ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Στη Λευκωσία κρίνεται το ενεργειακό μέλλον της Κύπρου
Ενώπιον σοβαρών προκλήσεων αλλά και αποφάσεων που θα καθορίσουν το ενεργειακό μέλλον της Κύπρου θα βρεθεί η πολιτική ηγεσία του τόπου. Η μεγάλη σύσκεψη που θα πραγματοποιηθεί στην κυπριακή πρωτεύουσα καλείται να πάρει τολμηρές αποφάσεις αφήνοντας στην άκρη τις όψιμες ιαχές του τελευταίου διαστήματος για τα οφέλη της ηλεκτρικής διασύνδεσης της Κύπρου με τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά δίκτυα μέσω Ελλάδας. Η σύσκεψη αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μιας και θεωρείται η τελευταία προσπάθεια προκειμένου να ξεπερασθούν εμπόδια και ανησυχίες που διατυπώνονται από κυπριακής πλευράς. Θετικό αποτέλεσμα θα επιφέρει άρση της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, του τελευταίου κράτους μέλους της Ε.Ε, θα τερματίσει τις ανησυχίες που εκφράζονται κάθε χρόνο για την επάρκεια εφοδιασμού της αγοράς με ηλεκτρική ενέργεια ενώ αναμένεται να εξισορρόπηση τα ιδιαίτερα τσουχτερά, σήμερα, τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος με αυτά της Ευρώπης. Τυχόν αρνητικό αποτέλεσμα θα διατηρήσει για άγνωστο χρονικό διάστημα τη χρήση του ρυπογόνου μαζούτ ως καυσίμου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, διατήρηση των υψηλών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και επιβάρυνση των κρατικών ταμείων με €240 εκατ. για ρύπους.
Η σύσκεψη
Στη σύσκεψη που θα πραγματοποιηθεί στο Προεδρικό Μέγαρο θα λάβει μέρος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης. Από κυπριακής πλευράς θα λάβουν επίσης μέρος οι Υπουργοί Ενέργειας και Οικονομικών, Γιώργος Παπαναστασίου και Μάκης Κεραυνός, η Υφυπουργός παρά τω Προέδρω Ειρήνη Πικκή η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) και η Νομική Υπηρεσία. Από ελληνικής πλευράς ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Θεόδωρος Σκυαλακάκης, ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Φορέα Υλοποίησης της ηλεκτρικής διασύνδεσης Μανούσος Μανουσάκης και η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας της Ελλάδας (ΡΑΑΕΥ). Στη σύσκεψη θα πάρει μέρος εκπρόσωπος της Κομισιόν η οποία χρηματοδοτεί το ενεργειακό έργο με €657 εκατ. καθώς επίσης και η εταιρεία NEXANS που κατασκευάζει το καλώδιο και θα πραγματοποιήσει βυθομετρήσεις.
Τα θέλω της Λευκωσίας
Στη σύσκεψη η κυπριακή πλευρά αναμένεται να θέσει και άλλα ζητήματα πέρα από τις ανησυχίες που υπάρχουν για το έργο. Η κυπριακή στάση καθορίσθηκε σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε το πρωί της Τρίτης χωρίς να γίνουν γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες. Ωστόσο σύμφωνα από διαρροές το προηγούμενο διάστημα αλλά και εκτιμήσεις η κυπριακή πλευρά θα κινηθεί στην οικονομική πτυχή του έργου ζητώντας απαντήσεις για την βιωσιμότητά του ζήτημα που τίθεται επιτακτικά από το Υπουργείο Οικονομικών. Τη σύσκεψη θα απασχολήσει η ανησυχία της Λευκωσίας για το αποτύπωμα του έργου στους καταναλωτές θέμα για το οποίο υπάρχει η κατ’ αρχήν συμφωνία της προπερασμένης Δευτέρας για άντληση ενός ποσού €100 εκατ. από το Ταμείο Ρύπων. Παρά το γεγονός ότι αφήνεται να βγει προς τα έξω πως η σύσκεψη θα κινηθεί στο πλαίσιο της κατ’ αρχήν συμφωνίας θεωρείται βέβαιο πως η κυπριακή πλευρά θα ζητήσει απαντήσει για τις ανησυχίες που διατυπώνει στο κομμάτι του γεωπολιτικού ρίσκου. Ωστόσο η κυπριακή πλευρά στη σύσκεψη θα θέσει και άλλα θέματα που έχουν ενοχλήσει τη Λευκωσία και έχουν να κάνουν με δημόσιες τοποθετήσεις πολιτικών παραγόντων και άλλων στην Αθήνα. Μια από αυτές αφορούν τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΑΔΜΗΕ ο οποίος τελεσιγραφικά είχε απειλήσει με ναυάγιο του έργου εάν η ΡΑΕΚ δεν άλλαζε την απόφασή της για την ανάκτηση εξόδων.
