ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
100 χώρες αντιμετωπίζουν την πιο βαθιά κρίση χρέους στην ιστορία τους
Τη χειρότερη κρίση χρέους στην ιστορία τους αντιμετωπίζουν οι περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες παγκοσμίως. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη που εκπονήθηκε από την ομάδα εκστρατείας Debt Relief International για λογαριασμό της οργάνωσης «Νορβηγική Εκκλησιαστική Βοήθεια», περισσότερες από εκατό αναπτυσσόμενες χώρες αδυνατούν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους. Οπως εκτιμάται, σχεδόν ο μισός προϋπολογισμός των περισσότερων εξ’ αυτών των χωρών, δαπανάται για την αποπληρωμή των πιστωτών τους. Σε αυτούς τους πιστωτές συμπεριλαμβάνονται κατά κύριο λόγο ιδιωτικοί ομολογιούχοι, η Παγκόσμια Τράπεζα και η Κίνα. Οι περικοπές στις δημόσιες επενδύσεις, την κοινωνική προστασία και στα μέτρα για την κλιματική κρίση είναι τεράστιες κι ενώ η ανισότητα συνεχώς διευρύνεται. Η άμεση ελάφρυνση του χρέους σύμφωνα με την έρευνα είναι πιο αναγκαία από ποτέ, αφού οι συνθήκες χειροτέρεψαν και εξαιτίας της υγειονομικής πανδημίας.
«Μακροχρόνια κρίση που θα παραμείνει»
Βάσει όσων αναγράφονται στην επίμαχη έρευνα, το 2024, η εξυπηρέτηση του χρέους απορροφά κατά μέσο όρο το 41,5% των εσόδων του προϋπολογισμού, το 41,6% των δαπανών και το 8,4% του ΑΕΠ σε περισσότερες από εκατό αναπτυσσόμενες χώρες. Οπως αναγράφεται στην έρευνα, αυτοί οι αριθμοί «είναι πολύ υψηλότεροι από εκείνους πριν από την ελάφρυνση που δόθηκε στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του 1980 και στις Βαριά Υπερχρεωμένες Φτωχές Χώρες (HIPC) από το 1996».
Εξόχως σημαντικό είναι ότι αυτές οι δαπάνες για την εξυπηρέτηση του χρέους, υπερβαίνουν κατά πολύ όλες τις κοινωνικές δαπάνες. Είναι ενδεικτικό ότι σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, ότι είναι κατά μέσο όρο «2,7 φορές υψηλότερες από τις δαπάνες για την εκπαίδευση, 4,2 φορές υψηλότερες από τις δαπάνες για την υγεία, 11 φορές υψηλότερες από τις δαπάνες για την κοινωνική προστασία και 54 φορές υψηλότερες από τις δαπάνες για την κλιματική προσαρμογή».
Το ακόμη πιο δυσοίωνο σύμφωνα με την έρευνα, είναι ότι πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη κρίση, με υψηλή εξυπηρέτηση του χρέους και βάρη «που προβλέπεται από το ΔΝΤ ότι θα παραμείνουν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030». Αυτό σημαίνει ότι ούτε η προσωρινή αναβολή της εξυπηρέτησης των χρεών μπορεί να επιλύσει την κρίση. Αλλωστε, βάσει της έρευνας, οι πιστωτές στους οποίους οφείλονται τα χρέη είναι τόσο διαφοροποιημένοι, που η ουσιαστική ελάφρυνση θα απαιτήσει τη συμμετοχή εξωτερικών και εσωτερικών ομολογιούχων και σε ορισμένες περιπτώσεις και των πολυμερών πιστωτών.
Υποχρεώσεις που ξεπερνούν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια
Αυτή η νέα κρίση χρέους, που είναι σύμφωνα με την έρευνα «η πιο σοβαρή που έχουν αντιμετωπίσει ποτέ οι αναπτυσσόμενες χώρες», συσσωρεύεται εδώ και περίπου μια δεκαετία. Οπως αναφέρεται, ωθήθηκε αρχικά από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09 και την πτώση των τιμών των βασικών εμπορευμάτων την περίοδο 2014-16. Επειτα, η πανδημία της Covid-19 επιδείνωσε την κρίση, με αποτέλεσμα στα τέλη του 2023, οι χώρες σε όλες τις αναπτυσσόμενες περιοχές –εκτός της Ευρώπης-, να αντιμετωπίζουν «υπερβολικό μέσο βάρος χρέους». Είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με την έρευνα, οι πραγματικές και δυνητικές υποχρεώσεις πολλών χωρών, εξαιτίας συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα ξεπερνούν το ένα τρισεκατομμύριο δολάρια.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι οι χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο, «δεν είναι εκείνες που είχαν λάβει προηγουμένως ελάφρυνση χρέους, αλλά εκείνες που είχαν υπερβολική πρόσβαση στις παγκόσμιες και εθνικές κεφαλαιαγορές μετά το 2010». Συνολικά, μόλις 33 από τις συνολικά 151 αναπτυσσόμενες χώρες που αξιολογήθηκαν δεν έχουν κανένα πρόβλημα χρέους.
Ενα επιπλέον βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι πιστωτές έχουν αλλάξει σημαντικά από το 2000. Μερίδα χρέους «προς την Κίνα και τις παγκόσμιες αγορές ομολόγων έχει επίσης αυξηθεί ραγδαία», κι ενώ οι πολυμερείς πιστωτές -ειδικά η Παγκόσμια Τράπεζα-, κατέχουν συνολικά το 46% αυτών των χρεών.
Το κοινό πλαίσιο της G20
Προκειμένου να αντιμετωπίσει την ολοένα και αυξανόμενη κρίση, το 2020 η G20 εγκαινίασε ένα κοινό πλαίσιο, προκειμένου να επιταχυνθεί και να απλοποιηθεί η διαδικασία ελάφρυνσης του χρέους. Δεδομένου όμως ότι μεγάλο μέρος του χρέους είναι προς την Κίνα και ιδιώτες ομολογιούχους, η πρόοδος αυτού του του κοινού πλαισίου, προς το παρόν κινείται με πολύ αργούς ρυθμούς.
Αλλωστε, βάσει της έκθεσης, το κοινό πλαίσιο που συμφώνησε η G20, «υπολείπεται κατά πολύ των προσδοκιών όσον αφορά την έγκαιρη εφαρμογή, τη συμμετοχή των πιστωτών και την κλίμακα της παρεχόμενης ελάφρυνσης». Δεδομένου ότι βάσει αυτού του πλαισίου, οι χώρες θα εξακολουθούσαν να πληρώνουν κατά μέσο όρο το 48% των εσόδων του προϋπολογισμού τους για την εξυπηρέτηση μετά την ελάφρυνση, οι χώρες που υπέβαλαν αίτηση για να ενταχθούν στη διαδικασία ήταν λίγες.
Μέτρα για τη μείωση της ανισότητας
Παρά τους συχνά αντίθετους ισχυρισμούς, περίπου οι μισοί από τους περίπου 18,6 εκατομμύρια θανάτους που καταγράφηκαν εξαιτίας της πανδημίας Covid-19, σημειώθηκαν στον παγκόσμιο Νότο.
Οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν άμεσες: στην πλειοψηφία των αναπτυσσόμενων χωρών –εκτός από της ανατολική Ασία-, ανακλήθηκαν σύντομα τα μέτρα υγειονομικής προστασίας, επειδή σε διαφορετική περίπτωση «εκατομμύρια άνθρωποι θα οδηγούνταν στη φτώχεια». Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη την ίδια περίοδο, εξαιτίας της κατάρρευσης της ζήτησης από τις αγορές των πλουσιότερων χωρών για τις εξαγωγές και τον τουρισμό αυτών των χωρών.
Παράλληλα, ιδιαίτερο πρόβλημα παρουσιάζεται εξαιτίας της ανισότητας που έχει αυξηθεί απότομα στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς «οι πλουσιότεροι συνεχίζουν να συσσωρεύουν περιουσίες που βασίζονται σε κέρδη από χρηματοοικονομικές επενδύσεις, ακίνητα και κληρονομιές, ενώ οι φτωχότεροι πολίτες δεν διαθέτουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία».
Σύμφωνα με την έρευνα, οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι για τη μείωση της ακραίας φτώχειας και της ανισότητας, είναι η δημιουργία καθολικά δωρεάν δημόσιων υπηρεσιών, ιδίως στην εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική προστασία. Προτείνεται επίσης η ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων –ιδίως για τις γυναίκες-, συμπεριλαμβανομένων των υψηλότερων κατώτατων μισθών και της επισημοποίησης των συμβάσεων εργασίας. Μέρος αυτών των στόχων, «μπορεί να προέλθει από την προοδευτική φορολογία, διασφαλίζοντας ότι όλοι οι πολίτες φέρουν το δίκαιο μερίδιό τους από το φορολογικό βάρος».
Προτάσεις για την ελάφρυνση του χρέους
Στη μελέτη προτείνεται μια σειρά μέτρων που θα μπορούσαν να δώσουν λύση στη μαζική κρίση χρέους που αντιμετωπίζουν οι αναπτυσσόμενες χώρες. Κάποιες από τις βασικές προτάσεις είναι ότι η ελάφρυνση του χρέους θα πρέπει να είναι διαθέσιμη σε χώρες όλων των εισοδηματικών επιπέδων και περιφερειών, προσαρμοσμένη στις ανάγκες τους. Επίσης, αυτή η ελάφρυνση θα πρέπει να παρέχεται γρήγορα και με άμεση αναστολή πληρωμών όταν μια χώρα υποβάλλει αίτηση για ελάφρυνση.
Προτείνεται επίσης η ελάφρυνση του χρέους «να συμπεριλαμβάνει όλους τους πιστωτές, αξιοποιώντας νομικά και κανονιστικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία στο παρελθόν».
Παράλληλα, προκειμένου να μειωθεί ο κίνδυνος μελλοντικών κρίσεων χρέους, η μελέτη συνιστά μεταξύ άλλων, η ελάφρυνση του χρέους και ο νέος δανεισμός να καταστούν πλήρως διαφανείς και υπόλογοι στα κοινοβούλια, τους πολίτες και τις ελεγκτικές υπηρεσίες στις αναπτυσσόμενες χώρες και στις χώρες- πιστωτές. Επίσης, προτείνεται η τροποποίηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς «για την αποτροπή του διεφθαρμένου ή ληστρικού δανεισμού», καθώς και η δραστική ενίσχυση των προσπαθειών για την ανάπτυξη της ικανότητας των αναπτυσσόμενων χωρών να διαπραγματεύονται την ελάφρυνση του χρέους και τον νέο δανεισμό.
Πηγή: Kathimerini
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
-
voulitv1 month ago52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 month agoΚατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων
-
Off the Record1 month agoΗ ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ2 weeks agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 month agoΗ πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή1 day agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
Off the Record1 month agoΗ ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό
-
Off the Record4 weeks agoΟι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα
-
Off the Record1 month agoΝτόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών
-
Off the Record2 weeks agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος






