ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΤΟ «ΠΑΡΤΥ» ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
ΤΟ «ΠΑΡΤΥ» ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΩΝ ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΥΠΡΙΩΝ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
14 Αυγούστου 1974: Δύο Μεραρχίες (20 χιλιάδες άντρες) με 225 άρματα, 200 ερπυστριοφόρα, υποστηριζόμενες από 120 πυροβόλα και κάτω από την απόλυτη κυριαρχία της Τουρκικής Αεροπορίας, ξεχύνονται στον κάμπο της Μεσαορίας για να ολοκληρώσουν το δίδυμο έγκλημα σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
2022: Γινόμαστε ξανά μάρτυρες της αυξανόμενης επιθετικότητας λόγω του Τουρκικού αναθεωρητισμού εις βάρος τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας.
Το ερώτημα που πρέπει να κυριαρχεί στη σκέψη μας αυτές τις μέρες, είναι κατά πόσον τα παθήματα της τραγωδίας του 1974, έχουν γίνει μαθήματα. Έχουμε διορθώσει τα λάθη και τις παραλείψεις της τότε εποχής ή συνεχίζουμε να στρουθοκαμηλίζουμε; (το γνωστό «κρύψε να περάσουμε»)
Η ουτοπική προσδοκία ότι κάποιος άλλος θα έρθει ως από μηχανής Θεός – τα ΗΕ, η ΕΕ, η Γαλλία, η Ελλάδα – για να μας προστατέψει σε μια ενδεχόμενη νέα Τουρκική επιχείρηση κατά της χώρας μας, δυστυχώς συνεχίζεται από τα ηττημένα μυαλά της πολιτικής ηγεσίας, που μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη διχοτόμηση και τον πλήρη έλεγχο της πατρίδας μας από την Τουρκία. Η δε προσπάθεια του ΓΕΕΦ να καταγράψει σε έναν απολογισμό με αυτοκριτικό πνεύμα (Διδάγματα από τις Επιχειρήσεις του 1974, εκδοση ΓΕΕΦ, 2019) τα διδάγματα από την καταστροφή του 1974, παραμένουν ανεκμετάλλευτα.
Κάθε λαός προσβλέπει για την ασφάλεια του, στις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας του. Μέσα σε αυτό τον μισό αιώνα κατοχής, διορθώθηκαν τα λάθη μας; Είμαστε καλύτεροι; Αλίμονο αν δεν είμαστε καλύτεροι. Σίγουρα, όμως, υπάρχουν και πολλές παραλείψεις.
Το κυριότερο που έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα είναι ότι η Εθνική Φρουρά έχει μετατραπεί σε έναν απόλυτα Δημοκρατικό Στρατό, πιστό στους νόμους του κράτους, με το καταρτισμένο και πειθαρχημένο προσωπικό της να είναι έτοιμο να τηρήσει τον όρκο του προς την πατρίδα.
Αυτό που δεν μάθαμε και δεν πετύχαμε, το οποίο είναι και το ζητούμενο, είναι να καταστεί η ΕΦ ο απόλυτα αποτρεπτικός παράγοντας επανάληψης ενός πιθανού σεναρίου τύπου 1974. Δεν έχουμε καταφέρει να οργανώσουμε ένα ισχυρό στράτευμα που θα είναι σε θέση – με πολλαπλές επιχειρησιακές δυνατότητες σε ξηρά, θάλασσα και αέρα – να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη συνεχιζόμενη απειλή που προέρχεται από τις Τουρκικές Δυνάμεις Κατοχής.
€5.541.640.130 το συνολικό ποσό της έκτακτης αμυντικής εισφοράς κατά την περίοδο 2004-2020.
Ο λαός για να αισθάνεται ασφαλής εμπιστεύτηκε μέχρι σήμερα δισεκατομμύρια ευρώ από το υστέρημα του στους πολιτικούς μας ηγέτες, οι περισσότεροι εκ των οποίων τα εξανέμισαν δεξιά και αριστερά, εξυπηρετώντας αλλότριους πολιτικούς στόχους, παραμελώντας τις επιχειρησιακές ανάγκες της ΕΦ.
Ουσιαστικά, η πολιτική ηγεσία του τόπου εξαπατά τους Κύπριους πολίτες, δίνοντας την εντύπωση ότι σε περίπτωση νέας Τουρκικής επιχείρησης, θα επωμιστεί η Ελλάδα το μεγαλύτερο βάρος υπεράσπισης της Κύπρου, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα έχει τεράστιο χερσαίο και θαλάσσιο χώρο να καλύψει και ότι η δική μας αμυντική συνδρομή θα έπρεπε να ήταν καθοριστική.
Η Αμυντική Στρατηγική της χώρας, που καθορίζει πως θα αντιμετωπισθεί μεθοδικά μια νέα Τουρκική επιχείρηση, εγκρίθηκε μόλις το 2013 – 39 ολόκληρα χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974.
Επιπρόσθετα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις του τόπου δεν έχουν αποδείξει ότι διαθέτουν την πολιτική βούληση να καταστρώσουν το Γενικό Σχέδιο Άμυνας της χώρας, το οποίο θα έπρεπε να προβλέπει σε περίπτωση εχθροπραξιών, τις κατευθυντήριες οδηγίες Άμυνας και να προσδιορίζει το ύψος ενός προϋπολογισμού 15ετιας έτσι ώστε να συνταχθεί μεθοδικά η μετεξέλιξη του στρατεύματος αλλά και η συγκρότηση ενός Εθνικού Κέντρο Συντονισμού.
Ακόμη χειρότερα, η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν φρόντισε ώστε να οργανωθεί μια ολοκληρωμένη αεράμυνα, ούτε να αναπτυχθεί το Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία. Ποιόν θα ενοχλούσε αν μαζί με την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία και Ναυτικό, προστίθεντο και οι Κυπριακές αντίστοιχες δυνάμεις;
Δεν μερίμνησαν ώστε η ΕΦ να στελεχωθεί στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό, επαναλαμβάνοντας ένα από τα κύρια μειονεκτήματα του 1974. Όσες προσπάθειες και αν έκαναν οι εκάστοτε ηγεσίες της ΕΦ, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, απευθύνονταν «σε ώτα μη ακουόντων». Αυτό που έκαναν στην πραγματικότητα, ήταν να μειώσουν τη στρατιωτική θητεία εξυπηρετώντας προεκλογικές σκοπιμότητες και μάλιστα χωρίς να προχωρήσουν στην πρόσληψη του απαραίτητου προσωπικού για να καλυφθεί το κενό που δημιουργήθηκε, ως συνεπακόλουθο της απόφασης αυτής. Φέτος, μείωσαν και τα στελέχη που φοιτούν στις Στρατιωτικές Σχολές της Ελλάδα στα επίπεδα του 1974!
Ο Προϋπολογισμός Αμυντικής Θωράκισης παραπαίει αφημένος στα χέρια των εκάστοτε Υπουργών Άμυνας (Τουρκολόγοι και κτηματομεσίτες μεταξύ άλλων), οι οποίοι καθορίζουν μεταξύ άλλων το ύψος του και τις προτεραιότητες δαπανών χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις επί του αντικειμένου. Ως αποτέλεσμα, την περίοδο 2013 – 2019, τα μέσα της ΕΦ έτειναν να απαξιωθούν πλήρως αφού οι «καθ’ ύλην αρμόδιοι» δεν διέθεσαν κονδύλια ούτε για το κόστος συντήρησης των υφισταμένων στρατιωτικών μέσων.
Η απόδειξη; Aπό τα €5.541.640.130 της έκτακτης αμυντικής εισφοράς (περίοδος 2004-2020), μόνο €1.237.710.221 διατέθηκαν για τις ανάγκες τις Εθνικής Φρουράς – μια τρύπα ύψους €4.303.929.909!!
Σημ 1: Κάποιοι κύκλοι παραπλανούν χρησιμοποιώντας το επιχείρημα ότι το ισοζύγιο δυνάμεων στην Κύπρο είναι 1:1, παραγνωρίζοντας εσκεμμένα το γεγονός ότι η Τουρκία, σε αντίθεση με την Κυπριακή Δημοκρατία, έχει τη δυνατότητα ενίσχυσης των στρατιωτικών της δυνάμεων στη Κύπρο εν μία νυχτί.
Σημ 2: Τα πιο πάνω θέματα θα αναλυθούν διεξοδικά στην εκπομπή «hard_talk» του Vouli TV εντός Σεπτεμβρίου.
Άθως Σοφοκλέους
Δημοσιογράφος, Vouli TV
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record4 days agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Off the Record1 month agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 week agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ3 weeks agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
Off the Record1 month agoΟι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
-
Off the Record1 month agoΗ ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
-
Off the Record3 weeks agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record2 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο






