ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Αρχιεπισκοπικές εκλογές: Πολιτικοί αναλυτές συζητούν για τον δρόμο προς τον θρόνο.
Σε εκπομπή του VouliTv και CityChannel «Αρχιεπισκοπικές Εκλογές: Ο δρόμος προς τον θρόνο» φιλοξενήθηκαν οι πολιτικοί αναλυτές Πέτρος Ζαρούνας και Χαράλαμπος Χρυσοστόμου καθώς και ο θεολόγος Θεόδωρος Κυριακού, την Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2022.
Ο κ. Κυριακού δήλωσε πως οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου ήταν σημαντικές για την εκκλησιαστική ιστορία, καθώς όπως δήλωσε «Το γεγονός ότι θα λάβουν μέρος και κρατικοί λειτουργοί, αυτό προσδίδει μια αξιοπιστία στις Αρχιεπισκοπικές εκλογές»
Με την σειρά του ο κ. Χρυσοστόμου δήλωσε για τις Αρχιεπισκοπικές εκλογές «Είναι θετικό το γεγονός ότι ζητείται βοήθεια από την πολιτεία για την εκλογή του Αρχιεπισκόπου».
Συνέχισε λέγοντας «Είναι πρωτόγνωρο αυτό που γίνεται αφού εκεί που υπήρχε κορύφωση για την προεκλογική εκστρατεία των προεδρικών εκλογών, προκύπτουν οι Αρχιεπισκοπικές εκλογές. Θα πρέπει να δούμε πως οι Αρχιεπισκοπικές εκλογές θα επηρεάσουν τις προεδρικές και το ανάποδο», ανέφερε.
Στην συνέχεια της εκπομπής ο Πέτρος Ζαρούνας τοποθετήθηκε για την γεωπολιτική πολιτική στις εκλογές για νέο αρχιεπίσκοπο στην Κύπρο.
Ο κ. Ζαρούνας δήλωσε «Η Κυπριακή εκκλησία, είναι μια εκκλησία που μπορεί να μεταφέρει μηνύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι μια σημαντική εκκλησία για όλους τους «Γεωπολιτικούς παίκτες» και για αυτό το λόγο του ενδιαφέρει άμεσα το ποιος θα είναι ο νέος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου» ανέφερε.
Η εκκλησία της Κύπρου αποτελεί τον μεγαλύτερο οργανισμό μετά το κράτος και οι Αρχιεπισκοπικές εκλογές μας αφορούν όλους.
Μπορεί το ενδιαφέρον της κοινωνίας να μην είναι έντονο όπως για τις προεδρικές εκλογές αλλά αν αναλογιστούμε ότι ο νέος Αρχιεπίσκοπος είναι εφ’ όρου ζωής στον θρόνο, τότε αποκτά μια νέα διάσταση και ενδιαφέρον.
MILITAIRE
Ο πόλεμος που θα γονάτιζε το Ιράν κατέληξε σε θρίαμβο της Τεχεράνης;
Εξ αρχής υπήρχαν αναλυτές που εκτιμούσαν την κατάληξη του πολέμου ανάμεσα στις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου και το Ιράν. Όχι λόγω κάποιας προφητικής ικανότητας, αλλά επειδή αξιολόγησαν τα δεδομένα με ψυχραιμία και χωρίς συναισθηματικές προσεγγίσεις, σε αντίθεση με όσους – συνειδητά ή μη – αγνόησαν κρίσιμες παραμέτρους ακόμη και μέχρι σήμερα.
Με αφετηρία λανθασμένες και συχνά αλαζονικές εκτιμήσεις, χωρίς σαφείς, ρεαλιστικούς και ιεραρχημένους στρατηγικούς στόχους, χωρίς ξεκάθαρο ορίζοντα τερματισμού και χωρίς σχέδιο εξόδου, η ιστορία έχει δείξει ότι οι πόλεμοι σπάνια καταλήγουν προς όφελος εκείνων που τους ξεκινούν. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να συνέβη και στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Μέχρι τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι λεπτομέρειες γύρω από τα 14 σημεία του Μνημονίου Συναντίληψης (MOU), τα οποία έχουν διαρρεύσει, δεν είχαν ακόμη επιβεβαιωθεί επίσημα. Ωστόσο, πρόκειται για μια ανακωχή, δηλαδή για επίσημη παύση των εχθροπραξιών μέχρι την επίτευξη συνολικής συμφωνίας, μια εξέλιξη που, σύμφωνα με την ανάλυση, ευνοεί ξεκάθαρα την Τεχεράνη. Στις 28 Φεβρουαρίου, η Ουάσιγκτον και η Ιερουσαλήμ είχαν παρουσιάσει τη σύγκρουση και ως μια προσπάθεια στήριξης του ιρανικού λαού απέναντι στην καταστολή των διαδηλώσεων. Μόλις 107 ημέρες αργότερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Κατά μία έννοια, το καθεστώς άλλαξε, όχι όμως με τον τρόπο που επιδίωκαν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου. Στη θέση μιας θεοκρατικής εξουσίας φαίνεται να διαμορφώνεται ένα λιγότερο θρησκευτικό αλλά πιο σκληροπυρηνικό στρατιωτικό καθεστώς.
Ο πόλεμος αυτός, που ξεκίνησε με στόχο την ανατροπή ή έστω την αποδυνάμωση της ιρανικής ηγεσίας, ενδέχεται τελικά να καταλήξει σε μια συμφωνία που ουσιαστικά νομιμοποιεί και σταθεροποιεί το ίδιο το καθεστώς. Η βασική εκτίμηση του Ντόναλντ Τραμπ και των συμβούλων του, ότι η Ισλαμική Δημοκρατία θα κατέρρεε γρήγορα υπό την πίεση των συνδυασμένων αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων, αποδείχθηκε λανθασμένη. Το καθεστώς πλέον μπορεί να παρουσιάσει την επιβίωσή του και τη νέα μορφή του ως στρατηγική νίκη απέναντι σε δύο ισχυρότερους αντιπάλους.
Τα Στενά του Ορμούζ: από θεωρητική απειλή σε «υπερόπλο»
Η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της Τεχεράνης αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Πριν από τον πόλεμο, η ναυσιπλοΐα διεξαγόταν κανονικά. Μετά τη σύγκρουση, η διεθνής κοινότητα βρέθηκε να διαπραγματεύεται με το Ιράν για την αποκατάσταση μιας κατάστασης που προηγουμένως θεωρούνταν δεδομένη. Η Τεχεράνη κατάφερε να μετατρέψει τη θεωρητική δυνατότητα παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας σε πραγματικό εργαλείο στρατηγικής πίεσης, επιβάλλοντας κόστος στην παγκόσμια οικονομία και ασκώντας σημαντική πολιτική πίεση στην Ουάσιγκτον.
Το πυρηνικό πρόγραμμα: περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις
Παρά τους πανηγυρισμούς, δεν υπάρχει ακόμη μια ολοκληρωμένη πυρηνική συμφωνία. Υπάρχει μόνο η προοπτική περαιτέρω διαπραγματεύσεων για τα αποθέματα υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου και μια προσωρινή αναστολή του εμπλουτισμού. Η ιρανική διπλωματία έχει αποδείξει και στο παρελθόν ότι γνωρίζει πώς να κερδίζει χρόνο, να παρατείνει τις διαδικασίες και να εξασφαλίζει παραχωρήσεις.
Είναι απολύτως πιθανό να μην υπάρξει ποτέ οριστική συμφωνία. Και είναι εξίσου πιθανό ότι, ακόμη και αν υπάρξει, θα είναι λιγότερο ευνοϊκή από εκείνη που θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί μέσω της διπλωματίας πριν από την έναρξη του πολέμου. Παράλληλα, η αξιοπιστία μιας νέας αμερικανικής στρατιωτικής απειλής εμφανίζεται μειωμένη. Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι η Ουάσιγκτον δύσκολα θα επιλέξει νέα στρατιωτική κλιμάκωση πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η σύγκριση με την JCPOA ίσως αποδειχθεί δυσάρεστη
Το μεγάλο στοίχημα για τον Τραμπ είναι να παρουσιάσει οποιαδήποτε νέα συμφωνία ως σημαντικά ευνοϊκότερη για τις ΗΠΑ σε σχέση με την JCPOA του 2015. Ωστόσο, είναι ακόμη πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα. Αντίθετα, ήδη εντοπίζονται αρκετές ομοιότητες.
Δεν προβλέπονται ρυθμίσεις για τους βαλλιστικούς πυραύλους, παρά το γεγονός ότι η καταστροφή του ιρανικού πυραυλικού οπλοστασίου είχε τεθεί ως βασικός πολεμικός στόχος. Ούτε υπάρχουν πρόνοιες για το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων του Ιράν. Δεν διαφαίνεται στρατηγική αποδυνάμωσης του καθεστώτος. Αντιθέτως, προβλέπεται άμεση αποδέσμευση μέρους των παγωμένων περιουσιακών στοιχείων της Τεχεράνης και σημαντική χαλάρωση των κυρώσεων, κάτι που αναμένεται να ενισχύσει οικονομικά το Ιράν. Όσοι ασκούσαν κριτική στην JCPOA δύσκολα μπορούν να αγνοήσουν αυτές τις ομοιότητες.
Η απόκλιση συμφερόντων Τραμπ και Νετανιάχου
Στην αρχή του πολέμου, οι στρατηγικοί στόχοι της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ έδειχναν να συμπίπτουν. Στην πορεία, όμως, αποδείχθηκε ότι οι δύο πλευρές είχαν διαφορετικές επιδιώξεις. Οι ΗΠΑ αναζητούσαν έναν τρόπο απεμπλοκής από μια σύγκρουση που γινόταν ολοένα και πιο δαπανηρή και δεν οδηγούσε στα επιθυμητά αποτελέσματα. Ο Νετανιάχου, για τους δικούς του λόγους, αλλά και όπως υποστηρίζουν αρκετοί αναλυτές στις ΗΠΑ και το Ισραήλ, επιθυμούσε τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Η επιμονή της Ουάσιγκτον να συμπεριληφθεί και ο Λίβανος στη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, καθώς και η αναστολή ισραηλινών επιχειρήσεων εναντίον της Χεζμπολάχ, αποτελούν ενδείξεις αυτής της διαφοροποίησης.
Η φθορά της αμερικανικής ισχύος
Η σημαντικότερη ίσως συνέπεια του πολέμου δεν αφορά το Ιράν, αλλά την εικόνα της ίδιας της αμερικανικής ισχύος. Η Ουάσιγκτον δεν κατάφερε:
- Να υποτάξει το Ιράν.
- Να επιβάλει αλλαγή καθεστώτος.
- Να δημιουργήσει ένα ενιαίο αντιιρανικό αραβικό μέτωπο.
- Να πείσει τη Σαουδική Αραβία να συμμετάσχει στον πόλεμο.
- Να εξασφαλίσει νέα κύματα αραβοϊσραηλινής ομαλοποίησης.
- Να πείσει το ΝΑΤΟ ή την Ευρώπη να εμπλακούν ενεργά.
- Να απομακρύνει την Κίνα από την Τεχεράνη.
- Να αποτρέψει τις διμερείς διαπραγματεύσεις των κρατών του Κόλπου με το Ιράν.
Αν όλα αυτά δεν συνιστούν στρατηγική αποτυχία, τότε τι ακριβώς είναι;
Οι μεγάλοι κερδισμένοι
Σαουδική Αραβία: ο ψύχραιμος παίκτης
Το Ριάντ απέφυγε να εμπλακεί σε μια σύγκρουση που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντά του. Αντιστάθηκε στις πιέσεις για στρατιωτική συμμετοχή, δεν αντάλλαξε την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ισραήλ έναντι αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας και προχώρησε παράλληλα σε αποκλιμάκωση με το Ιράν, ενισχύοντας ταυτόχρονα τη συνεργασία του με το Πακιστάν και την Τουρκία. Η σαουδαραβική ηγεσία εμφανίζεται σήμερα περισσότερο δικαιωμένη από ποτέ.
Τουρκία: ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παρά τη σκληρή ρητορική του απέναντι στο Ισραήλ, απέφυγε να μετατρέψει την κρίση σε ευθεία αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντιθέτως, διατήρησε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, εμφανίστηκε ως χρήσιμος μεσολαβητής και είδε τον Τραμπ να αναγνωρίζει δημόσια τη σημασία της Τουρκίας ως παράγοντα σταθερότητας στην περιοχή.
Ιράν: ο επιζών που μετατράπηκε σε… νικητή
Το σημαντικότερο στρατηγικό κέρδος της Τεχεράνης δεν είναι στρατιωτικό, αλλά πολιτικό. Το καθεστώς απέδειξε ότι μπορεί να αντέξει μια συνδυασμένη επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ χωρίς να καταρρεύσει. Αυτό από μόνο του ενισχύει την αποτρεπτική του ισχύ τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.
Το Ισραήλ: ο μεγάλος χαμένος;
Το Ισραήλ πέτυχε τον τακτικό του στόχο να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες στη σύγκρουση, κάτι που ο Νετανιάχου είχε επιδιώξει και στο παρελθόν χωρίς επιτυχία. Ωστόσο, δεν πέτυχε τους βασικούς στρατηγικούς του στόχους.
Δεν υπήρξε αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Δεν δημιουργήθηκε νέα περιφερειακή συμμαχία ούτε άλλαξε ουσιαστικά η ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή. Αντιθέτως, το Ισραήλ βρέθηκε απέναντι σε μια αμερικανική ηγεσία που αναζητούσε επειγόντως διέξοδο από τον πόλεμο και σε μια αμερικανική κοινή γνώμη που αντιμετωπίζει πλέον με μεγαλύτερο σκεπτικισμό το κόστος της άνευ όρων στήριξης προς το Ισραήλ.
Συμπέρασμα
Αν τελικά υπάρξει μια συμφωνία που θα θέσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν σε ένα διαφορετικό πλαίσιο από αυτό που σήμερα φαίνεται να διαμορφώνεται, τότε ορισμένα από αυτά τα συμπεράσματα θα πρέπει να επανεξεταστούν.
Μέχρι τότε, όμως, η συνολική εικόνα δύσκολα αμφισβητείται. Ένας πόλεμος που ξεκίνησε με φιλόδοξους στόχους καταλήγει να παράγει αποτελέσματα πολύ κατώτερα των αρχικών προσδοκιών, με την Ουάσιγκτον να διαθέτει λιγότερη επιρροή στην περιοχή, το Ιράν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και τη Μέση Ανατολή να παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις αμερικανικές επιδιώξεις.
Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι Γεωστρατηγικός Αναλυτής.
ΠΗΓΗ: MILITAIRE .GR
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Ο πόλεμος τελείωσε – ποιος βγήκε κερδισμένος;
Η Τεχεράνη υπέστη σοβαρές στρατιωτικές απώλειες, ωστόσο φαίνεται να εξέρχεται πολιτικά ενισχυμένη, με το καθεστώς να διατηρεί και ίσως να ενδυναμώνει τη θέση του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κερδίζουν την απεμπλοκή από μια σύγκρουση στην οποία παρασύρθηκαν, το Ισραήλ διαπιστώνει περιορισμό της επιρροής του, ενώ οι αγορές ανακουφίζονται προσωρινά. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: για πόσο;
Ο πόλεμος στο Ιράν δεν ολοκληρώνεται με μια ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους. Ολοκληρώνεται – εφόσον πράγματι ολοκληρώνεται – με έναν εύθραυστο συμβιβασμό, αντικρουόμενες αναγνώσεις των εξελίξεων και ένα βασικό ερώτημα: ποιος τελικά ενισχύεται από μια σύγκρουση που ξεκίνησε με στόχο να λυγίσει την Τεχεράνη, αλλά καταλήγει σε διαπραγματεύσεις μαζί της;
Σε στρατιωτικό επίπεδο, το Ιράν δέχθηκε ισχυρά πλήγματα. Η αντιαεροπορική του άμυνα, σημαντικά τμήματα του πυραυλικού του οπλοστασίου, κρίσιμες υποδομές και κορυφαία στελέχη της στρατιωτικής ηγεσίας βρέθηκαν στο στόχαστρο διαδοχικών επιθέσεων. Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή, η απλή επιβίωση απέναντι σε μια συντονισμένη αμερικανοϊσραηλινή πίεση μπορεί να παρουσιαστεί ως επιτυχία. Και αυτό ακριβώς επιχειρεί σήμερα να προβάλει η Τεχεράνη.
Το Ιράν έχασε στρατιωτικά, αλλά…
Η ιρανική ηγεσία εξέρχεται από τη σύγκρουση αποδυναμωμένη στρατιωτικά, χωρίς όμως να είναι απομονωμένη. Αντιθέτως, επιστρέφει στο τραπέζι των συνομιλιών όχι ως ένα καθεστώς που απειλείται με κατάρρευση, αλλά ως παράγοντας που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά διαπραγματευτικά όπλα: το πυρηνικό του πρόγραμμα, το πυραυλικό του δυναμικό, τα δίκτυα περιφερειακής επιρροής και κυρίως τον έλεγχο του Ορμούζ. Αν ληφθεί υπόψη ότι στα πρώτα στάδια της κρίσης είχαν διατυπωθεί ακόμη και σενάρια αλλαγής καθεστώτος, τότε σε αυτό το επίπεδο το Ιράν και ιδιαίτερα οι σκληροπυρηνικοί κύκλοι του μπορούν να θεωρήσουν ότι έχουν αποκομίσει κέρδη.
Το σημαντικότερο στρατηγικό όφελος για την Τεχεράνη ήταν ότι κατέστησε τα Στενά του Ορμούζ από μια θεωρητική απειλή σε απτό μέσο πίεσης. Δεν χρειάστηκε να προχωρήσει σε πλήρες κλείσιμο του περάσματος για να αποδείξει πόσο εύκολα μπορεί να προκαλέσει αναταράξεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, η αύξηση των ασφαλίστρων, οι πιέσεις στις ενεργειακές αλυσίδες και η άνοδος των τιμών του πετρελαίου έστειλαν ένα σαφές μήνυμα: χωρίς κάποια μορφή συνεννόησης με το Ιράν, η παγκόσμια οικονομία παραμένει ευάλωτη.
Ο Τραμπ εξασφαλίζει την πολυπόθητη απεμπλοκή
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η συμφωνία λειτουργεί ως πολιτική σανίδα σωτηρίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος μπορεί πλέον να υποστηρίξει ότι έβαλε τέλος σε έναν πόλεμο, απέτρεψε μια μακροχρόνια αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή και συνέβαλε στο άνοιγμα της σημαντικότερης ενεργειακής οδού του πλανήτη. Βεβαίως, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον είχε προηγουμένως αποδεχθεί τις πιέσεις του Ισραήλ για εμπλοκή σε μια σύγκρουση που οδήγησε στο κλείσιμο του Ορμούζ και προκάλεσε ενεργειακές αναταράξεις.
Παρά ταύτα, η συμφωνία αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Εφόσον οι συνομιλίες των επόμενων 60 ημερών οδηγήσουν σε μια νέα πυρηνική συμφωνία που θα προσφέρει στην Ουάσιγκτον περισσότερα από όσα προέβλεπε η συμφωνία του 2015 επί Μπαράκ Ομπάμα – από την οποία ο ίδιος ο Τραμπ απέσυρε τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2018 – τότε θα μπορεί να επικαλείται μια ουσιαστική επιτυχία.
Η εξέλιξη αυτή δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που άσκησε πίεση στο Ιράν, γνωρίζοντας ταυτόχρονα πότε να σταματήσει. Αν όμως οι διαπραγματεύσεις των επόμενων δύο μηνών δεν οδηγήσουν σε σαφείς και ελέγξιμες δεσμεύσεις, τότε το κέρδος του θα είναι κυρίως πολιτικό και όχι στρατηγικό.
Το Ισραήλ ως ο μεγάλος δυσαρεστημένος
Αν υπάρχει ένας παίκτης που δείχνει να εξέρχεται άβολα από τη συμφωνία, αυτός είναι το Ισραήλ. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου συμμετείχε ενεργά στη στρατιωτική διάσταση της κρίσης, όχι όμως και στη διαμόρφωση της διπλωματικής της κατάληξης. Η Ουάσιγκτον έκρινε ότι η σύγκρουση έπρεπε να τερματιστεί, τη στιγμή που το Ισραήλ επιθυμούσε τη συνέχιση της πίεσης.
Η συμπερίληψη του Λιβάνου στο πλαίσιο της παύσης των επιχειρήσεων προσθέτει ακόμη ένα σημείο έντασης. Οι πρώτες αντιδράσεις στο Ισραήλ είναι ενδεικτικές: από τον Μπεν Γκβιρ μέχρι τον Γκολάν, τον Αϊζενκότ και τον Σμότριτς, πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές αφετηρίες συγκλίνουν στην άποψη ότι η συμφωνία δεν εξυπηρετεί τα ισραηλινά συμφέροντα. Επιπλέον, η αναφορά του Τραμπ στον Νετανιάχου ως «πολύ δύσκολο άνθρωπο» προϊδεάζει για ενδεχόμενες νέες εντάσεις όχι μόνο ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, αλλά και μεταξύ Τελ Αβίβ και Λευκού Οίκου.
Η κομβική σημασία των Στενών του Ορμούζ
Η αποκλιμάκωση της σύγκρουσης υπενθυμίζει μια πραγματικότητα που οι αγορές γνωρίζουν καλά, αλλά συχνά υποτιμούν: τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς μοχλούς στον πλανήτη.
Από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινείται περίπου το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, καθώς και μεγάλες ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου. Δεν πρόκειται απλώς για μια θαλάσσια δίοδο. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που μπορεί να επηρεάσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό, να πιέσει τις κεντρικές τράπεζες, να επηρεάσει πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και να διαμορφώσει το κόστος ζωής από την Ευρώπη μέχρι την Ασία.
Η επαναφορά της λειτουργίας του Ορμούζ οδηγεί σε υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου και προσφέρει ανακούφιση στις αγορές. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κατάσταση επιστρέφει άμεσα στην κανονικότητα. Ναυτιλιακές εταιρείες, ασφαλιστικοί οργανισμοί, παραγωγοί και διυλιστήρια χρειάζονται χρόνο ώστε να πειστούν ότι οι συνθήκες ασφάλειας έχουν αποκατασταθεί. Ακόμη και μια υπογεγραμμένη συμφωνία δεν αρκεί από μόνη της για να επαναφέρει την εμπιστοσύνη σε μια θαλάσσια αρτηρία που μόλις απέδειξε πόσο ευάλωτη μπορεί να γίνει.
Οι αγορές κερδίζουν — προς το παρόν
Οι πρώτοι και πιο άμεσοι κερδισμένοι είναι οι αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου υποχωρούν, τα χρηματιστήρια καταγράφουν νέα υψηλά επίπεδα, οι αποδόσεις των ομολόγων αποκλιμακώνονται και οι κεντρικές τράπεζες παίρνουν μια ανάσα από τον φόβο νέων πληθωριστικών πιέσεων.
Ακόμη όμως και αυτή η θετική εικόνα συνοδεύεται από επιφυλάξεις. Αν το άνοιγμα του Ορμούζ καθυστερήσει, αν οι ασφαλιστικές εταιρείες συνεχίσουν να διστάζουν να καλύψουν πλοία, αν οι ζημιές στις υποδομές αποδειχθούν μεγαλύτερες από τις προβλέψεις ή αν οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα αποτύχουν, τότε το γεωπολιτικό ρίσκο μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις αγορές.
Η διατήρηση των υψηλών τιμών του χρυσού παρά το έντονο ράλι των μετοχών αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό μήνυμα: οι επενδυτές ανακουφίζονται από τις εξελίξεις, αλλά δεν έχουν ακόμη πειστεί πλήρως για τη σταθερότητα της συμφωνίας.
Ποιος κέρδισε τελικά;
Ο Τραμπ αποκόμισε πολιτικά οφέλη, όμως το ιρανικό καθεστώς φαίνεται να κέρδισε περισσότερα. Οι αγορές εξασφάλισαν προσωρινή ανακούφιση. Το Πακιστάν και το Κατάρ ενίσχυσαν το διπλωματικό τους κύρος. Το Ισραήλ είδε την επιρροή του να περιορίζεται στη διπλωματική φάση. Ο Λίβανος κατέβαλε βαρύ τίμημα, ενώ οι χώρες του Κόλπου επηρεάστηκαν σημαντικά από την αναταραχή.
Η ουσία, ωστόσο, βρίσκεται αλλού: η σύγκρουση δεν ανέδειξε έναν αδιαμφισβήτητο νικητή. Ανέδειξε μια νέα ισορροπία φόβου.
Εάν οι επόμενες διαπραγματεύσεις καταλήξουν σε ουσιαστικούς περιορισμούς του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, τότε η συμφωνία ενδέχεται να καταγραφεί ως ιστορικό σημείο καμπής. Αν όχι, θα αποδειχθεί απλώς μια προσωρινή ανάπαυλα — μια παύση σε μια αντιπαράθεση που δεν τερματίστηκε, αλλά μεταφέρθηκε από το πεδίο των συγκρούσεων στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων.
Και τότε το Ορμούζ θα εξακολουθήσει να είναι αυτό που υπήρξε διαχρονικά: όχι απλώς ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα, αλλά το σημείο όπου η γεωπολιτική μετατρέπεται σε τιμή καυσίμων, σε πληθωρισμό για τα νοικοκυριά και σε επιτόκια για τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ .GR
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Πάλμας: Δεν έχει συζητηθεί μόνιμη παρουσία ελληνικών F-16 και φρεγάτας στην Κύπρο
Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις Κύπρου – Ελλάδας, ο Υπουργός Άμυνας τόνισε ότι «βρίσκονται σε εξαιρετικά υψηλό επίπεδο, επιτρέποντας συνεχή συνεννόηση για κάθε ζήτημα που μπορεί να προκύψει, οποιαδήποτε στιγμή».
Δεν έχει τεθεί προς συζήτηση το ενδεχόμενο μόνιμης παρουσίας ελληνικών μαχητικών F-16 και φρεγάτας στην Κύπρο, δήλωσε τη Δευτέρα ο Υπουργός Άμυνας Βασίλης Πάλμας, στο περιθώριο της τελετής παράδοσης και παραλαβής των αποτελεσμάτων των εξετάσεων των εφέδρων αξιωματικών της Β’ ΕΣΣΟ 2026. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι ούτε η πρόσφατη συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με τη Γαλλία προβλέπει εγκατάσταση μόνιμων γαλλικών δυνάμεων στο νησί.
«Σε καθημερινή βάση αξιολογούμε, σε συνεννόηση με την ελληνική Κυβέρνηση, τα δεδομένα που διαμορφώνονται στην περιοχή», ανέφερε ο Υπουργός, απαντώντας σε σχετική ερώτηση για την παρουσία των ελληνικών αεροσκαφών και της φρεγάτας. Όπως σημείωσε, όλα δείχνουν ότι η κρίση που ξέσπασε τον περασμένο Μάρτιο, μετά την αμερικανική επίθεση στο Ιράν, βαίνει προς αποκλιμάκωση.
«Τα F-16 εξακολουθούν να βρίσκονται στην Κύπρο, ενώ η φρεγάτα Έλλη παραμένει στα χωρικά ύδατα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, πρόκειται για προσωρινή παρουσία. Δεν έχει γίνει καμία συζήτηση ούτε για προσωρινή ούτε για μόνιμη εγκατάσταση», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «όταν επανεκτιμηθούν οι συνθήκες, τότε θα εξεταστεί κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει μόνιμη παραμονή ή όχι».
Παράλληλα, επανέλαβε τις ευχαριστίες της Κυβέρνησης προς την Ελλάδα, αλλά και προς τις υπόλοιπες χώρες που στήριξαν την Κυπριακή Δημοκρατία κατά τη διάρκεια εκείνης της κρίσιμης περιόδου, παρέχοντας, όπως είπε, «ομπρέλα προστασίας» και ασφάλειας.
Αναφερόμενος στις διμερείς σχέσεις με την Ελλάδα, ο κ. Πάλμας δήλωσε ότι βρίσκονται σε τέτοιο επίπεδο συνεργασίας ώστε να υπάρχει άμεση επικοινωνία και συνεννόηση για κάθε θέμα που ανακύπτει.
Στη συνέχεια, κληθείς να σχολιάσει τη συμφωνία SOFA μεταξύ Κύπρου και Γαλλίας, επισήμανε ότι η υπογραφή μιας τέτοιας στρατιωτικής συμφωνίας αποτελεί ένδειξη του εξαιρετικού επιπέδου των συνολικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.
Όπως εξήγησε, η συγκεκριμένη συμφωνία εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της στενής συνεργασίας και αποσκοπεί στην περαιτέρω ενίσχυσή της, παρέχοντας διευκολύνσεις στα στρατεύματα των δύο χωρών σε ζητήματα που αφορούν ασκήσεις, εκπαιδεύσεις, ανταλλαγή πληροφοριών και άλλες πρόνοιες που προβλέπονται από το κείμενο της συμφωνίας.
«Από εκεί και πέρα, ανάλογα με τα προγράμματα που θα σχεδιάζουν οι δύο στρατοί για συνεκπαιδεύσεις και συνεργασία, θα προσαρμόζεται και ο τρόπος διεξαγωγής των ασκήσεων, των εκπαιδεύσεων ή οποιασδήποτε άλλης δραστηριότητας», πρόσθεσε.
Απαντώντας σε ερώτηση για το κατά πόσο έχει εξεταστεί η παρουσία γαλλικών δυνάμεων στην Κύπρο κατά τη διάρκεια συγκεκριμένων περιόδων εντός του έτους, ο Υπουργός ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει σχετικός σχεδιασμός. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η συμφωνία δεν προβλέπει μόνιμη παρουσία γαλλικών στρατευμάτων στο νησί, διαψεύδοντας σχετικά δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών.
Τόνισε ακόμη ότι «σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για καθεστώς αντίστοιχο με αυτό της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου», η οποία, όπως υπενθύμισε, εδρεύει στην Κύπρο εδώ και δεκαετίες και συμβάλλει στην ασφάλεια και την προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Όπως εξήγησε, η συμφωνία δίνει τη δυνατότητα παραμονής γαλλικών στρατευμάτων στην Κύπρο για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, κυρίως στο πλαίσιο ανθρωπιστικών ή ειρηνευτικών αποστολών. Για παράδειγμα, σε περίπτωση που χρειαστεί να υποστηριχθεί η απομάκρυνση Γάλλων πολιτών από επικίνδυνες περιοχές της Μέσης Ανατολής ή της Ανατολικής Μεσογείου, οι γαλλικές δυνάμεις μπορούν να παραμείνουν στην Κύπρο για όσο διάστημα απαιτείται ώστε να ολοκληρώσουν την αποστολή τους.
Ερωτηθείς για τις επαφές του με τον Υφυπουργό Άμυνας της Βραζιλίας και κατά πόσο αυτές σχετίζονται με εξοπλιστικά προγράμματα που ενδιαφέρουν την Κύπρο, ο κ. Πάλμας ανέφερε ότι οι συναντήσεις πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των επαφών που θα έχει κατά την επίσκεψή του στη διεθνή έκθεση αμυντικού και στρατιωτικού εξοπλισμού στο Παρίσι.
«Οφείλω να σημειώσω ότι ήδη υπάρχει ένα επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των δύο Υπουργείων Άμυνας και θα εξετάσουμε τρόπους περαιτέρω ενίσχυσης αυτής της σχέσης», πρόσθεσε.
Αναφορικά με τις κινήσεις που γίνονται για προμήθεια εξοπλισμών μέσω του προγράμματος SAFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Υπουργός δήλωσε ότι επιδίωξη είναι τόσο η ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. «Στο πλαίσιο αυτής της διπλής προσπάθειας αναπτύσσονται συνέργειες κυρίως με ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα με τη Γαλλία, σε συνεργασία με κυπριακές εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας, με στόχο την από κοινού ανάπτυξη και παραγωγή εξοπλιστικών προγραμμάτων», ανέφερε.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ3 weeks agoΒουλευτικές εκλογές 2026 – Αναλυτικά αποτελέσματα και κατανομή εδρών
-
Off the Record4 weeks agoΟ Φούλης εν όπως τον σκαλαπούνταρο… εδείχτηκεν τους ούλλους!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΌσα πρέπει να ξέρετε πριν ψηφίσετε!
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΦ. Παναγιώτου: «Στόχος μας μια νέα, πιο σύγχρονη και άμεση δημοκρατία»
-
EKLOGES20263 weeks agoΒουλευτικές Εκλογές 2026 – Ζωντανή Αναμετάδοση Αποτελεσμάτων από το ΡΙΚ
-
Βουλευτικές Εκλογές 20261 month agoΜε μία κενή θέση στο ψηφοδέλτιό του ως ένδειξη τιμής για τον Ανδρέα Νεοφύτου, το ΚΕΚΚ κατέρχεται με 55 υποψηφίους
-
Βουλευτικές Εκλογές 20264 weeks agoΣάλος από πρόταση υποψήφιου του ΕΛΑΜ για παρακολούθηση κομμάτων
-
Βουλευτικές Εκλογές 20264 weeks agoΤι δεν επιτρέπεται από την Παρασκευή μέχρι την ημέρα των εκλογών
-
EKLOGES20264 weeks agoEKLOGES2026 – H τελική της προεκλογικής περιόδου με χιούμορ! | Παρασκευή 22/05 στις 7μμ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ14 hours agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα






