Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΤΟ «ΠΑΡΤΥ» ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ

Avatar photo

Published

on

ΤΟ «ΠΑΡΤΥ» ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ

14 Αυγούστου 1974: Δύο Μεραρχίες (20 χιλιάδες άντρες) με 225 άρματα, 200 ερπυστριοφόρα, υποστηριζόμενες από 120 πυροβόλα και κάτω από την απόλυτη κυριαρχία της Τουρκικής Αεροπορίας, ξεχύνονται στον κάμπο της Μεσαορίας για να ολοκληρώσουν το δίδυμο έγκλημα σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

2022: Γινόμαστε ξανά μάρτυρες της αυξανόμενης επιθετικότητας λόγω του Τουρκικού αναθεωρητισμού εις βάρος τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας.

Το ερώτημα που πρέπει να κυριαρχεί στη σκέψη μας αυτές τις μέρες, είναι κατά πόσον τα παθήματα της τραγωδίας του 1974, έχουν γίνει μαθήματα. Έχουμε διορθώσει τα λάθη και τις παραλείψεις της τότε εποχής ή συνεχίζουμε να στρουθοκαμηλίζουμε; (το γνωστό «κρύψε να περάσουμε»)

Η ουτοπική προσδοκία ότι κάποιος άλλος θα έρθει ως από μηχανής Θεός – τα ΗΕ, η ΕΕ, η Γαλλία, η Ελλάδα – για να μας προστατέψει σε μια ενδεχόμενη νέα Τουρκική επιχείρηση κατά της χώρας μας, δυστυχώς συνεχίζεται από τα ηττημένα μυαλά της πολιτικής ηγεσίας, που μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διχοτόμηση και τον πλήρη έλεγχο της πατρίδας μας από την Τουρκία. Η δε προσπάθεια του ΓΕΕΦ να καταγράψει σε έναν απολογισμό με αυτοκριτικό πνεύμα (Διδάγματα από τις Επιχειρήσεις του 1974, εκδοση ΓΕΕΦ, 2019) τα διδάγματα από την καταστροφή του 1974, παραμένουν ανεκμετάλλευτα.

Κάθε λαός προσβλέπει για την ασφάλεια του, στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας του. Μέσα σε αυτό τον μισό αιώνα κατοχής, διορθώθηκαν τα λάθη μας; Είμαστε καλύτεροι; Αλίμονο αν δεν είμαστε καλύτεροι.  Σίγουρα, όμως, υπάρχουν και πολλές παραλείψεις.

Το κυριότερο που έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα είναι ότι η Εθνική Φρουρά έχει μετατραπεί σε έναν απόλυτα Δημοκρατικό Στρατό, πιστό στους νόμους του κράτους, με το καταρτισμένο και πειθαρχημένο προσωπικό της να είναι έτοιμο να τηρήσει τον όρκο του προς την πατρίδα.

Αυτό που δεν μάθαμε και δεν πετύχαμε, το οποίο είναι και το ζητούμενο, είναι να καταστεί η ΕΦ ο απόλυτα αποτρεπτικός παράγοντας επανάληψης ενός πιθανού σεναρίου τύπου 1974.  Δεν έχουμε καταφέρει να οργανώσουμε ένα ισχυρό στράτευμα που θα είναι σε θέση – με πολλαπλές επιχειρησιακές δυνατότητες σε ξηρά, θάλασσα και αέρα – να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη συνεχιζόμενη απειλή που προέρχεται από τις Τουρκικές Δυνάμεις Κατοχής.

€5.541.640.130 το συνολικό ποσό της έκτακτης αμυντικής εισφοράς κατά την περίοδο 2004-2020.

Ο λαός για να αισθάνεται ασφαλής εμπιστεύτηκε μέχρι σήμερα δισεκατομμύρια ευρώ από το υστέρημα του στους πολιτικούς μας ηγέτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων τα εξανέμισαν δεξιά και αριστερά, εξυπηρετώντας αλλότριους πολιτικούς στόχους, παραμελώντας τις επιχειρησιακές ανάγκες της ΕΦ.

Ουσιαστικά, η πολιτική ηγεσία του τόπου εξαπατά τους Κύπριους πολίτες, δίνοντας την εντύπωση ότι σε περίπτωση νέας Τουρκικής επιχείρησης, θα επωμιστεί η Ελλάδα το μεγαλύτερο βάρος υπεράσπισης της Κύπρου, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα έχει τεράστιο χερσαίο και θαλάσσιο χώρο να καλύψει και ότι η δική μας αμυντική συνδρομή θα έπρεπε να ήταν καθοριστική.

Η Αμυντική Στρατηγική της χώρας, που καθορίζει πως θα αντιμετωπισθεί μεθοδικά μια νέα Τουρκική επιχείρηση, εγκρίθηκε μόλις το 2013 – 39 ολόκληρα χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974.

Επιπρόσθετα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις του τόπου δεν έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν την πολιτική βούληση να καταστρώσουν το Γενικό Σχέδιο Άμυνας της χώρας, το οποίο θα έπρεπε να προβλέπει σε περίπτωση εχθροπραξιών, τις κατευθυντήριες οδηγίες Άμυνας και να προσδιορίζει το ύψος ενός προϋπολογισμού 15ετιας έτσι ώστε να συνταχθεί μεθοδικά η μετεξέλιξη του στρατεύματος αλλά και η συγκρότηση ενός Εθνικού Κέντρο Συντονισμού.

Ακόμη χειρότερα, η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν φρόντισε ώστε να οργανωθεί μια ολοκληρωμένη αεράμυνα, ούτε να αναπτυχθεί το Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία. Ποιόν θα ενοχλούσε αν μαζί με την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία και Ναυτικό, προστίθεντο και οι Κυπριακές αντίστοιχες δυνάμεις;

Δεν μερίμνησαν ώστε η ΕΦ να στελεχωθεί στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό, επαναλαμβάνοντας ένα από τα κύρια μειονεκτήματα του 1974. Όσες προσπάθειες και αν έκαναν οι εκάστοτε ηγεσίες της ΕΦ, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, απευθύνονταν «σε ώτα μη ακουόντων». Αυτό που έκαναν στην πραγματικότητα, ήταν να μειώσουν τη στρατιωτική θητεία εξυπηρετώντας προεκλογικές σκοπιμότητες και μάλιστα χωρίς να προχωρήσουν στην πρόσληψη του απαραίτητου προσωπικού για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε, ως συνεπακόλουθο της απόφασης αυτής. Φέτος, μείωσαν και τα στελέχη που φοιτούν στις Στρατιωτικές Σχολές της Ελλάδα στα επίπεδα του 1974!

Ο Προϋπολογισμός Αμυντικής Θωράκισης παραπαίει αφημένος στα χέρια των εκάστοτε Υπουργών Άμυνας (Τουρκολόγοι και κτηματομεσίτες μεταξύ άλλων), οι οποίοι καθορίζουν μεταξύ άλλων το ύψος του και τις προτεραιότητες δαπανών χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις επί του αντικειμένου. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο 2013 – 2019, τα μέσα της ΕΦ έτειναν να απαξιωθούν πλήρως αφού οι «καθ’ ύλην αρμόδιοι» δεν διέθεσαν κονδύλια ούτε για το κόστος συντήρησης των υφισταμένων στρατιωτικών μέσων.

 

Η απόδειξη; Aπό τα €5.541.640.130 της έκτακτης αμυντικής εισφοράς (περίοδος 2004-2020), μόνο €1.237.710.221 διατέθηκαν για τις ανάγκες τις Εθνικής Φρουράς – μια τρύπα ύψους €4.303.929.909!!

Σημ 1: Κάποιοι κύκλοι  παραπλανούν χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι  το ισοζύγιο δυνάμεων στην Κύπρο είναι 1:1, παραγνωρίζοντας εσκεμμένα το γεγονός ότι η Τουρκία, σε αντίθεση με την Κυπριακή Δημοκρατία, έχει τη δυνατότητα ενίσχυσης των στρατιωτικών της δυνάμεων στη Κύπρο εν μία νυχτί.

Σημ 2: Τα πιο πάνω θέματα θα αναλυθούν διεξοδικά στην εκπομπή «hard_talk» του Vouli TV εντός Σεπτεμβρίου.

Άθως Σοφοκλέους

Δημοσιογράφος, Vouli TV

Continue Reading

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia