ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΙΑΦΘΟΡΑ | ΚΛΗΡΙΔΗΣ “ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ”
Η διαφθορά έχει απλώσει τα πλοκάμια της σχεδόν σε όλο το δημόσιο τομέα, καταγγέλλει σε συνέντευξη του στον «Φ» ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Κώστας Κληρίδης, υποδεικνύοντας, ότι όπου υπάρχει θέμα οικονομικού συμφέροντος ή δυνατότητας απόκτησης του υπάρχει και διαφθορά.
«Το δημόσιο συμφέρον σπάνια και κατ΄εξαίρεση πρυτανεύσει του ατομικού συμφέροντος» τονίζει ο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας, αποκαλύπτοντας παράλληλα πως έγινε δέκτης από διάφορες πλευρές, τόσο άμεσων όσο και έμμεσων παρεμβάσεων, για μη επίδειξη αυστηρότητας στις ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται με την κατάσταση της οικονομίας και των τραπεζών με βασικό επιχείρημα την αποφυγή πρόκλησης ζημιάς στις προσπάθειες βελτίωσης των τραπεζών και της οικονομικής σταθερότητας γενικότερα. Κληθείς να γίνει πιο συγκεκριμένος, ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρθηκε ότι αυτές οι παρεμβάσεις έγιναν από δικηγόρους και πολιτικούς, οι οποίοι δημόσια ζητούσαν την τιμωρία των ενόχων!
Στη συνέντευξη του ο κ. Κληρίδης δεν παραλείπει να επικρίνει τόσο το Δικαστήριο όσο και το συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου που επέλεξαν τη σιωπή μπροστά στην «ανοίκεια, αήθη και απρόκλητη επίθεση» που δέχθηκε από τον δικηγόρο Πόλυ Πολυβίου και εξηγεί τους λόγους που ο κ. Πολυβίου από φίλος μετατράπηκε σε πολέμιό του και από υποστηρικτής του έργου του σε σφοδρό κατήγορο του.
Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επιρρίπτει τις ευθύνες για την κατάρρευση της οικονομίας του τόπου σε πολιτικούς, τους οποίους καταγγέλλει ότι σε μια προσπάθεια να απεκδυθούν των πολιτικών ευθυνών αλλά και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, εστίασαν και διοχέτευσαν τα πάντα προς την πλευρά των ποινικών ευθυνών, εκμεταλλευόμενοι τη λαϊκή οργή και απαίτηση για τιμωρία ενόχων, ενώ ουδείς ανάλαβε οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη.
-Με βάση τα όσα προσωπικά έχετε βιώσει τα τελευταία έξι χρόνια ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας, ποια θεωρείται ότι είναι η έκταση της διαφθοράς στην Κύπρο;
-Από την ανάληψη των καθηκόντων μου πριν από έξι χρόνια ως προϊστάμενος της Νομικής Υπηρεσίας μέχρι σήμερα, τόσο από την πλευρά των ποινικών υποθέσεων όσο και από την πλευρά της άσκησης των γενικότερων άλλων καθηκόντων μου ως νομικού συμβούλου του κράτους, έχω σχηματίσει την εικόνα ύπαρξης διαφθοράς σε έκταση πολύ μεγαλύτερη από οποιανδήποτε είχα υπόψιν μου ως μέσος πολίτης. Παντού, σχεδόν, στον δημόσιο τομέα, όπου υπάρχει θέμα οικονομικού συμφέροντος ή δυνατότητας απόκτησής του, υπάρχει και διαφθορά. Το δημόσιο συμφέρον σπάνια και κατ’ εξαίρεση είναι που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να πρυτανεύσει του ατομικού συμφέροντος.
Αυτό άλλωστε μπορεί εύκολα να τεκμηριωθεί εξετάζοντας τον μακρύ κατάλογο των περιπτώσεων οικονομικού εγκλήματος και διαφθοράς στο δημόσιο και των προσώπων που είχαν αναμειχθεί σ’ αυτές που τελικά οδηγήθηκαν στα Δικαστήρια. Υπενθυμίζω, ενδεικτικά και καθόλου εξαντλητικά, τις ακόλουθες περιπτώσεις δημόσιων προσώπων που κατηγορήθηκαν για τέτοιας φύσεως ποινικά αδικήματα κατά τα τελευταία έξι χρόνια: πρώην Διοικητής Κεντρικής Τράπεζας, Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα, πρώην υπουργός, εν ενεργεία δήμαρχοι, πρώην δήμαρχος, εν ενεργεία μέλη δημοτικών συμβουλίων, μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων, ανώτατα στελέχη Τραπεζών/Συνεργατισμού, πρόεδρος και μέλη Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου, διευθυντής κρατικού νοσοκομείου, κοινοτάρχες, πρώην κοινοτάρχες κ.λπ.
Κατά την άποψή μου, ο καλύτερος και αποτελεσματικότερος τρόπος αποτροπής τέτοιων φαινομένων είναι το να δοθεί το μήνυμα ότι η ατιμωρησία τερματίζεται. Ότι όποιος ενέχεται στη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος και μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναντίον του ικανοποιητική υπόθεση, θα διώκεται ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Και πιστεύω, ότι αυτό το μήνυμα έχει, ήδη, δοθεί .
-Δεχθήκατε παρεμβάσεις για να κλείσετε τα μάτια σε διάφορες υποθέσεις που ήταν ενώπιόν σας;
-Ουδέποτε δέχθηκα οποιεσδήποτε παρεμβάσεις για να συγκαλύψω ή να μην προωθήσω οποιαδήποτε υπόθεση ήταν ενώπιόν μου. Έχω την εντύπωση ότι προτού κάποιος επιχειρήσει να προβεί σε τέτοιου είδους παρέμβαση θα πρέπει να πιστεύει ότι υπάρχουν τουλάχιστον κάποιες πιθανότητες να επιτύχει ένα θετικό αποτέλεσμα. Θα πρέπει εντούτοις να ομολογήσω, ότι σε όχι σπάνιες περιπτώσεις, έχω γίνει δέκτης, όχι παρεμβάσεων αλλά παρακλήσεων ως προς επίδειξη, για παράδειγμα επιείκειας όπως επίσης και συμβουλών ως προς τις ενδεχόμενες επιπτώσεις εάν μια απόφαση μου έκλινε προς τη μια ή την άλλη πλευρά. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οποιαδήποτε τυχόν στοιχεία προβάλλονται μπορούν μόνο να ληφθούν υπόψιν αν τεκμηριώνονται και συνδέονται με το γενικότερο στοιχείο του δημόσιου συμφέροντος ή της επίδειξης επιείκειας για καθαρά ανθρωπιστικούς λόγους, διαφορετικά θα πρέπει να αγνοούνται.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ: Ασύλληπτο το μέγεθος της διαφθοράς στην Κύπρο
Σε σχέση ειδικότερα με τις ποινικές υποθέσεις που σχετίζονται με την κατάσταση της οικονομίας και των τραπεζών, θα πρέπει να αναφέρω ότι έγινα δέκτης από διάφορες πλευρές, τόσο άμεσων όσο και έμμεσων παρεμβάσεων, για μη επίδειξη αυστηρότητας, με βασικό επιχείρημα την αποφυγή πρόκλησης ζημιάς στις προσπάθειες βελτίωσης των τραπεζών και της οικονομικής σταθερότητας γενικότερα. Παρεμβάσεις τις οποίες ασφαλώς δεν έλαβα υπόψιν.
-Από ποιους έγιναν αυτές οι παρεμβάσεις; Σε ποιους αναφέρεστε;
-Αυτές οι παρεμβάσεις έγιναν από δικηγόρους και από πολιτικά πρόσωπα. Από πρόσωπα τα οποία τις παρουσίαζαν ως παραινέσεις παρά ως παρεμβάσεις και τα οποία, μάλιστα, τότε και έκτοτε, απαιτούσαν την τιμωρία όσων ενέχονται στα υπό διερεύνηση αδικήματα!
-Τραπεζίτες που φέρονταν να είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κατάρρευση της οικονομίας του τόπου αθωώθηκαν στα Δικαστήρια. Οι επικριτές σας, σας καταλογίζουν προσωπική ευθύνη για την εξέλιξη αυτή.
-Είχα ευθύς εξ αρχής από το 2013 καταστήσει σαφές και επανειλημμένα έκτοτε είχα προσπαθήσει να γίνει κατανοητό, ότι η κατάρρευση της οικονομίας δεν είναι το αποτέλεσμα διάπραξης ποινικών αδικημάτων ούτε και είναι το έργο ποινικών ανακριτών να διερευνήσουν και να εντοπίσουν υπεύθυνους και ενόχους της κατάρρευσης.
Όλα αυτά τα θέματα ανάγονται στις αρμοδιότητες ερευνητικών επιτροπών. Και είχε διοριστεί κατά το 2013 Ερευνητική Επιτροπή, η οποία παρά τους κάποιους περιορισμούς στους οποίους η ίδια υποβλήθηκε για τους λόγους που εξήγησε, προχώρησε στην έκδοση έκθεσης με ξεκάθαρα ευρήματα για ευθύνες εναντίον κατονομαζόμενων οργάνων και θεσμών.
Οι ευθύνες είναι κατά κύριο λόγο πολιτικές και ανάγονται σε θέματα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, σε ανεπάρκειες εποπτικού ελέγχου, στη μη έγκαιρη λήψη ορθών ή διορθωτικών αποφάσεων στα θέματα της οικονομίας κ.λπ.
Σε μια, όμως, εμφανή προσπάθεια απέκδυσης πολιτικών ευθυνών και αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, κάποιοι εστίασαν και διοχέτευσαν τα πάντα προς την πλευρά ποινικών ευθυνών, εκμεταλλευόμενοι τη λαϊκή οργή και απαίτηση για τιμωρία ενόχων ενώ ουδείς ανέλαβε οποιαδήποτε πολιτική ευθύνη.
Ως αποτέλεσμα του ανακριτικού έργου που διεξήχθη από πολυμελή ανακριτική ομάδα της Αστυνομίας υπό την επίβλεψη ξένων εμπειρογνωμόνων και υπό την καθοδήγηση της Νομικής Υπηρεσίας, ένας περιορισμένος αριθμός υποθέσεων που αφορούσαν τράπεζες και τραπεζίτες οδηγήθηκαν στα Δικαστήρια, με τις μόνες κατηγορίες που κατέστη δυνατόν να στοιχειοθετηθούν με βάση το ανακριτικό έργο.
Κάποιοι υψηλόβαθμοι τραπεζίτες καταδικάστηκαν και τους επιβλήθηκαν ψηλά πρόστιμα, ενώ εκκρεμεί και έφεση για ανεπάρκεια των ποινών, κάποιος καταδικάστηκε σε φυλάκιση πλην όμως με τη γνωστή απόφαση του Εφετείου αθωώθηκε, άλλοι απαλλάγηκαν σε προδικαστικό στάδιο και για άλλους εκκρεμεί υπόθεση προς εκδίκαση. Οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις έχουν δημοσιοποιηθεί και μπορούν να καταστούν αντικείμενο νομικής κριτικής.
Είναι, όμως, ίσως η πρώτη φορά που οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο υψηλόβαθμοι τραπεζικοί σε σχέση με αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και πιστεύω ότι έχει τουλάχιστον δοθεί το μήνυμα, ότι εκεί όπου εντοπίζονται οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα από οποιονδήποτε και αν έχουν αυτά διαπραχθεί, θα καθίστανται αντικείμενο δίωξης.
-Οι αποκαλύψεις του αδελφού σας και δικηγόρου Νίκου Κληρίδη για τα παιδιά Δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εργοδοτούνται στο δικηγορικό γραφείο του κ. Πόλυ Πολυβίου όπως και οι δικές σας αποκαλύψεις για τους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς υποθέσεων αξιογράφων μεταξύ στενών συγγενών του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μύρωνα Νικολάτου και της Τράπεζας Κύπρου, με δικηγόρο τον κ. Πολυβίου, αδιαμφισβήτητα έχουν προκαλέσει ρήγμα στις σχέσεις σας με Δικαστές του Ανωτάτου που είναι και πρώην συνάδελφοι σας. Αληθεύει ότι θεωρείστε «persona non grata» στο Ανώτατο Δικαστήριο; Είναι όντως εχθρικό το κλίμα προς το πρόσωπο σας;
-Τα στοιχεία τα οποία είχαν δημοσιοποιηθεί τον Δεκέμβριο του περασμένου χρόνου και τον Ιανουάριο αυτού του χρόνου στα οποία αναφέρεστε, κατέστησαν αντικείμενο έντονων δημόσιων συζητήσεων ως προς μια πολύ σημαντική πτυχή της απονομής της δικαιοσύνης, εκείνη δηλαδή που αφορά στη διασφάλιση της αντικειμενικής αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών. Είναι βασική αρχή του δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται.
Ως αποτέλεσμα των όσων είχαν δημοσιοποιηθεί, αναδείχθηκε η ύπαρξη προβλημάτων και κενών στις υφιστάμενες ρυθμίσεις ως προς το πότε θα πρέπει να εξαιρείται ένας δικαστής από την εκδίκαση υποθέσεων στις οποίες δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον. Ενόψει δε και της εμπλοκής της Επιτροπής Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) η οποία είχε προηγουμένως προβεί σε σχετικές συστάσεις, λήφθηκαν στη συνέχεια κάποια μέτρα κάλυψης των κενών που εντοπίστηκαν.
Είναι γεγονός ότι τα πιο πάνω συμβάντα έχουν δημιουργήσει ρήγμα στις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και κάποιων πρώην συναδέλφων του δικαστών. Εκείνο, όμως, που έχει τελικά μεγαλύτερη σημασία δεν είναι οι καλές προσωπικές σχέσεις αλλά το κοινό όφελος που προκύπτει από την ανάδειξη και αντιμετώπιση προβλημάτων που σοβούν εδώ και χρόνια.
-Είναι ηλίου φαεινότερον ότι ο κ. Πολυβίου δεν θέλει να σας βλέπει ούτε ζωγραφιστό. Και αυτό, πλέον, δεν μπορεί να το κρύψει. Την τελευταία φορά που συναντηθήκατε ήταν σε δικαστική αίθουσα και σας κατηγόρησε ότι «είστε αίσχος για τη Δικαιοσύνη της Κύπρου». Μετά, βεβαίως, απολογήθηκε. Πόσο σας προβληματίζει το γεγονός αυτό και κατά πόσο θα έπρεπε ο κ. Πολυβίου να λογοδοτήσει ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου;
-Είναι πραγματικά εντυπωσιακό και αυτό το έχω επισημάνει πολλές φορές, το πώς μπορεί με κάποια αφορμή, να μετατραπεί κάποιος από φίλος σε πολέμιος, από υποστηρικτής του έργου σου σε σφοδρό κατήγορο σου. Και η αιτία ασφαλώς, δεν ήταν κάτι που λέχθηκε ή συνέβηκε μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου.
Αιτία για τη μεταστροφή αυτή, ήταν οι γνωστές αποκαλύψεις που είχαν γίνει εντός Δεκεμβρίου 2018 σχετικά με επαγγελματικές σχέσεις στενών συγγενών δικαστών με το γραφείο του εν λόγω δικηγόρου, καθώς επίσης και σχετικά με τον εξωδικαστικό συμβιβασμό υποθέσεων στενών συγγενών του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αγωγές εναντίον της Τράπεζας Κύπρου. Επρόκειτο για μια ανοίκεια, αήθη και απρόκλητη επίθεση, ένα ξέσπασμα εντός αίθουσας Δικαστηρίου το οποίο το ίδιο το Τριμελές Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διαπράχθηκε δεν έπρεπε να αφήσει να περάσει απαρατήρητο, καθ΄ όσον μάλλον ο καθ΄ου η επίθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είχε ζητήσει την προστασία του Δικαστηρίου.
Δυστυχώς ακόμα, το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, του οποίου κατά νόμο Πρόεδρος είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, τήρησε σιωπή. Συμπεριφορές αυτού του τύπου προσβάλλουν και μειώνουν εκείνους που τις εκδηλώνουν, η δε εκ των υστέρων απολογία και απόσυρση χαρακτηρισμών με εμφανή στόχο την αποφυγή επιπτώσεων καμία δεν έχουν αξία. Ο καθείς μας, όμως, τίθεται υπό την κρίση του απλού πολίτη.
-Μετά την κατσάδα που δέχθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο από το ΕΔΑΔ και τις αποκαλύψεις για παιδιά δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εργοδοτούνται στο δικηγορικό γραφείο του κ. Πολυβίου, ο οποίος, εμφανίζεται σε δεκάδες υποθέσεις ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συντάχθηκε (από τον Ανώτατο Δικαστήριο) ένας Κώδικας Δεοντολογίας που φαίνεται να αποκλείει τα όποια φαινόμενα διαπλοκής και σύγκρουσης συμφερόντων. Έτσι έχουν τα πράγματα;
-Μετά τα γνωστά συμβάντα και αποκαλύψεις και κυρίως μετά τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε αλλά και λόγω των γνωστών συστάσεων και παρεμβάσεων της Επιτροπής GRECO, λήφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο κάποια μέτρα που εμφανώς συνδέονταν με τα διαδραματισθέντα και στόχευαν στην κάλυψη κενών και κακώς εχόντων πραγμάτων.
Τροποποιήθηκε έτσι η σχετική υφιστάμενη Δικαστική Πρακτική, η οποία, διέπει τα της εξαίρεσης δικαστών σε κάποιες περιπτώσεις, ούτως ώστε, από τούδε και στο εξής να απαγορεύεται σε δικαστή να εκδικάζει υποθέσεις στις οποίες εμφανίζεται και εκπροσωπεί διάδικο, δικηγόρος στο γραφείο του οποίου εργοδοτείται στενός συγγενής (όπως γιος, θυγατέρα, αδελφός κ.λπ.) του δικαστού.
Προηγουμένως, απαγορευόταν στον ίδιο τον στενό συγγενή-δικηγόρο να εμφανίζεται ενώπιον του δικαστού με τον οποίο συνδέεται με συγγένεια, αλλά ήταν επιτρεπτό να εμφανίζεται άλλος δικηγόρος του ίδιου γραφείου στο οποίο εργοδοτείται και ο συγγενής-δικηγόρος του δικαστού. Αυτό είναι σίγουρα μια θετική εξέλιξη προς το σκοπό της διασφάλισης των αρχών της αντικειμενικής αμεροληψίας των δικαστικών λειτουργών.
Δυστυχώς, όμως, στην πιο πάνω απαγόρευση προστέθηκε μια εξαίρεση, ήτοι ότι αυτή δεν ισχύει και δεν εφαρμόζεται σε εμφανίσεις δικηγόρων ενώπιον της πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήτοι του οργάνου εκείνου που απαρτίζεται από επτά δικαστές και άνω και επιλαμβάνεται των πλέον σοβαρών υποθέσεων πάσης μορφής.
Ένα άλλο μέτρο το οποίο λήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο λίγο πριν την επίσκεψη του κλιμακίου της Επιτροπής GRECO στην Κύπρο ήταν η για πρώτη φορά θέσπιση ενός Οδηγού Συμπεριφοράς Δικαστών. Η επάρκεια του Οδηγού/Κώδικα αναμένεται να αξιολογηθεί και να κριθεί από την Επιτροπή GRECO μετά τον Δεκέμβριο αυτού του χρόνου και με αυτό ως δεδομένο, δεν θα ήθελα να παραθέσω οποιαδήποτε δικά μου σχόλια.
Αξίζει, όμως, να σημειωθεί ότι αυτός ο Οδηγός/Κώδικας είχε θεσπιστεί κατόπιν συστάσεως της GRECO ενώ κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο, ο Πρόεδρος της Επιτροπής κ. Μαρσέλα υπογράμμισε ότι θα πρέπει να υπάρχει όχι μια γενική δήλωση αρχών δεοντολογίας και συμπεριφοράς δικαστών αλλά ένας λεπτομερής και εφαρμόσιμος κώδικας.
-Το τελευταίο διάστημα έχουν μεσολαβήσει αρκετά γεγονότα περιλαμβανομένων και των δικών σας καταγγελιών που είχαν ως αποτέλεσμα να πλήξουν το κύρος του Δικαστικού Σώματος. Θεωρείται, ότι επιβάλλεται, πλέον, να περνούν από «Πόθεν Έσχες» και οι Δικαστές; Και γιατί όχι και ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός του εφόσον υπάρχει και το προηγούμενο της καταδίκης του Ρίκκου Ερωτοκρίτου για διαφθορά.
-Είναι η άποψη μου, ότι ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενδεχόμενων συνταγματικής φύσεως προβλημάτων τα οποία μπορούν κατάλληλα να αντιμετωπιστούν και παρά τον σεβασμό προς την υπόληψη και ακεραιότητα με την οποία πρέπει να περιβάλλονται ανεξάρτητοι κρατικοί και πολιτειακοί λειτουργοί, εν τούτοις, κανένας δεν πρέπει να είναι απόλυτα υπεράνω υποψίας και όλοι θα πρέπει να υπάγονται στους κανόνες διαφάνειας ακόμα και για σκοπούς δικής τους προστασίας από ατεκμηρίωτες και άδικες κατηγορίες ή απλές υποψίες.
-Πολύ σύντομα θα αφυπηρετήσετε. Θεωρείται ότι ο διάδοχός σας θα πρέπει να προέρχεται από το Δικαστικό Σώμα;
-Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την κείμενη νομοθεσία, υπηρετεί υπό τους ίδιους όρους όπως και οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αφυπηρετεί, επομένως, στο 68ο έτος της ηλικίας του που στη δική μου περίπτωση τοποθετείται αρχάς Ιουλίου του 2020 μη λαμβανομένης, όμως, υπόψη περιόδου άδειας απουσίας στην οποία εδικαιούμην αλλά δεν χρησιμοποίησα. Σε καμιά περίπτωση δεν θεωρώ ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα πρέπει να προέρχεται από το Δικαστικό Σώμα αν και αυτή είναι σίγουρα μια δυνατότητα.
Το διορισθησόμενο πρόσωπο θα πρέπει, σύμφωνα με το Σύνταγμα, να κατέχει τα προσόντα διορισμού στη θέση δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα πρέπει, δηλαδή, να έχει τουλάχιστον 12ετή άσκηση της δικηγορίας ή υπηρεσία σε δικαστική θέση και να είναι υψηλού ηθικού επιπέδου. Εκείνο το οποίο έχω επανειλημμένα δηλώσει και το επαναλαμβάνω, είναι ότι με δεδομένο το γεγονός ότι το αξίωμα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι αξίωμα κατ’ εξοχήν ανεξάρτητου πολιτειακού αξιωματούχου θα πρέπει να αποφεύγεται διορισμός στο αξίωμα τούτο, προσώπου το οποίο έχει έντονη πολιτική και κομματική δραστηριότητα, για ευνόητους λόγους.
Οι καταβολές ενός τέτοιου προσώπου δεν θα μπορούν εύκολα να τον οδηγήσουν με επιτυχία μέσα από τη δοκιμασία των αρχών της φαινόμενης αμεροληψίας, ιδιαίτερα σε πολλές περιπτώσεις όπου πρόσωπα ή πράγματα που εμπλέκονται στις αποφάσεις και τις συμβουλές του Γενικού Εισαγγελέα έχουν πολιτική/κομματική χροιά ή θα μπορούσε να τους αποδοθεί τέτοια χροιά.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
voulitv3 weeks ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΤέλος εποχής για τον Κιρ Στάρμερ – Παραιτήθηκε από πρωθυπουργός
-
Off the Record1 month agoΤο κλάμα γλίτωσε Υπ. Παιδείας από ανασχηματισμό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΝέα εξέλιξη στην υπόθεση Αριστοτέλους – Το Υπουργικό εισηγείται εκ νέου διαθεσιμότητα
-
#exAformis1 month agoΌταν η Δικαιοσύνη καλείται να κρίνει… τον ίδιο της τον εαυτό
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή2 weeks agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΣυνεδριάζει το νέο Εθνικό Συμβούλιο – Δεν παρίσταται ο Νίκος Αναστασιάδης
-
MILITAIRE1 month agoΟ μέγας Εθνικός Κίνδυνος για το Κυπριακό
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΜεταξύ Άγκυρας και Τουρκοκυπρίων: Ο Έρχιουρμαν χάνει την πολιτική ισορροπία
-
Off the Record1 month agoΔυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη






