επανένωσης της εκλογικής του βάσης.

Με απλά λόγια, ο Χριστοδουλίδης και το ΕΛΑΜ, χωρίς να χρειάζεται να συνεργάζονται, μπορούν αντικειμενικά να πιέζουν τον ίδιο αντίπαλο από διαφορετικές κατευθύνσεις.

Εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Το ΕΛΑΜ μπορεί να βοηθά τον Χριστοδουλίδη να αποδυναμώνει τον ΔΗΣΥ, αλλά την ίδια στιγμή μπορεί να δυσκολεύει τον Χριστοδουλίδη να οικοδομήσει τη μεγάλη συμμαχία που χρειάζεται για να κερδίσει τις Προεδρικές.

Άλλο η ψήφος του ΕΛΑΜ και άλλο η συμμαχία με το ΕΛΑΜ

Αυτή ίσως αποδειχθεί μία από τις λεπτότερες πολιτικές ισορροπίες του 2028.

Οι ψήφοι του ΕΛΑΜ μπορούν να είναι εξαιρετικά σημαντικοί, ιδιαίτερα σε έναν δεύτερο γύρο.

Η επίσημη πολιτική συνεργασία μαζί του, όμως, είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση.

Μια ανοικτή συμφωνία Χριστοδουλίδη–ΕΛΑΜ από τον πρώτο γύρο θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς στο Κέντρο, αλλά και μεταξύ μετριοπαθών συναγερμικών ψηφοφόρων που ενδεχομένως να έβλεπαν θετικά μια δεύτερη θητεία Χριστοδουλίδη.

Το ίδιο ισχύει για τα κόμματα που θα κληθούν να αποφασίσουν εάν θα αποτελέσουν μέρος μιας νέας προεδρικής συμμαχίας.

ΔΗΚΟ, ΔΗΠΑ ή άλλες δυνάμεις του Κέντρου δεν είναι αυτονόητο ότι θα αντιμετωπίσουν με τον ίδιο τρόπο μια υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη που διεκδικεί ψήφους του ΕΛΑΜ και μια υποψηφιότητα που έχει συνάψει επίσημη πολιτική συμφωνία μαζί του.

Και αυτή η διαφορά είναι τεράστια.

Γιατί στις Προεδρικές δεν αρκεί να προσθέτεις ποσοστά.

Πρέπει να προσθέτεις ποσοστά χωρίς, την ίδια στιγμή, να αφαιρείς άλλα.

Ο πρώτος και ο δεύτερος γύρος είναι δύο διαφορετικές εκλογές

Γι’ αυτό ο χρόνος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός.

Άλλο μια επίσημη συμπόρευση με το ΕΛΑΜ πριν από τον πρώτο γύρο και άλλο η στάση των ψηφοφόρων του ΕΛΑΜ στον δεύτερο γύρο.

Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει πολιτική συμφωνία, η οποία αναπόφευκτα θα έχει περιεχόμενο, ανταλλάγματα και συμβολισμό.

Στη δεύτερη υπάρχει εκλογική επιλογή ανάμεσα στους δύο υποψηφίους που απέμειναν.

Και εκεί οι ισορροπίες αλλάζουν δραματικά.

Εάν, για παράδειγμα, ένας δεύτερος γύρος φέρει απέναντι στον Χριστοδουλίδη έναν υποψήφιο που στηρίζεται από το ΑΚΕΛ, η συμπεριφορά σημαντικού μέρους της εκλογικής βάσης του ΕΛΑΜ μπορεί να αποκτήσει καθοριστική σημασία ακόμη και χωρίς επίσημη συμφωνία.

Ο Χριστοδουλίδης επομένως μπορεί να χρειάζεται τις ψήφους του ΕΛΑΜ χωρίς να τον συμφέρει απαραίτητα να χρειάζεται τη σφραγίδα του ΕΛΑΜ.

Το μεγάλο δίλημμα του Κέντρου

Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο χώρος που τον οδήγησε στην Προεδρία το 2023.

Το Κέντρο.

Η συμμαχία του 2023 δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη για το 2028. Οι πολιτικές και εκλογικές ισορροπίες έχουν αλλάξει και κάθε κόμμα θα κάνει τον δικό του λογαριασμό.

Και το ερώτημα θα είναι απλό:

Μέχρι πού μπορεί να διευρυνθεί μια συμμαχία για χάρη της επανεκλογής;

Μια υποψηφιότητα που θέλει να χωρέσει ταυτόχρονα κεντρώους, απογοητευμένους συναγερμικούς, παραδοσιακούς δεξιούς και ψηφοφόρους του ΕΛΑΜ κινδυνεύει κάποια στιγμή να συναντήσει τα πολιτικά της όρια.

Γιατί οι συμμαχίες δεν είναι απλή αριθμητική.

Έχουν πολιτική ταυτότητα.

Και όσο περισσότερο ανοίγει η βεντάλια, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξηγηθεί τι ακριβώς ενώνει όλους όσοι βρίσκονται κάτω από αυτήν.

Και το ΑΚΕΛ περιμένει

Μέσα σε αυτή την αναμέτρηση υπάρχει ένας παίκτης που έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί τις εξελίξεις με ενδιαφέρον.

Το ΑΚΕΛ.

Όσο η Κεντροδεξιά κατακερματίζεται ανάμεσα στον επίσημο υποψήφιο του ΔΗΣΥ, τον Χριστοδουλίδη και το ΕΛΑΜ, τόσο μεγαλώνει η σημασία της δυνατότητας του ΑΚΕΛ να οδηγήσει έναν ισχυρό υποψήφιο στον δεύτερο γύρο.

Και τότε η εξίσωση αλλάζει.

Γιατί ο δεύτερος γύρος μπορεί να μετατρέψει μέσα σε μία εβδομάδα αντιπάλους σε αναγκαίους ψηφοφόρους και πολιτικά αδιέξοδα σε εκλογικά διλήμματα.

Εκεί ακριβώς το ΕΛΑΜ μπορεί να αποκτήσει τη μεγαλύτερη δύναμή του.

Όχι απαραίτητα ως κυβερνητικός εταίρος.

Αλλά ως εκλογικός ρυθμιστής.

Το πραγματικό στοίχημα του Χριστοδουλίδη

Ο δρόμος προς το 2028 επομένως δεν περνά μόνο μέσα από το Προεδρικό.

Περνά από την Πινδάρου, το Κέντρο και πλέον αναπόφευκτα και από το ΕΛΑΜ.

Ο Χριστοδουλίδης χρειάζεται να διατηρήσει τη γέφυρα με τους συναγερμικούς ψηφοφόρους χωρίς να επιστρέψει πολιτικά στον ΔΗΣΥ. Χρειάζεται το Κέντρο χωρίς να εγκλωβιστεί σε αυτό. Και πιθανότατα θα χρειαστεί ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων του ΕΛΑΜ χωρίς να επιτρέψει σε αυτή τη σχέση να απομακρύνει τους μετριοπαθέστερους συμμάχους του.

Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη άσκηση πολιτικής ισορροπίας.

Γιατί το 2028 το πρόβλημα του Χριστοδουλίδη ίσως να μην είναι πού θα βρει τις ψήφους για να επανεκλεγεί.

Μπορεί να είναι πώς θα τις βάλει όλες στην ίδια κάλπη χωρίς η μία δεξαμενή να αδειάζει την άλλη.

Και κάπου εκεί το ΕΛΑΜ μπορεί να αποδειχθεί ο πιο παράξενος παράγοντας των Προεδρικών:

Αρκετά ισχυρό για να βοηθήσει τον Χριστοδουλίδη να αποδυναμώσει τον ΔΗΣΥ.

Αρκετά ισχυρό, όμως, και για να δυσκολέψει τη συμμαχία που θα μπορούσε να τον κρατήσει στο Προεδρικό.

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia