Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Η πρώτη ανάγνωση της απόφασης για παραχώρηση κρατικής γης στα πανεπιστήμια

Published

on

Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για παραχώρηση κρατικής γης για σκοπούς ίδρυσης και λειτουργίας ακαδημαϊκών ιδρυμάτων έρχεται να ταράξει τα νερά στον τομέα της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Προεδρίας, σκοπός της συγκεκριμένη απόφασης, η οποία εντάσσεται στο πλάνο για τα μέτρα ανάπτυξης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αποσκοπεί στην ενθάρρυνση αναπτύξεων στο χώρο, προσέλκυση επενδύσεων, αξιοποίηση του ενδιαφέροντος επέκτασης των τοπικών και ξένων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, δημιουργία επιπλέον επιλογών και ευκαιριών για Κύπριους και ξένους φοιτητές, όπως και στην αξιοποίηση της κρατικής γης για το δημόσιο συμφέρον. Οι τροποποιητικοί Κανονισμοί που αποφάσισε το Υπουργικό θα κατατεθούν στη Βουλή για συζήτηση και ψήφιση σε μεταγενέστερο στάδιο.

Λίγες μέρες μετά την ομόφωνη απόφαση της Επιτροπής Παιδείας για παράταση της εξέτασης του νομοσχεδίου για τη δημιουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων στην Κύπρο, η Κυβέρνηση έρχεται να βάλει περαιτέρω πίεση προχωρώντας στην απόφαση για παραχώρηση γης στα πανεπιστήμια, με έναν από τους στόχους, την προσέλκυση ξένων ιδρυμάτων και επενδύσεων. Υπενθυμίζεται, πως με την απόφαση της Επιτροπής για συζήτηση του θέματος τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, προκλήθηκε έκπληξη στις τάξεις του ΥΠΑΝ, με το υπουργείο να προχωρά σε επίσημη ανακοίνωση. Μάλιστα, η ανακοίνωση ανάφερε πως «η προσπάθεια της Κυβέρνησης για περαιτέρω αναβάθμιση της Ανώτερης Εκπαίδευσης στη χώρα μας, δεν μπορεί να ανακοπεί στον βωμό μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων. Η ίδρυση παραρτημάτων ξένων ποιοτικών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στην Κύπρο θα έπρεπε να είναι κοινός στόχος όλων».

Οι κινήσεις της κυβέρνησης προκαλούν «βασανιστικά ζητήματα και ερωτήματα»

Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ και μέλος της Επιτροπής Παιδείας, κ. Χρίστος Χριστοφίδης κληθείς να σχολιάσει στην «Κ» την απόφαση της Προεδρίας για παραχώρηση της κρατικής γης σε πανεπιστήμια, δήλωσε πως η κυβέρνηση συνεχίζει στο ίδιο τέμπο, ακόμη και μετά την πρόταση νόμου που κατατέθηκε από τον ίδιο και αφορά την παραχώρηση γης στα πλαίσια πλειοδοτικού διαγωνισμού, ο ίδιος είχε λάβει τη σύμφωνη άποψη της κυβέρνησης και περίμενε το πλαίσιο κανονισμών που θα ετοιμαζόταν. Όπως είπε ο κ. Χριστοφίδης, η απόφαση αυτή για παραχώρηση της κρατικής γης αποτελεί σκανδαλώδης ενέργεια και δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό ανάμεσα στα πανεπιστήμια και άδικη μεταχείριση δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων. «Η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να ξεχνά πως είναι ιδιοκτήτες δημόσιων πανεπιστημίων», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Για το πλάνο της κυβέρνησης να προσελκύσει ξένα πανεπιστήμια και σε σχέση με τις οικονομικές οφειλές, ο κ. Χριστοφίδης τόνισε ότι βλέποντας πώς λειτουργούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, όλα τα έσοδα θα φεύγουν και θα πηγαίνουν στο εξωτερικό, αφού το προσωπικό έρχεται αστραπιαία εδώ και φεύγει χωρίς να δίνεται η δέουσα σημασία. Επί τούτου ανέφερε πως θα πρέπει να παρουσιαστεί συγκεκριμένη στρατηγική μετά από διάλογο με τα πολιτικά κόμματα, αλλά και τους εμπλεκόμενους φορείς, ήτοι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. κλπ. «Θα πρέπει να υπάρξει ένα σχέδιο κοστολογημένο για το πώς θα γίνει το πλάνο και τι θα αποσκοπεί», υπογράμμισε.

Ερωτηθείς ο κ. Χριστοφίδης για τη συζήτηση στην Επιτροπή αναφορικά με τα ξένα πανεπιστήμια, δήλωσε πως οι κινήσεις της κυβέρνησης το τελευταίο διάστημα προκαλούν μεγάλα και βασανιστικά ζητήματα όταν έρχεται άρον άρον η πρόταση για εξέταση του νομοσχεδίου. Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ ανέφερε πως γίνεται μια προσπάθεια από πλευράς της κυβέρνησης να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα ξένων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στην Κύπρο. Αναφορικά με τους λόγους που η συζήτηση για τα ξένα πανεπιστήμια οδηγήθηκε ομόφωνα από την Επιτροπή για τον Σεπτέμβριο, ο κ. Χριστοφίδης ανέφερε ότι για αυτήν την απόφαση υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι. Πρόκειται για μια πρόταση μερικών γραμμών που δεν απαντούσε στα βασικά ζητήματα για τη στρατηγική, χωρίς μάλιστα να γνωρίζει κάποιο πανεπιστήμιο ή οι αρμόδιοι για τις προθέσεις της κυβέρνησης. Ο δεύτερος λόγος αφορά στο ότι εκκρεμούν σοβαρά ζητήματα για τα δημόσια πανεπιστήμια και το αίτημα για ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών, ενώ η τρίτη παράμετρος θα έπρεπε να αφορά τα κίνητρα που θα δίνονται σε ιδιωτικά και δημόσια πανεπιστήμια για να έχουν την έδρα τους στην Κύπρο.

Κατανόηση στρατηγικού πλάνου – «Η πίτα της Κύπρου είναι μικρή»

«Θα θέλαμε να δοθεί η δυνατότητα να ανταγωνιζόμαστε επί ίσοις όροις», δήλωσε στην «Κ» ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, κ. Τάσος Χριστοφίδης. Κληθείς από την πλευρά του να σχολιάσει την απόφαση της Κυβέρνησης για την παραχώρηση κρατικής γης στα πανεπιστήμια, ο Πρύτανης είπε πως η παραχώρηση γης δεν είναι κάτι το οποίο απασχολεί το πανεπιστήμιο, αλλά είναι θέμα του κράτους. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, η απόφαση αυτή συνδέεται με την πρόταση για λειτουργία ξένων παραρτημάτων στην Κύπρο. Στόχος των ξένων ιδρυμάτων είναι να έρθουν και να προσφέρουν αγγλόφωνα προγράμματα προσελκύοντας ξένους φοιτητές, είπε χαρακτηριστικά, δίνοντας το παράδειγμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ως γνωστόν από το 2025 θα ανοίξει παραρτήματα στην Κύπρο και θα προσφέρει προγράμματα σπουδών και στα αγγλικά, ενώ το Πανεπιστήμιο Κύπρου δεν θα μπορεί. Ο κ. Χριστοφίδης χαιρετίζει την ενέργεια αυτή (σημείωσε και την άριστη σχέση Πανεπιστημίου Κύπρου-ΕΚΠΑ), απλά ζητά από την πολιτεία να μπορούν τα δημόσια πανεπιστήμια να προσφέρουν και αυτά ξενόγλωσσα προγράμματα.

Γενικότερα για τις δράσεις της παρούσας κυβέρνησης για την ανάπτυξη και τη βελτίωση του ανώτατου εκπαιδευτικού συστήματος, ο κ. Χριστοφίδης είπε πως οι αποφάσεις που αφορούν την ανώτατη εκπαίδευση θα πρέπει να στοχεύουν στην ικανοποίηση των αναγκών της επιστημονικής κοινότητας. Η απουσία ξεκάθαρου στρατηγικού πλάνου για την ανώτατη εκπαίδευση είναι κάτι που προβληματίζει, καθώς ο Πρύτανης λέει πως θα πρέπει να επικεντρωθούμε στο στρατηγικό πλάνο. Αν δηλαδή θέλουμε να στοχεύσουμε σε ποσότητα ή ποιότητα. «Το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποσκοπεί στο δεύτερο, στην ποιότητα. Θέλουμε να προσελκύσουμε φοιτητές για ανάπτυξη και αναβάθμιση. «Η πίτα της Κύπρου είναι μικρή, πρέπει να διαφυλάξουμε την ποιότητα», είπε καταληκτικά.

Όσον αφορά τα ιδιωτικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και με ποιο μάτι είδαν την απόφαση της κυβέρνησης, πληροφορίες της «Κ» αναφέρουν πως βρίσκονται ακόμη σε συντονισμό για αξιολόγηση της πρότασης, χωρίς να προκύπτει κάτι επίσημο για την ώρα.

Πηγή: Kathimerini

Off the Record

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

Avatar photo

Published

on

Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.

Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.

Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.

Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;

Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.

Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Avatar photo

Published

on

της Κατερίνας Χατζηστυλλή* 

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.

Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.

Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.

Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης

Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.

Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.

Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.

Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή

Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.

Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.

Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις

Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.

Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.

Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.

Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.

 

*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου

 

Continue Reading

voulitv

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Avatar photo

Published

on

Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.

Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.

Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.

Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.

Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.

Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.

Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;

Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.

Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.

Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.

Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.

Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.

Continue Reading
Advertisement
Off the Record4 days ago

Οι Ελληνοκύπριοι τζογαδόροι αιμοδοτούν τον Αττίλα

Άρθρα Χάρη Θεραπή1 week ago

Κατηγορητήρια κατά Δρουσιώτη: Η αλήθεια δεν αποκαθιστά πάντα τη δολοφονία χαρακτήρων

Off the Record1 week ago

Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ1 week ago

Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες

Off the Record2 weeks ago

Η ώρα της αμερικανικής ευθύνης στο Κυπριακό

voulitv3 weeks ago

52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν

Off the Record3 weeks ago

Ντόναλντ Τραμπ: Αναξιόπιστος απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών

Off the Record4 weeks ago

Προεδρικές Εκλογές 2028: Τα πρόσωπα, οι ισορροπίες και τα πιθανά σενάρια

Off the Record1 month ago

Δυσαρέσκεια μέσω facebook δεν λαμβάνεται υπόψη

Off the Record1 month ago

Οι πολιτικές καινοτομίες και ο Φειδίας

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia