ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Πρόεδρος ενώπιον σκληρών διλημμάτων
Την εβδομάδα που πέρασε, ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παραχωρούσε μία ομολογουμένως τολμηρή συνέντευξη στον ALPHA και τον Γιώργο Κασκάνη. Τολμηρή, καθώς επέκρινε τις πολιτικές Μακαρίου, διαφωνώντας με την πρόσδεση της Κύπρου στο άρμα του Κινήματος των Αδέσμευτων, έψεγε την πολιτική του μακροχρόνιου αγώνα, τονίζοντας πως το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι κανείς μας δεν αγάπησε την Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωνε επίσης έτοιμος να κάνει τολμηρά βήματα για την επίλυση του Κυπριακού. Το περιεχόμενο της συνέντευξης ήταν αρκετό για να συζητηθεί εντόνως στα κομματικά πηγαδάκια. Ποιο ήταν άραγε το μήνυμα που ήθελε να στείλει ο Νίκος Χριστοδουλίδης και ποιες οι πραγματικές προθέσεις του στο Κυπριακό; Με δεδομένο ότι αναμένονται εξελίξεις τον προσεχή Σεπτέμβριο ηγέρθηκε αναπόφευκτα το ερώτημα αν πρόκειται για έναν εκ του ασφαλούς –δεδομένης και της στάσης Τατάρ– τακτικισμό για να αποσείσει την ευθύνη του όποιου ενδεχόμενου ναυαγίου από την πλευρά μας, αν ήθελε να θέσει εκτός κάδρου τον εαυτό του για όσα ανακινήθηκαν στο εσωτερικό, περί βολιδοσκόπησης για λύση δύο κρατών ή αν αποτελεί την απαρχή μιας νέας πολιτικής προσέγγισης στο Κυπριακό από τον ίδιο. Μιας προσέγγισης δηλαδή που θέλει τον Νίκο Χριστοδουλίδη να αντιλαμβάνεται πλέον πως αποτελεί το μοιραίο πρόσωπο της ιστορίας. Το πρόσωπο που είτε θα διαχειριστεί τη διχοτόμηση, είτε που θα οδηγήσει στη λύση του Κυπριακού. Το ερώτημα που συνδέεται με το σκληρό αυτό δίλημμα είναι κατά πόσο ο πρόεδρος έχει στο εσωτερικό τη στήριξη για τα τολμηρά βήματα ή αν η πορεία του θα είναι εξόχως μοναχική.
Οι τελευταίες δηλώσεις του Νίκου Χριστοδουλίδη θεωρήθηκαν ιδιαίτερα τολμηρές ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη πως από το φθινόπωρο αναμένονται εξελίξεις.
Συνάντηση πριν τη γενική συνέλευση
Οι διαπιστώσεις του προέδρου για τη μοναχική πορεία όσων λαμβάνουν δύσκολες αποφάσεις, σε συνδυασμό με τη δέσμευσή του ότι θα τολμήσει να τις λάβει ανεξαρτήτως του πολιτικού κόστους, συμπίπτουν με τις σοβαρές εξελίξεις που αναμένονται στο Κυπριακό το φθινόπωρο. Όπως υπογραμμίζουν έγκυρες διπλωματικές πηγές, η τριμερής συνάντηση του Αντόνιο Γκουτέρες με τους δύο ηγέτες αναμένεται να γίνει στο τέλος του Αυγούστου, πριν από τη Γενική Συνέλευση στη Νέα Υόρκη. Στη συνέχεια αναμένεται να υποβληθεί ένα έγγραφο (framework paper/ concept paper) στο οποίο θα περιλαμβάνονται προς συζήτηση το κεφάλαιο των εγγυήσεων, της αποχώρησης των στρατευμάτων και της διακυβέρνησης. Έγκυρες πηγές εκτιμούν παράλληλα πως θα υπάρχει ένα συγκεκριμένο χρονικό ορόσημο και πως δεν θα είναι παραδοσιακού τύπου συζητήσεις, όπως δηλαδή γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Η αναβίωση του 2004
Ήδη εντός της κυβέρνησης επικρατεί η μεγάλη ανησυχία για αναβίωση του 2004. Ένα σκηνικό με άγνωστη κάπως την αφετηρία και σίγουρα άγνωστη την κατάληξη. Τις ανησυχίες στην ε/κ πλευρά, εκτός από τη δεδηλωμένη άποψη της τουρκικής πλευράς για κυριαρχική ισότητα, εντείνουν και δηλώσεις των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών παραγόντων που έχουν ήδη γίνει για την ανάγκη, οι δύο πλευρές να σκεφτούν έξω από το κουτί. Ενδεικτική η εύσχημη παραίνεση της κας Ολγκίν πως είναι σημαντικό να υπάρξει απομάκρυνση από λύσεις που στο παρελθόν δημιούργησαν προσδοκίες που δεν εκπληρώθηκαν και οδήγησαν σε μεγαλύτερες διαφωνίες, αλλά και η σύστασή της ότι τώρα είναι καιρός να σκεφτούμε διαφορετικά. Την ίδια στιγμή άλλες διπλωματικές πηγές που παρακολουθούν στενά το Κυπριακό σημειώνουν στην «Κ» ότι η μία κυριαρχία, η μία διεθνής προσωπικότητα και η μία ιθαγένεια έχουν ήδη διασφαλιστεί από τα Ηνωμένα Έθνη. Καθόλου τυχαία και η σχετική αναφορά του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη κατά την επίσκεψή του στην Κύπρο για τα 50 χρόνια από την τουρκική εισβολή. Τόσο τα Ηνωμένα Έθνη όσο και η Λευκωσία πάντως, εναποθέτουν πολλές ελπίδες στον θετικό ρόλο της Αθήνας στο νέο σκηνικό που εκτυλίσσεται. Η κα Ολγκίν άλλωστε έχει δημιουργήσει μία στενή επικοινωνία με τον υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Γιώργο Γεραπετρίτη, ενώ η γενικότερη αίσθηση που επικρατεί τόσο στο εσωτερικό όσο και στα Ηνωμένα Έθνη είναι πως η βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα βοηθήσει την όλη κατάσταση.
Ο πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει αναφέρει με νόημα πως ο ίδιος ήταν ενός έτους όταν έγινε η εισβολή και κατ’ επέκταση δεν έχει ευθύνη για τους κακούς χειρισμούς των προηγούμενων ηγετών. Με δεδομένο ότι το Κυπριακό βρίσκεται σε παράταση, ο ίδιος θα κληθεί να πάρει δύσκολες και με πολιτικό κόστος αποφάσεις.
Οι προθέσεις
Όσο όμως κι αν όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες κάνουν λόγο για σημαντικές εξελίξεις από το φθινόπωρο, την ίδια στιγμή επικρατούν προβληματισμοί στο εσωτερικό για το πόσο έτοιμος είναι ο ίδιος ο πρόεδρος της Δημοκρατίας για ένα μεγάλο βήμα. Είναι μέρος ενός επικοινωνιακού παιχνιδιού τα εν λόγω μηνύματα, ή πραγματικής βούλησης και αλλαγής στρατηγικής πλεύσης; Την καχυποψία περί τακτικισμού ενίσχυσε η χρονική συγκυρία των δηλώσεων. Ήταν την ίδια περίοδο όταν στο εσωτερικό ανακινήθηκε η συζήτηση για το τι τελικά εκτυλίχθηκε στο Κραν Μοντανά, και κυρίως για το αν τελικά ο Νίκος Αναστασιάδης βολιδοσκόπησε για λύση δύο κρατών. Η διαφορά βεβαίως είναι πως αυτή τη φορά στο κάδρο των συζητήσεων έμπαινε και το όνομα του Νίκου Χριστοδουλίδη ως ο τότε εξ απορρήτων του Νίκου Αναστασιάδη και μάρτυρας σε συζητήσεις βολιδοσκόπησης. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Νίκος Χριστοδουλίδης είχε έναν επιπλέον λόγο να υπογραμμίσει στις δημόσιες τοποθετήσεις του τη βούλησή του για λύση. Μία τέτοια συζήτηση, εκτός από πλήγμα στην εικόνα του που αποτελεί δευτερεύον ζήτημα, σίγουρα θα προκαλούσε επιπλέον ζημιά στην πλευρά μας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Η μπλόφα του Τάσσου
Δεν είναι ωστόσο λίγοι εκείνοι που σημειώνουν πως ο πρόεδρος της Δημοκρατίας μιλάει κατά κάποιο τρόπο με την ασφάλεια που του παρέχει η τουρκική αδιαλλαξία. Θεωρεί δεδομένο δηλαδή το γεγονός ότι ο Τ/κ ηγέτης Ερσίν Τατάρ θα επιμείνει για λύση δύο κρατών/ κυριαρχική ισότητα, και με αυτό τον τρόπο –μέσω θετικών δηλώσεων– υπολογίζει πως η δική μας πλευρά θα αποφύγει τον όποιο επιμερισμό ευθυνών για ένα ενδεχόμενο ναυάγιο. Μία πολιτική που εφάρμοσε ο Τάσσος Παπαδόπουλος, όταν συνομιλητής του ήταν ο Ραούφ Ντενκτάς, και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αυτοπαγίδευσή του.
Τα λόγια και οι πράξεις
Θα πέσει συνεπώς ο Νίκος Χριστοδουλίδης στην παγίδα που έπεσε ο Τάσσος Παπαδόπουλος και να βρεθεί ενώπιον μη αναμενόμενων εξελίξεων; Οι δηλώσεις του περί ετοιμότητας έχουν σίγουρα προκαλέσει αισιοδοξία και παρακολουθούνται με ενδιαφέρον από τη διεθνή κοινότητα, όμως ένα είναι οι δηλώσεις και άλλο οι πράξεις. Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο, κυβερνητικές πηγές ξεκαθαρίζουν πως υπάρχουν κόκκινες γραμμές. Η κα Ολγκίν ως γνωστό, έχει ζητήσει συγκεκριμένες ενέργειες από τον πρόεδρο αφενός, για να δείξει τη θέλησή του για άρση του αδιεξόδου και αφετέρου, για να επαναρχίσουν οι συνομιλίες. Η πρότασή της αφορούσε το άνοιγμα του οδοφράγματος Μιας Μηλιάς, το οποίο ευσχήμως ανέφερε σε συνέντευξή της στην «Κ» όταν σημείωσε πως η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη έχει μία πολύ καθαρή εικόνα και γνωρίζει τι θα μπορούσε να ξεκλειδώσει τη διαδικασία. Επειδή, ωστόσο, υπάρχει και στο παρασκήνιο η συζήτηση για απευθείας εμπόριο, κυβερνητικοί κύκλοι απορρίπτουν κατηγορηματικά θέση που ικανοποιεί κατά κάποιο τρόπο την αξίωση της τουρκικής πλευράς για το άνοιγμα των 3Α, αξίωση της τουρκικής πλευράς που σημαίνει: Απευθείας Πτήσεις, Απευθείας Εμπόριο και Απευθείας Σχέσεις.
Χωρίς στηρίγματα
Με αυτά τα δεδομένα εγείρεται το ερώτημα πώς μπορεί να ξεκλειδώσει η διαδικασία, αλλά και το ποιος θα στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη σε όλη αυτή τη διαδρομή. Οι εξελίξεις στο Κυπριακό άλλωστε συμπίπτουν σε μία χρονική στιγμή που ο πρόεδρος της Δημοκρατίας φαίνεται να μην έχει καθόλου στηρίγματα. Δεν είναι μόνο η εικόνα του που έχει πληγεί, αλλά και η σχέση με τα συγκυβερνώντα κόμματα που επιδεινώνεται συνεχώς, ιδιαίτερα μετά τις διπλές εκλογές. Οι λόγοι ποικίλουν, όμως επικεντρώνονται κυρίως στην εκτίμηση ότι η συγκυβέρνηση όχι μόνο τους έχει προκαλέσει φθορά εκλογικά αλλά την ίδια στιγμή πως ο πρόεδρος τούς αγνοεί επιδεικτικά. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι έχει συσταθεί ομάδα Κυπριακού και ακόμη δεν έχει συνεδριάσει, ούτε η πλήρης κομματικών στελεχών από τη λήψη αποφάσεων. Όπως σημειώνουν στελέχη, οι συνεχείς αναφορές του, ότι ο ίδιος δεν έχει κομματικές καταβολές που να τον δεσμεύουν από το να πάρει αποφάσεις ή να μιλήσει με ειλικρίνεια, υπονομεύουν τα ίδια τα κόμματα και ευνοούν φαινόμενα τύπου Φειδίας. Σε αυτό το περιβάλλον έχουν ήδη αποστασιοποιηθεί κάποιοι από την προάσπιση του κυβερνητικού έργου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον τίθεται συνεπώς ζήτημα αν οι εξελίξεις στο Κυπριακό θα αποτελέσουν την κατάλληλη αφορμή κάποιων για να αποχωρήσουν από το κυβερνητικό σχήμα. Η ΕΔΕΚ έχει ενοχληθεί για παράδειγμα από την αναφορά του πρώην στελέχους της –έχει αποχωρήσει από τα συλλογικά όργανα– Μαρίας Παναγιώτου για διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία σε ομιλία της, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση, εγείροντας το ερώτημα του πώς θα μείνουν στη συγκυβέρνηση, αν ο πρόεδρος καθίσει στο τραπέζι των συνομιλιών. Τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα για το ΔΗΚΟ και τη ΔΗΠΑ. Στην περίπτωση του ΔΗΚΟ σημειώνουν πως αν ο πρόεδρος ξεκινήσει με τη λογική των τολμηρών βημάτων, τότε αναπόφευκτα θα υπάρξει διαφωνία. Το ενδεχόμενο αποχώρησης θα εξαρτηθεί από τον βαθμό των εξελίξεων και κυρίως από τους χειρισμούς. Η εκτίμηση πάντως στον Ενδιάμεσο είναι πως οι δηλώσεις του Νίκου Χριστοδουλίδη δεν συνεπάγονται και με αλλαγή στρατηγικής πλεύσης, καθώς πέραν των θεωρητικών δηλώσεων επί της ουσίας δεν έχει διαπιστωθεί αλλαγή στάσης. Αυτό που σημειώνεται είναι ότι είναι μάλλον μία τακτική κίνηση απόσεισης των ευθυνών από την πλευρά μας, που στο εσωτερικό θέλει να κερδίσει συγκεκριμένο ακροατήριο, και σίγουρα μία συνέντευξη που θέλει να υπάρχει ως σημείο αναφοράς για το μέλλον, κρατώντας όλα τα σενάρια ανοικτά. Το ζήτημα βεβαίως είναι αν μπροστά σε ενδεχόμενες μεγάλες εξελίξεις ο πρόεδρος εκτός από τη διαπραγμάτευση, θα έχει να διαχειριστεί και την πολιτική του απομόνωση. Κυβερνητικοί κύκλοι σημειώνουν πως το κάθε κόμμα θα πρέπει να αναλάβει την πολιτική του ευθύνη μπροστά στις δύσκολες στιγμές. Η πρόβλεψη κυβερνητικών κύκλων είναι πως μπροστά στην κρισιμότητα των στιγμών τα δύο μεγάλα κόμματα θα στηρίξουν τη διαδικασία είτε σιωπηρά είτε εμπράκτως. Ήδη η πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου μέσω επιστολής της αλλά και δηλώσεών της έχει παρακινήσει τον πρόεδρο να τολμήσει να κάνει το επόμενο βήμα. Αν εξαιρεθεί η αντιπαράθεσή τους, όταν δηλαδή το Προεδρικό κατηγόρησε τον ΔΗΣΥ ότι μέσω επιστολής που απέστειλε στον πρόεδρο υιοθετεί το τουρκικό αφήγημα, αυτό σημαίνει πως μπροστά σε εξελίξεις ο ΔΗΣΥ θα στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Ερώτημα αποτελεί το πώς θα κινηθεί το ΑΚΕΛ, δεδομένου ότι το κόμμα της Αριστεράς θεωρεί τον Νίκο Χριστοδουλίδη ως μέρος του προβλήματος και κοινωνό της βολιδοσκόπησης για λύση δύο κρατών. Το σίγουρο είναι πως οι εξελίξεις στο Κυπριακό θα πιέσουν ιδιαίτερα τον Νίκο Χριστοδουλίδη να λάβει αποφάσεις. Αν θα πληρώσει τον λαϊκισμό πολλών δεκαετιών προηγούμενων ηγετών επιλύοντας με προσωπικό πολιτικό κόστος το Κυπριακό, ή, αν θα χρεωθεί τη διχοτόμηση.
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη
-
Off the Record2 weeks agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Off the Record1 month agoΠροεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια
-
Off the Record1 month agoΚάλεσαν τον δημιουργό της σημαίας του ψευδοκράτους σε έκθεση στη Λευκωσία
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ2 weeks agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
voulitv1 month agoΠτΔ: Η Κυπριακή Προεδρία της ΕΕ ολοκληρώθηκε με ουσιαστικό και παραγωγικό έργο






