ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Ο πόλεμος τελείωσε – ποιος βγήκε κερδισμένος;
Η Τεχεράνη υπέστη σοβαρές στρατιωτικές απώλειες, ωστόσο φαίνεται να εξέρχεται πολιτικά ενισχυμένη, με το καθεστώς να διατηρεί και ίσως να ενδυναμώνει τη θέση του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν την απεμπλοκή από μια σύγκρουση στην οποία παρασύρθηκαν, το Ισραήλ διαπιστώνει περιορισμό της επιρροής του, ενώ οι αγορές ανακουφίζονται προσωρινά. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: για πόσο;
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν ολοκληρώνεται με μια ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους. Ολοκληρώνεται – εφόσον πράγματι ολοκληρώνεται – με έναν εύθραυστο συμβιβασμό, αντικρουόμενες αναγνώσεις των εξελίξεων και ένα βασικό ερώτημα: ποιος τελικά ενισχύεται από μια σύγκρουση που ξεκίνησε με στόχο να λυγίσει την Τεχεράνη, αλλά καταλήγει σε διαπραγματεύσεις μαζί της;
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Ιράν δέχθηκε ισχυρά πλήγματα. Η αντιαεροπορική του άμυνα, σημαντικά τμήματα του πυραυλικού του οπλοστασίου, κρίσιμες υποδομές και κορυφαία στελέχη της στρατιωτικής ηγεσίας βρέθηκαν στο στόχαστρο διαδοχικών επιθέσεων. Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή, η απλή επιβίωση απέναντι σε μια συντονισμένη αμερικανοϊσραηλινή πίεση μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα να προβάλει η Τεχεράνη.
Το Ιράν έχασε στρατιωτικά, αλλά…
Η ιρανική ηγεσία εξέρχεται από τη σύγκρουση αποδυναμωμένη στρατιωτικά, χωρίς όμως να είναι απομονωμένη. Αντιθέτως, επιστρέφει στο τραπέζι των συνομιλιών όχι ως ένα καθεστώς που απειλείται με κατάρρευση, αλλά ως παράγοντας που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά διαπραγματευτικά όπλα: το πυρηνικό του πρόγραμμα, το πυραυλικό του δυναμικό, τα δίκτυα περιφερειακής επιρροής και κυρίως τον έλεγχο του Ορμούζ. Αν ληφθεί υπόψη ότι στα πρώτα στάδια της κρίσης είχαν διατυπωθεί ακόμη και σενάρια αλλαγής καθεστώτος, τότε σε αυτό το επίπεδο το Ιράν και ιδιαίτερα οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι του μπορούν να θεωρήσουν ότι έχουν αποκομίσει κέρδη.
Το σημαντικότερο στρατηγικό όφελος για την Τεχεράνη ήταν ότι κατέστησε τα Στενά του Ορμούζ από μια θεωρητική απειλή σε απτό μέσο πίεσης. Δεν χρειάστηκε να προχωρήσει σε πλήρες κλείσιμο του περάσματος για να αποδείξει πόσο εύκολα μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, η αύξηση των ασφαλίστρων, οι πιέσεις στις ενεργειακές αλυσίδες και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: χωρίς κάποια μορφή συνεννόησης με το Ιράν, η παγκόσμια οικονομία παραμένει ευάλωτη.
Ο Τραμπ εξασφαλίζει την πολυπόθητη απεμπλοκή
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η συμφωνία λειτουργεί ως πολιτική σανίδα σωτηρίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί πλέον να υποστηρίξει ότι έβαλε τέλος σε έναν πόλεμο, απέτρεψε μια μακροχρόνια αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και συνέβαλε στο άνοιγμα της σημαντικότερης ενεργειακής οδού του πλανήτη. Βεβαίως, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον είχε προηγουμένως αποδεχθεί τις πιέσεις του Ισραήλ για εμπλοκή σε μια σύγκρουση που οδήγησε στο κλείσιμο του Ορμούζ και προκάλεσε ενεργειακές αναταράξεις.
Παρά ταύτα, η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Εφόσον οι συνομιλίες των επόμενων 60 ημερών οδηγήσουν σε μια νέα πυρηνική συμφωνία που θα προσφέρει στην Ουάσιγκτον περισσότερα από όσα προέβλεπε η συμφωνία του 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα – από την οποία ο ίδιος ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2018 – τότε θα μπορεί να επικαλείται μια ουσιαστική επιτυχία.
Η εξέλιξη αυτή δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που άσκησε πίεση στο Ιράν, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πότε να σταματήσει. Αν όμως οι διαπραγματεύσεις των επόμενων δύο μηνών δεν οδηγήσουν σε σαφείς και ελέγξιμες δεσμεύσεις, τότε το κέρδος του θα είναι κυρίως πολιτικό και όχι στρατηγικό.
Το Ισραήλ ως ο μεγάλος δυσαρεστημένος
Αν υπάρχει ένας παίκτης που δείχνει να εξέρχεται άβολα από τη συμφωνία, αυτός είναι το Ισραήλ. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου συμμετείχε ενεργά στη στρατιωτική διάσταση της κρίσης, όχι όμως και στη διαμόρφωση της διπλωματικής της κατάληξης. Η Ουάσιγκτον έκρινε ότι η σύγκρουση έπρεπε να τερματιστεί, τη στιγμή που το Ισραήλ επιθυμούσε τη συνέχιση της πίεσης.
Η συμπερίληψη του Λιβάνου στο πλαίσιο της παύσης των επιχειρήσεων προσθέτει ακόμη ένα σημείο έντασης. Οι πρώτες αντιδράσεις στο Ισραήλ είναι ενδεικτικές: από τον Μπεν Γκβιρ μέχρι τον Γκολάν, τον Αϊζενκότ και τον Σμότριτς, πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες συγκλίνουν στην άποψη ότι η συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα ισραηλινά συμφέροντα. Επιπλέον, η αναφορά του Τραμπ στον Νετανιάχου ως «πολύ δύσκολο άνθρωπο» προϊδεάζει για ενδεχόμενες νέες εντάσεις όχι μόνο ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, αλλά και μεταξύ Τελ Αβίβ και Λευκού Οίκου.
Η κομβική σημασία των Στενών του Ορμούζ
Η αποκλιμάκωση της σύγκρουσης υπενθυμίζει μια πραγματικότητα που οι αγορές γνωρίζουν καλά, αλλά συχνά υποτιμούν: τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς μοχλούς στον πλανήτη.
Από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, καθώς και μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια θαλάσσια δίοδο. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να επηρεάσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό, να πιέσει τις κεντρικές τράπεζες, να επηρεάσει πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και να διαμορφώσει το κόστος ζωής από την Ευρώπη μέχρι την Ασία.
Η επαναφορά της λειτουργίας του Ορμούζ οδηγεί σε υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου και προσφέρει ανακούφιση στις αγορές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κατάσταση επιστρέφει άμεσα στην κανονικότητα. Ναυτιλιακές εταιρείες, ασφαλιστικοί οργανισμοί, παραγωγοί και διυλιστήρια χρειάζονται χρόνο ώστε να πειστούν ότι οι συνθήκες ασφάλειας έχουν αποκατασταθεί. Ακόμη και μια υπογεγραμμένη συμφωνία δεν αρκεί από μόνη της για να επαναφέρει την εμπιστοσύνη σε μια θαλάσσια αρτηρία που μόλις απέδειξε πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει.
Οι αγορές κερδίζουν — προς το παρόν
Οι πρώτοι και πιο άμεσοι κερδισμένοι είναι οι αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούν, τα χρηματιστήρια καταγράφουν νέα υψηλά επίπεδα, οι αποδόσεις των ομολόγων αποκλιμακώνονται και οι κεντρικές τράπεζες παίρνουν μια ανάσα από τον φόβο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Ακόμη όμως και αυτή η θετική εικόνα συνοδεύεται από επιφυλάξεις. Αν το άνοιγμα του Ορμούζ καθυστερήσει, αν οι ασφαλιστικές εταιρείες συνεχίσουν να διστάζουν να καλύψουν πλοία, αν οι ζημιές στις υποδομές αποδειχθούν μεγαλύτερες από τις προβλέψεις ή αν οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα αποτύχουν, τότε το γεωπολιτικό ρίσκο μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις αγορές.
Η διατήρηση των υψηλών τιμών του χρυσού παρά το έντονο ράλι των μετοχών αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό μήνυμα: οι επενδυτές ανακουφίζονται από τις εξελίξεις, αλλά δεν έχουν ακόμη πειστεί πλήρως για τη σταθερότητα της συμφωνίας.
Ποιος κέρδισε τελικά;
Ο Τραμπ αποκόμισε πολιτικά οφέλη, όμως το ιρανικό καθεστώς φαίνεται να κέρδισε περισσότερα. Οι αγορές εξασφάλισαν προσωρινή ανακούφιση. Το Πακιστάν και το Κατάρ ενίσχυσαν το διπλωματικό τους κύρος. Το Ισραήλ είδε την επιρροή του να περιορίζεται στη διπλωματική φάση. Ο Λίβανος κατέβαλε βαρύ τίμημα, ενώ οι χώρες του Κόλπου επηρεάστηκαν σημαντικά από την αναταραχή.
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: η σύγκρουση δεν ανέδειξε έναν αδιαμφισβήτητο νικητή. Ανέδειξε μια νέα ισορροπία φόβου.
Εάν οι επόμενες διαπραγματεύσεις καταλήξουν σε ουσιαστικούς περιορισμούς του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, τότε η συμφωνία ενδέχεται να καταγραφεί ως ιστορικό σημείο καμπής. Αν όχι, θα αποδειχθεί απλώς μια προσωρινή ανάπαυλα — μια παύση σε μια αντιπαράθεση που δεν τερματίστηκε, αλλά μεταφέρθηκε από το πεδίο των συγκρούσεων στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων.
Και τότε το Ορμούζ θα εξακολουθήσει να είναι αυτό που υπήρξε διαχρονικά: όχι απλώς ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα, αλλά το σημείο όπου η γεωπολιτική μετατρέπεται σε τιμή καυσίμων, σε πληθωρισμό για τα νοικοκυριά και σε επιτόκια για τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .GR
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Γκιουλέρ: «Παράνομη η συμφωνία Γαλλίας – Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο»
«Παράνομη» και «αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο» χαρακτήρισε ο υπουργός Άμυνας της Τουρκίας, Γιασάρ Γκιουλέρ, τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας μεταξύ της Γαλλίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας για την Ανατολική Μεσόγειο, ασκώντας έντονη κριτική στην εν λόγω πρωτοβουλία.
Μιλώντας σε Τούρκους δημοσιογράφους στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο της Συνόδου των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ, ο Γκιουλέρ συνέδεσε τις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με τη σημασία της ασφάλειας και της σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Όπως ανέφερε, η σύγκρουση μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, καθώς και οι απειλές που προέρχονται από πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ανέδειξαν εκ νέου τη στρατηγική σημασία και την ευαισθησία της περιοχής. Παράλληλα, υποστήριξε ότι τα μέτρα που λαμβάνει η Άγκυρα για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων συμβάλλουν, όπως είπε, στη διατήρηση της σταθερότητας σε ολόκληρη την Κύπρο.
Αναφερόμενος στις στρατιωτικές συνεργασίες που αναπτύσσονται στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Τούρκος υπουργός Άμυνας σημείωσε ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις, προειδοποιώντας παράλληλα για κινήσεις που, κατά την άποψή του, θα μπορούσαν να αυξήσουν τις εντάσεις στην περιοχή.
«Η συμφωνία που υπεγράφη μεταξύ της Γαλλίας, η οποία δεν διαθέτει καθεστώς εγγυήτριας δύναμης, και της Ελληνοκυπριακής Διοίκησης Νότιας Κύπρου αποτελεί μια πρωτοβουλία χωρίς νομιμοποίηση, που διαταράσσει τις ευαίσθητες ισορροπίες και είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Ο Γκιουλέρ υποστήριξε ακόμη ότι οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή συμμαχία η οποία, σύμφωνα με την τουρκική θέση, στρέφεται εναντίον των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της Τουρκίας και του ψευδοκράτους δεν είναι δυνατόν να επιτύχει, επικαλούμενος τη στρατιωτική ισχύ και την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας του.
Παράλληλα, επανέλαβε τη θέση της Άγκυρας ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο βάσει του διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας ότι θα συνεχίσει να ενεργεί με στόχο την προστασία της ασφάλειας των Τουρκοκυπρίων.
«Η Τουρκία είναι υπέρ της ειρήνης, της σταθερότητας και του εποικοδομητικού διαλόγου στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, απέναντι σε εξελίξεις που θα απειλούσαν την ασφάλεια της “ΤΔΒΚ”, η βούλησή μας να εκπληρώσουμε τις ευθύνες μας ως εγγυήτρια δύναμη είναι πλήρης», δήλωσε.
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Η Γερμανία επανεξοπλίζεται για τα δικά της συμφέροντα και προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη
Ύστερα από σημαντικές καθυστερήσεις, το Zeitenwende της Γερμανίας –η δέσμευση που ανέλαβε το 2022 να αναδειχθεί σε έναν από τους βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής άμυνας– αρχίζει πλέον να υλοποιείται. Το 2025, η Γερμανία κατέγραψε τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες μεταξύ όλων των ευρωπαϊκών χωρών σε απόλυτους αριθμούς.
Ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της κατατάσσεται σήμερα στην τέταρτη θέση παγκοσμίως, αμέσως μετά τη Ρωσία. Οι ετήσιες στρατιωτικές δαπάνες αναμένεται να φθάσουν τα 189 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2029, ποσό που ξεπερνά κατά περισσότερο από τρεις φορές εκείνο του 2022. Παράλληλα, η Γερμανία εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο επαναφοράς της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, εφόσον η Bundeswehr δεν καταφέρει να προσελκύσει επαρκή αριθμό εθελοντών. Εφόσον συνεχιστεί αυτή η πορεία, η χώρα αναμένεται να έχει ανακτήσει τον ρόλο μιας μεγάλης στρατιωτικής δύναμης πριν από το τέλος της δεκαετίας.
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες παρακολουθούν με ανησυχία τη στρατιωτική ενίσχυση και τις αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες της Γερμανίας. Το Βερολίνο, για παράδειγμα, σχεδιάζει να κατευθύνει το μεγαλύτερο μέρος του αμυντικού προϋπολογισμού του σε γερμανικές αμυντικές βιομηχανίες, αξιοποιώντας εξαίρεση των κανόνων ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξαίρεση αυτή επιτρέπει στα κράτη-μέλη να παρακάμπτουν διαδικασίες κοινοποίησης και έγκρισης κρατικών ενισχύσεων για την εθνική αμυντική βιομηχανία, όταν οι σχετικές δαπάνες θεωρούνται κρίσιμες για την εθνική ασφάλεια.
Μια τέτοια πολιτική εκτιμάται ότι θα υπονομεύσει τη συνεργασία και θα καταστήσει δυσκολότερη την ανάδειξη πραγματικά ευρωπαϊκών πρωταθλητών στον αμυντικό τομέα. Παράλληλα, η Γερμανία επιμένει ότι οι προμήθειες πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των εθνικών κυβερνήσεων, απορρίπτοντας έναν ενισχυμένο συντονιστικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ωστόσο, αυτό που φαίνεται να χρειάζεται η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία είναι μεγαλύτερος εξευρωπαϊσμός και η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς οπλικών συστημάτων, στόχος που δεν εξυπηρετείται από τις επιλογές του Βερολίνου.
Δύο εξελίξεις φαίνεται να ενισχύουν τις υποψίες για τις προθέσεις της Γερμανίας και να δικαιολογούν τις ανησυχίες άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Συγκεκριμένα, το γαλλογερμανικό μεγαλεπήβολο σχέδιο για την ανάπτυξη ενός μαχητικού αεροσκάφους έκτης γενιάς, το οποίο είχαν παρουσιάσει το 2017 ο Εμανουέλ Μακρόν και η Άνγκελα Μέρκελ ως ένα κορυφαίο ευρωπαϊκό αμυντικό εγχείρημα, κατέληξε επισήμως σε αποτυχία. Το σχέδιο είχε σχεδιαστεί ως απάντηση στο Brexit και στην άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, όμως οι δύο πλευρές δεν κατάφεραν ποτέ να γεφυρώσουν τις διαφορές μεταξύ των ηγετικών στελεχών της Dassault και της Airbus.
Ποια Ευρώπη;
Η εξέλιξη που προκαλεί αίσθηση είναι ότι, ενώ ακόμη συζητείτο η αποτυχία του συγκεκριμένου προγράμματος, η γερμανική θυγατρική της Airbus ανακοίνωσε πως διαθέτει ήδη μια εναλλακτική πρόταση: Μια κοινοπραξία οκτώ εταιρειών, σχεδόν αποκλειστικά γερμανικών, η οποία είναι έτοιμη να αναλάβει την ανάπτυξη του FCAS. Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, ανέφερε αργότερα ότι μια εναλλακτική λύση για το FCAS είναι εφικτή, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι το Βερολίνο εξετάζει την αγορά αμερικανικών F-35 ως αντιστάθμισμα στην αποτυχία του προγράμματος. Εναλλακτικά, η νέα γερμανική κοινοπραξία θα μπορούσε να ενταχθεί στο GCAP, το ιταλο-βρετανικό-ιαπωνικό πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού νέας γενιάς. Ο διευθύνων σύμβουλος της Leonardo, Lorenzo Mariani, δήλωσε ότι η συμμετοχή της Γερμανίας θα ήταν ευπρόσδεκτη, επισημαίνοντας ωστόσο ότι θα μπορούσε να προκαλέσει καθυστερήσεις στο χρονοδιάγραμμα, το οποίο προβλέπει την είσοδο του αεροσκάφους σε υπηρεσία το 2035.
Ακόμη πιο σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι εμφανίστηκε και μια δεύτερη κοινοπραξία, αυτή τη φορά με επικεφαλής την ισπανική θυγατρική της Airbus, η οποία εκπροσωπεί αρκετές ισπανικές εταιρείες και ενδέχεται να επιδιώξει συνεργασία με τη γερμανική πλευρά. Την ίδια στιγμή, η Γαλλία έχει καταστήσει σαφές ότι θα ακολουθήσει αυτόνομη πορεία. Συνολικά, η κατάρρευση του FCAS έχει δημιουργήσει διάφορα πιθανά σενάρια, κανένα όμως από αυτά δεν μπορεί προς το παρόν να χαρακτηριστεί πραγματικά ευρωπαϊκό. Οποιεσδήποτε συγκλίσεις αναμένεται να εξεταστούν τους επόμενους μήνες, ενώ η αβεβαιότητα παραμένει έντονη.
Μια νέα γαλλογερμανική κρίση;
Μετά την αποτυχία του γαλλογερμανικού προγράμματος για το μαχητικό νέας γενιάς, ο διευθύνων σύμβουλος της Rheinmetall, Armin Papperger, προειδοποίησε σε συνέντευξή του για το ενδεχόμενο να αποτύχει και ένα δεύτερο μεγάλο κοινό εγχείρημα: Το MGCS, το σύστημα μάχης εδάφους που βασίζεται σε ένα άρμα μάχης επόμενης γενιάς. Και αυτό το πρόγραμμα ξεκίνησε το 2017 ως κοινή πρωτοβουλία Παρισιού και Βερολίνου, ωστόσο σήμερα κινδυνεύει να παραμείνει στάσιμο λόγω των περικοπών στις αμυντικές δαπάνες που αποφάσισε ο Εμανουέλ Μακρόν. Ενώ το FCAS προοριζόταν να διαδεχθεί τα Eurofighter και Rafale, το MGCS είχε σχεδιαστεί ως διάδοχος των Leopard 2 και των γαλλικών Leclerc. Πλέον, όμως, το μέλλον και αυτού του προγράμματος παραμένει αβέβαιο. Μία από τις βασικές δεσμεύσεις του Friedrich Merz ήταν η αποκατάσταση των γαλλογερμανικών σχέσεων, οι οποίες είχαν δοκιμαστεί έντονα τα προηγούμενα χρόνια και ιδιαίτερα επί της κυβέρνησης Scholz. Ωστόσο, στον αμυντικό τομέα, ο στόχος αυτός φαίνεται να απομακρύνεται.
Κατά τα άλλα, η αμυντική συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να προχωρά, τουλάχιστον στο επίπεδο των εξαγγελιών της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και των υπόλοιπων ηγετών της ΕΕ.
ΠΗΓΗ: SL Press .gr
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Η μεγαλύτερη επίθεση της Ουκρανίας στη Μόσχα εδώ και δύο χρόνια – «Απολύτως δικαιολογημένη» τη χαρακτηρίζει ο Ζελένσκι
Η επίθεση που πραγματοποιήθηκε εναντίον διυλιστηρίου στη Μόσχα αποτελεί «μια απολύτως δικαιολογημένη απάντηση στις ρωσικές επιθέσεις», δήλωσε σήμερα ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι, μετά τη μεγαλύτερη -τουλάχιστον των τελευταίων δύο ετών- επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη που εξαπέλυσαν οι ουκρανικές δυνάμεις κατά της ρωσικής πρωτεύουσας.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας από Τετάρτη προς Πέμπτη, η Ουκρανία προχώρησε σε μια «μεγάλης κλίμακας» επίθεση εναντίον της Μόσχας, με αρκετά βλήματα να πλήττουν για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια εβδομάδα διυλιστήριο, όπως ανακοίνωσε ο δήμαρχος της ρωσικής πρωτεύουσας, Σεργκέι Σομπιάνιν.
Φλόγες και πυκνά σύννεφα καπνού ήταν ορατά πάνω από τη νοτιοανατολική συνοικία Καπότνια της Μόσχας, όπου βρίσκεται το διυλιστήριο, σύμφωνα με αυτόπτη μάρτυρα που μίλησε στο Reuters.
Από την πλευρά του, ο Ζελένσκι ανέφερε σε ανάρτησή του στο Telegram ότι η συγκεκριμένη επίθεση συνιστά «μια απολύτως δικαιολογημένη απάντηση στις ρωσικές επιθέσεις κατά των πόλεων και των κοινοτήτων μας και ακόμη ένα σημαντικό αποτέλεσμα του έργου των στρατιωτών μας εναντίον των υποδομών που στηρίζουν την πολεμική μηχανή της Ρωσίας».
Πρόσθεσε επίσης ότι οι ουκρανικές δυνάμεις έπληξαν στόχους στη ρωσική περιφέρεια Ροστόφ, καθώς και σε περιοχές της Ουκρανίας που τελούν υπό τον έλεγχο των ρωσικών δυνάμεων.
Σύμφωνα με τον περιφερειάρχη του Ροστόφ, Γιούρι Σλιούσαρ, ένας άνθρωπος έχασε τη ζωή του και άλλοι δύο τραυματίστηκαν, ενώ ξέσπασε πυρκαγιά σε εμπορικές εγκαταστάσεις έπειτα από επίθεση με drones. Ο ίδιος πρόσθεσε ότι τρένο υπέστη ζημιές μετά από ουκρανική επίθεση στην πόλη Γκούκοβο, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας συνεχίζουν να αποκρούουν επιθέσεις.
Από την πλευρά του, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι καταρρίφθηκαν 555 ουκρανικά drones πάνω από διάφορες περιοχές της χώρας, ενώ ο Σομπιάνιν δήλωσε ότι περίπου 180 μη επανδρωμένα αεροσκάφη που κατευθύνονταν προς τη Μόσχα εξουδετερώθηκαν.
Το αεροδρόμιο Σερεμέτιεβο, το μεγαλύτερο και πιο πολυσύχναστο της Μόσχας, ανέστειλε προσωρινά τις πτήσεις του και προχώρησε στην απομάκρυνση των πολιτών από τους χώρους του, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση. Λίγο αργότερα, οι περιορισμοί ήρθησαν.
Το διυλιστήριο στην Καπότνια είχε αποτελέσει ξανά στόχο ουκρανικής επίθεσης την περασμένη Τρίτη.
Η μεγαλύτερη επίθεση εδώ και δύο χρόνια
Όπως μετέδωσε το ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων TASS, πρόκειται για τη μεγαλύτερη επίθεση που έχει εξαπολύσει η Ουκρανία κατά της Μόσχας εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια.
Η επίθεση σημειώθηκε την ώρα που ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φιλοξενεί από το βράδυ της Τετάρτης ηγέτες ασιατικών χωρών στο πλαίσιο της διήμερης συνόδου Ρωσίας – ASEAN (Ένωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας), η οποία διεξάγεται στο Καζάν, περίπου 700 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας.
Στη σύνοδο συμμετέχουν οι πρωθυπουργοί της Ταϊλάνδης, του Βιετνάμ, της Καμπότζης, του Λάος, της Μαλαισίας και της Σιγκαπούρης, καθώς και ο πρόεδρος των Φιλιππίνων, Φερντινάντ Μάρκος Τζούνιορ.
Η Ρωσία συνεχίζει να εξαπολύει σχεδόν καθημερινά επιθέσεις κατά της Ουκρανίας, περισσότερα από τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της σύγκρουσης, της φονικότερης που έχει γνωρίσει η Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χωρίς μέχρι στιγμής να διαφαίνεται κάποια διπλωματική λύση.
Παράλληλα, η Ουκρανία έχει εντείνει τις επιθέσεις της στο ρωσικό έδαφος, ακόμη και σε περιοχές που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση από τα σύνορα, στοχεύοντας κυρίως υποδομές μεταφοράς και αποθήκευσης υδρογονανθράκων, επιδιώκοντας να περιορίσει τη δυνατότητα της Μόσχας να χρηματοδοτεί την πολεμική της προσπάθεια.
Η Ρωσία, η οποία αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη παραγωγό πετρελαίου παγκοσμίως και σημαντική εξαγωγική δύναμη, αναμένεται να προχωρήσει σε εισαγωγές καυσίμων μέσω θαλάσσης κατά τη διάρκεια του μήνα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις που προκάλεσαν οι εκτεταμένες ουκρανικές επιθέσεις σε διυλιστήριά της, σύμφωνα με πηγές της βιομηχανίας.
Η ρωσική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, όπως ο υψηλός πληθωρισμός, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και το αυξημένο κόστος δανεισμού.
Στο μεταξύ, χθες Τετάρτη ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε συνομιλίες με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, τον Γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και άλλους ηγέτες, στο περιθώριο της συνόδου κορυφής της G7 στη Γαλλία. Ο ίδιος χαρακτήρισε τις επαφές αυτές ως μια «συντονιστική συνομιλία» με στόχο τον τερματισμό του πολέμου.
Ο Τραμπ εκτίμησε χθες ότι η Ρωσία υφίσταται μεγαλύτερες απώλειες στρατιωτών σε σχέση με την Ουκρανία, ενώ πρόσθεσε ότι τόσο ο Ζελένσκι όσο και ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φαίνεται να είναι διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε κινήσεις για τον τερματισμό της σύγκρουσης.
Το Κρεμλίνο είχε αναφέρει νωρίτερα αυτή την εβδομάδα ότι ο Πούτιν δεν συζήτησε το ενδεχόμενο συνάντησης με τον Ζελένσκι κατά την τελευταία τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ντόναλντ Τραμπ.
ΠΗΓΗ: Reuters
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΒουλευτικές εκλογές 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα και κατανομή εδρών
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ3 weeks agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
EKLOGES20261 month agoΒουλευτικές Εκλογές 2026 – Ζωντανή Αναμετάδοση Αποτελεσμάτων από το ΡΙΚ
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ3 weeks agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ3 weeks agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ3 weeks agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΚατέρρευσε το αφήγημα της «Σάντη» – Εκτεθειμένος ο Δρουσιώτης, ανοίγει ο κύκλος των ευθυνών
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΑννίτα Δημητρίου: Επανεκλογή στην Προεδρία της Βουλής με 29 ψήφους
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ3 weeks agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
EKLOGES20261 month agoEKLOGES2026 – H τελική της προεκλογικής περιόδου με χιούμορ! | Παρασκευή 22/05 στις 7μμ