Οι παρεμβάσεις
Δυο παρεμβάσεις που εκδηλώθηκαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα από αμερικανικής πλευράς αλλά και η αναφορά του πρωθυπουργού της Ελλάδας Κυριάκου Μητσοτάκη από την ΔΕΘ εκτιμάται ότι θα έχουν θετικό αντίκτυπο στο ζήτημα του γεωπολιτικού ρίσκου που θέτει η Λευκωσία. Μέσα στο Σαββατοκύριακο που πέρασε παράγοντες του χώρου της ενέργειας έκριναν θετικά τις παρεμβάσεις υποστηρίζοντας πως η κυπριακή πλευρά δεν πρέπει να αναμένει κάτι περισσότερο. Θεωρείται βέβαιο πως η κυπριακή πλευρά θα ζητήσει από το κυβερνητικό κομμάτι της ελληνικής αντιπροσωπείας περισσότερες πληροφορίες για την αναφορά του κ. Μητσοτάκη «Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αν εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα αυτό το έργο θα γίνει, και οι όποιοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι θα ξεπεραστούν».
Τα θέλω των Αθηνών
Η κάθοδος του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας της Ελλάδας Θεόδωρου Σκυλακάκη αποκαλύπτει το έντονο ενδιαφέρον των Αθηνών για το έργο διασύνδεσης Κύπρου-Κρήτης. Η ελληνική πλευρά, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, θα επιδιώξει η σύσκεψη να βγάλει μια τελική απόφαση. Αυτό που συνεχίζει να προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις είναι το ύφος των δημόσιων τοποθετήσεων κυρίως από πλευράς του Έλληνα Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τελευταίο περιστατικό ήταν το περασμένο Σάββατο όπου ο Έλληνας Υπουργός ερωτηθεί σχετικά είπε. «Δεν έχουν γίνει αυτά που περιμέναμε, ούτε γενικότερα, ούτε ειδικότερα». Μάλιστα αυτό που έχει προκαλέσει αίσθηση ήταν η αναφορά του για την δική του παρουσία στη σύσκεψη της Τρίτης. «Όταν με κάλεσαν, μου είπαν ότι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας θέλει να συγκαλέσει μια σύσκεψη, εξ ου και πηγαίνω στην Κύπρο, γιατί αλλιώς θα μπορούσαμε να κάνουμε και τηλεδιάσκεψη και με διαβεβαίωσε ο Υπουργός Ενέργειας της Κύπρου ότι θα συμμετάσχει και ο Πρόεδρος». Ένα ζήτημα που θα θιγεί από ελληνικής πλευράς είναι και το κόστος που θα επωμισθεί η Αθήνα σε περίπτωση που το έργο ναυαγήσει. Μέχρι σήμερα ο ΑΔΜΗΕ έχει εκταμιεύσει από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση περίπου €120 εκατ. ποσό που θα αναγκασθεί να επιστρέψει σε περίπτωση που το έργο δεν προχωρήσει. Πληροφορίες που δεν έχουν επιβεβαιωθεί θέλουν την ελληνική πλευρά να είναι αποφασισμένη να διεκδικήσει το ποσό ή ένα μέρος αυτού από τη ΡΑΕΚ την οποία θεωρεί υπεύθυνη για αλλαγή της ρυθμιστικής αρχής για τον τρόπο ανάκτησης εξόδων του έργου.
Η Κομισιόν
Η παρουσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη σύσκεψη θεωρείται καθοριστικής σημασίας για τη Λευκωσία. Πέρα από τη χρηματοδότηση του έργου με €657 εκατ. η κυβέρνηση ποντάρει στον ευρωπαϊκό παράγοντα στο θέμα του γεωπολιτικού ρίσκου. Θέμα για το οποίο η Κομισιόν με δημόσια τοποθέτηση διαβεβαίωσε ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα αξιοποιήσει «όλα τα διπλωματικά μέσα που έχει στη διάθεσή της» προκειμένου να προστατέψει το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Ελλάδας – Ισραήλ, Great Sea Interconnector (GSI).
Πηγή: Kathimerini
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΜεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη






