ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Είναι τα e-fuels το μέλλον της αυτοκίνησης;
Το σύνολο πλέον των κατασκευαστών αυτοκινήτων -και δη των ευρωπαϊκών- επαναπροσδιορίζουν άρδην την πολιτική που ακολουθούν με δεδομένες τις προθέσεις αλλά και τις σχετικές αποφάσεις των νομοθετών και των αρμόδιων ρυθμιστικών αρχών για δραστική μείωση του συνολικού περιβαλλοντικού αποτυπώματος των αυτοκινήτων μέσα στα προσεχή χρόνια. Και δη εκείνου που αφορά στις «τοπικές» εκπομπές ρύπων κατά τη χρήση τους.

Για μεγάλους αλλά και μικρότερους κατασκευαστές, όπως η Porsche για παράδειγμα, η νέα και άκρως επιτακτική αυτή προσέγγιση δε θα μπορούσε παρά να περνά μέσα από το δόγμα της ηλεκτροκίνησης, η οποία, θέλοντας και μη, αποτελεί πλέον την επικρατούσα τάση στη σύγχρονη αυτοκινητιστική σκακιέρα. Τόσο στην Ευρώπη, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, πέραν αυτής, οι κατασκευαστές σπορ αυτοκινήτων, συμπεριλαμβανομένης της Ferrari, αλλά και πιο… λαϊκών θα έλεγε κανείς τετράτροχων, όπως εκείνων τους ομίλου Stellantis, φαίνεται να ποντάρουν σε έναν ακόμα ενεργειακό πυλώνα προκειμένου να «σώσουν» τα πανάκριβα πλην όμως δημοφιλή supercars τους αλλά και συνολικά τους κινητήρες εσωτερικής καύσης στα πιο ταπεινά τους μοντέλα: στα e-fuels.
Ή αλλιώς, στα ηλεκτροκαύσιμα, τα οποία πρακτικά έχουν μηδενικό ισοζύγιο άνθρακα όταν καταναλώνονται, εφόσον η παραγωγή τους πραγματοποιείται με την αποκλειστική χρήση καθαρής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Αν μη τι άλλο, πρόκειται για μια λύση-μάννα εξ ουρανού που αναμένεται να δώσει όχι στα λόγια αλλά στην πράξη το πολυπόθητο για τους παραδοσιακούς petrolhead «φιλί της ζωής» στα πολυαγαπημένα και ρυπογόνα έως τώρα οχήματά τους με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Ωστόσο, ο δρόμος για τα ηλεκτροκαύσιμα δεν φαίνεται να είναι στρωμένος με ροδοπέταλα… Και αυτό γιατί «καθ’ οδόν» πολλά είναι τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν προκειμένου κάποια στιγμή να μιλάμε για μαζική υιοθέτησή τους από την πλειοψηφία των αυτοκινήτων ευρείας παραγωγής και… κατανάλωσης.

Τι είναι τα e-fuels
Τα ηλεκτροκαύσιμα, ή αλλιώς, τα e-fuels, αποτελούν τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη μία ιδιαίτερα ελπιδοφόρα όσο και ειδική κατηγορία καυσίμων, στα οποία οι κατασκευαστές οχημάτων έχουν αρχίσει να δίνουν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα τα τελευταία χρόνια. Οι συγκεκριμένοι συνθετικού τύπου υδρογονάνθρακες δημιουργούνται με τη σύνθεση των δεσμευμένων από την ατμόσφαιρα εκπομπών CO2 και του υδρογόνου που παράγεται με τη σειρά του με χρήση ανανεώσιμης ενέργειας ή ηλεκτρικής ενέργειας χωρίς εκπομπές CO2.
Πόσο «καθαρά» είναι
Επί της ουσίας, τα ηλεκτροκαύσιμα απελευθερώνουν CO2 στην ατμόσφαιρα όταν χρησιμοποιούνται σε έναν κινητήρα εσωτερικής καύσης. Επομένως, δεν είναι 100% καθαρά. Μολαταύτα, το όλο… σκεπτικό πίσω από τη μελλοντική τους χρήση ως καθαρό καύσιμο είναι ότι αυτές οι εκπομπές είναι ίσες με την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που αφαιρείται από την ατμόσφαιρα για την παραγωγή του καυσίμου – καθιστώντας με τον τρόπο αυτό το εν λόγω καύσιμο ουδέτερο σε CO2.
Πού μπορούν να χρησιμοποιηθούν
Τα ηλεκτροκαύσιμα μπορούν να βρουν εφαρμογή σε συμβατικά επιβατικά αυτοκίνητα ή ακόμα και σε καθαρόαιμες αγωνιστικές κατασκευές, που χρησιμοποιούν σε κάθε περίπτωση κινητήρες εσωτερικής καύσης, συμπεριλαμβανομένων μάλιστα και εκείνων που υιοθετούν υβριδικές μονάδες κίνησης. Στην πράξη, τα e-fuels προσφέρουν μια μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως και 85%.

Πόσο βιώσιμη είναι η λύση των e-fuels;
Μπορεί μέχρι σήμερα η τεχνολογία παραγωγής των e-fuels να βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, ωστόσο στην περίπτωση που μπορεί να εξασφαλιστεί ηλεκτρική ενέργεια με χαμηλό κόστος που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, όπως η αιολική, τα ηλεκτροκαύσιμα θεωρούνται από πολλούς μία πρώτης τάξεως εναλλακτική, με πολύ χαμηλότερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε σχέση με τα «παραδοσιακά» ορυκτά καύσιμα. Ένας από αυτούς είναι και η Porsche, η οποία εγκαινίασε και επίσημα τη μονάδα παραγωγής ηλεκτροκαυσίμων που δημιούργησε στη Χιλή, στην περιοχή Punta Arenas.

Σύμφωνα με το γερμανικό εργοστάσιο, το νότιο τμήμα της Χιλής στο οποίο βρίσκεται η συγκεκριμένη μονάδα, προσφέρει ιδανικές συνθήκες για την παραγωγή ηλεκτροκαυσίμων, με τον άνεμο να φυσά για περίπου 270 ημέρες το χρόνο και να επιτρέπει στις ανεμογεννήτριες να λειτουργούν με πλήρη δυναμικότητα. Στην πιλοτική φάση της μονάδας της Porsche, η παραγωγή e-fuel αναμένεται να κυμανθεί σε περίπου 130.000 λίτρα ετησίως. Αρχικά, το συγκεκριμένο καύσιμο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί στους αγώνες, και συγκεκριμένα στο Porsche Mobil 1 Supercup, αλλά και στα Porsche Experience Centers της εταιρείας. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας η παραγωγή του θα φτάσει στα 55.000.000 λίτρα ετησίως, ενώ δύο χρόνια αργότερα θα «εκτοξευτεί» στα 550.000.000 λίτρα.

Μπορούν τα e-fuels να «καθαρίσουν» την αυτοκίνηση;
Τα e-fuels μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα σημερινά οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης -και μάλιστα με ελάχιστες μετατροπές- αλλά και να μεταφερθούν μέσω των υφιστάμενων δικτύων και δομών που σήμερα διακινούν τα ορυκτά καύσιμα. Οι υποστηρικτές των e-fuels τονίζουν με έμφαση ότι τα ηλεκτροκαύσιμα συνθέτουν σήμερα μια «ενδιαφέρουσα διαδρομή» για τη μείωση των εκπομπών CO2 του υπάρχοντος στόλου επιβατικών αυτοκινήτων, χωρίς να καταστεί αναγκαία η αντικατάσταση κάθε οχήματος με ηλεκτρικό. Ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα πάνω από 1,3 δισεκατομμύρια οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης κυκλοφορούν στους ανά τον κόσμο δρόμους – και αυτά είναι πρακτικά αδύνατο να αντικατασταθούν με ηλεκτρικά οχήματα μηδενικών εκπομπών.
Τι υποστηρίζουν οι επικριτές των e-fuels
Στο αντίπαλο στρατόπεδο, υπάρχουν πολλές φωνές που τονίζουν ότι η παραγωγή των e-fuels είναι πολύ ακριβή. Και πρωτίστως, ενεργοβόρα. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση των e-fuels σε ένα αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης απαιτεί περίπου πέντε φορές περισσότερη ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια από ό,τι η λειτουργία ενός ηλεκτρικού οχήματος με μπαταρία, σύμφωνα με δημοσίευση του 2021 στο περιοδικό Nature Climate Change.

Την ίδια στιγμή, οι έως τώρα εκτιμήσεις κάνουν λόγο για τιμή που αγγίζει αυτή τη στιγμή περίπου τα 10 ευρώ/λίτρο! Ωστόσο, κατασκευαστές που έχουν ήδη ξεκινήσει να δραστηριοποιούνται στο χώρο της παραγωγής, όπως η Porsche, αλλά και μεγάλα διυλιστήρια ορυκτών καυσίμων που σκέφτονται το ενδεχόμενο να μετατραπούν σε μονάδες παραγωγής ηλεκτροκαυσίμων στο απώτερο μέλλον, θεωρούν ότι με την κλιμάκωση της παραγωγής τους το κόστος θα πέσει σημαντικά – ενδεχομένως στα επίπεδα των 2 ευρώ/λίτρο σε περισσότερο από μια δεκαετία από σήμερα.
Την ίδια στιγμή, πολλοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εντός των κόλπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποστηρίζουν ότι τα e-fuels πρέπει να προορίζονται για κλάδους που είναι δύσκολο να «απελευθερωθούν» από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, όπως η ναυτιλία και η αεροπορία, οι οποίοι, σε αντίθεση με τα επιβατικά αυτοκίνητα, δεν μπορούν εύκολα να λειτουργήσουν χρησιμοποιώντας ηλεκτροκινητήρες που θα τροφοδοτούνται από μπαταρίες.
Οι Βρυξέλες ανοίγουν και τυπικά την πόρτα στα ηλεκτροκαύσιμα
Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη επιμένει -και ορθά- στο δόγμα της ηλεκτροκίνησης για τον μηδενισμό των εκπομπών ρύπων από κάθε νέο αυτοκίνητο που θα πωλείται στην περιφέρειά της από το 2035 και μετά, οι Βρυξέλες, ύστερα από τις έντονες πιέσεις της Γερμανίας και της εγχώριας όσο και πανίσχυρης εν τω συνόλω της αυτοκινητοβιομηχανίας, άνοιξε την πόρτα στα ηλεκτροκαύσιμα. Επιλύοντας μια διαφωνία που ξέσπασε πίσω από κλειστές πόρτες και απείλησε να υπονομεύσει το φιλόδοξο σχέδιο των γηραιάς ηπείρου για μηδενισμό των εκπομπών CO2 από την ημερομηνία αυτή και μετά, η συμφωνία που επετεύχθη θα επιτρέπει τελικά τις πωλήσεις συγκεκριμένων αυτοκινήτων που θα τροφοδοτούνται με κινητήρες εσωτερικής καύσης που θα καταναλώνουν e-fuels.

Και κάπως έτσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δημιουργήσει σύντομα και τυπικά τη «νόμιμη οδό» που θα επιτρέπει πέραν του 2035 τις πωλήσεις νέων αυτοκινήτων που λειτουργούν μόνο με e-fuels, τα οποία θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης αντί για βενζίνη. Αυτό θα επιτρέψει στις αυτοκινητοβιομηχανίες να αναπτύξουν και να συνεχίσουν να πωλούν ένα νέο «είδος» αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης που θα λειτουργούν αποκλειστικά και μόνο με πιστοποιημένα καύσιμα ουδέτερα σε CO2. Μάλιστα, αυτά τα οχήματα θα είναι εξοπλισμένα με τεχνολογία που θα εμποδίζει την εκκίνηση τους όταν γεμίζουν με συμβατικά καύσιμα, όπως βενζίνη ή ντίζελ.
Πηγή: Kathimerini
voulitv
Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

*by Euripides L. Evriviades
Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy
What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?
Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.
Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.
Consider the pieces.
Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.
Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.
No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.
Once seen, the pattern is difficult to unsee.
It did not begin with Trump
But this did not begin with Trump.
In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.
The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.
This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.
America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.
The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.
American leadership worked because others had a stake in the system too.
The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.
Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.
Then look east.
Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.
Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.
Power beyond the battlefield
Twenty-first-century power extends beyond geography.
Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.
And above all, the dollar.
After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.
The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.
Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.
The pieces begin to connect.
The pieces begin to connect
Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.
Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.
None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.
Grand strategy does not require choreography.
Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.
The price of primacy
But therein lies the paradox.
American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.
Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.
Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.
As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.
Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.
Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.
The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.
The danger lies elsewhere.
The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.
America may win many of the transactions.
The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.
*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις
Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.
Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency
Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;
Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.
Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.
Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.
Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.
Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.
Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.
Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.
Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.
Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.
Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.
Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.
Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.
Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.
Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.
Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.
Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.
Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.
Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.
Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.
Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.
Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.
Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.
Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.
Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.
Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
ΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
Στην πολιτική, οι λέξεις σπάνια επιλέγονται τυχαία. Και όταν ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας αποφασίζει να συμπυκνώσει τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της χώρας σε μία λέξη —«ΔΗΣΑΚΕΛ»— δεν κάνει απλώς ένα λεκτικό παιχνίδι. Χαράζει γραμμή αντιπαράθεσης.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης γνώριζε πολύ καλά ότι ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός θα ενοχλούσε. Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν και ο πραγματικός του στόχος.
Γιατί η ταύτιση ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ αγγίζει δύο διαφορετικές πολιτικές ευαισθησίες: για το ΑΚΕΛ, την προσπάθεια να εμφανίζεται ως η διακριτή αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κεντροδεξιά διακυβέρνηση· για τον ΔΗΣΥ, κάτι ακόμη βαθύτερο: την ίδια του την πολιτική ταυτότητα και τη σχέση του με έναν Πρόεδρο που προέρχεται από τα σπλάχνα του.
Και κάπου εδώ η συζήτηση παύει να αφορά μόνο τους διορισμούς στους ημικρατικούς οργανισμούς.
Αφορά το 2028.
Ο Χριστοδουλίδης οικοδομεί τον αντίπαλό του
Η πολιτική στρατηγική του Προεδρικού αρχίζει να αποκτά καθαρότερο περίγραμμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιχειρεί να παρουσιάσει την κυβέρνησή του ως έναν αυτόνομο κεντροδεξιό πόλο, απέναντι σε μια αντιπολίτευση που —κατά την κυβερνητική αφήγηση— μπορεί να ξεκινά από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, αλλά καταλήγει ολοένα συχνότερα στην ίδια πολιτική στόχευση.
Το «ΔΗΣΑΚΕΛ», συνεπώς, δεν απευθύνεται πρωτίστως στις ηγεσίες των δύο κομμάτων.
Απευθύνεται στους ψηφοφόρους.
Και ιδιαίτερα στους ψηφοφόρους του Δημοκρατικού Συναγερμού.
Εκεί βρίσκεται ίσως το πραγματικό πεδίο της μάχης.
Η δύσκολη εξίσωση της Πινδάρου
Για τον ΔΗΣΥ το πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο από μια σκληρή ανακοίνωση του Προεδρικού.
Πρέπει ταυτόχρονα να ασκεί αντιπολίτευση στον Νίκο Χριστοδουλίδη και να πείθει ότι αποτελεί τη φυσική πολιτική έκφραση της Κεντροδεξιάς, απέναντι σε έναν Πρόεδρο που δηλώνει συναγερμικός και χαρακτηρίζει την κυβέρνησή του κεντροδεξιά.
Πρέπει να διαφοροποιείται χωρίς να αποξενώνει ένα σημαντικό τμήμα της δικής του εκλογικής βάσης που εξακολουθεί να βλέπει θετικά τον Πρόεδρο.
Και, κυρίως, πρέπει κάποια στιγμή να απαντήσει στο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από κάθε σημερινή σύγκρουση:
Ποιος θα εκφράσει την Κεντροδεξιά το 2028;
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Οι πληγές του 2023 δεν έχουν κλείσει. Απλώς καλύφθηκαν προσωρινά από την ανάγκη πολιτικής συνύπαρξης. Τώρα επανέρχονται, καθώς η επόμενη προεδρική αναμέτρηση παύει σιγά-σιγά να αποτελεί μακρινό ορίζοντα.
Και το ΑΚΕΛ;
Το ΑΚΕΛ έχει διαφορετικό πρόβλημα.
Η σκληρή αντιπολίτευση απέναντι στην κυβέρνηση είναι απολύτως αναμενόμενη για το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Όταν όμως η κριτική του συμπίπτει επανειλημμένα με εκείνη του ΔΗΣΥ, το Προεδρικό αποκτά την ευκαιρία να παρουσιάζει δύο ιδεολογικά αντίθετους χώρους ως ένα άτυπο αντιχριστοδουλιδικό μέτωπο.
Πολιτικά, η ταύτιση είναι ασφαλώς υπεραπλούστευση.
Επικοινωνιακά, όμως, είναι εξαιρετικά εύχρηστη.
Και στην πολιτική οι εύχρηστες αφηγήσεις συχνά αποδεικνύονται ισχυρότερες από τις σύνθετες εξηγήσεις.
Οι διορισμοί ήταν η αφορμή
Το παράδοξο είναι ότι μέσα στον θόρυβο κινδυνεύει να χαθεί το ουσιαστικό ερώτημα.
ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ έθεσαν ζητήματα για τη διαδικασία των διορισμών και ειδικότερα για επιλογές που έγιναν εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση, 21 από τους 95 διορισθέντες δεν περιλαμβάνονταν στις σχετικές εισηγήσεις.
Αυτό είναι ένα θέμα που απαιτεί πολιτική και θεσμική απάντηση — όχι μόνο επικοινωνιακή αντεπίθεση.
Διότι η αξιοκρατία δεν αποδεικνύεται με συνθήματα. Αποδεικνύεται με διαδικασίες που μπορούν να αντέξουν στον δημόσιο έλεγχο.
Το ίδιο, βεβαίως, ισχύει και για την αντιπολίτευση: η κριτική αποκτά πραγματική αξία όταν συνοδεύεται από στοιχεία και όχι όταν εξαντλείται στον διαγωνισμό της πιο σκληρής ανακοίνωσης.
Το 2028 μπήκε ήδη στο δωμάτιο
Όποιος παρακολουθεί τις τελευταίες πολιτικές συγκρούσεις σαν μεμονωμένα επεισόδια, πιθανότατα χάνει τη μεγάλη εικόνα.
Ο ανασχηματισμός, οι διορισμοί, η αντιπαράθεση Προεδρικού–Πινδάρου, η προσπάθεια του Νίκου Χριστοδουλίδη να προσδιορίσει καθαρότερα το κεντροδεξιό στίγμα της κυβέρνησής του και τώρα το «ΔΗΣΑΚΕΛ» είναι κομμάτια μιας ευρύτερης πολιτικής αναδιάταξης.
Οι Προεδρικές του 2028 μπορεί ημερολογιακά να απέχουν.
Πολιτικά, όμως, έχουν ήδη αρχίσει.
Ο Χριστοδουλίδης θέλει να κατοχυρώσει τον χώρο του. Ο ΔΗΣΥ πρέπει να αποφασίσει πώς θα ανακτήσει τον δικό του. Το ΑΚΕΛ καλείται να οικοδομήσει πειστική εναλλακτική πρόταση και όχι απλώς αντιπολιτευτικό λόγο.
Και μέσα σε αυτή τη νέα γεωμετρία, η λέξη «ΔΗΣΑΚΕΛ» ίσως αποδειχθεί κάτι περισσότερο από μια ακόμη ατάκα μιας θερμής πολιτικής αντιπαράθεσης.
Ίσως να ήταν η πρώτη καθαρή προεκλογική βολή μιας μάχης που κανείς ακόμη δεν παραδέχεται επισήμως ότι έχει αρχίσει.
-
Off the Record3 weeks agoΑβέρωφ Νεοφύτου: Ορμώμενος εξ Αργάκας, ξανακτυπά
-
Άρθρα Χάρη Θεραπή3 weeks agoΔΗΣΥ: Ο καλύτερος σύμμαχος του Χριστοδουλίδη
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΔΗΣΑΚΕΛ»: Μια λέξη, πολλές ανασφάλειες και το 2028 που ήδη άρχισε
-
Off the Record2 weeks agoΔΗΣΥ: Η Αννίτα λέει «όχι», ο Αβέρωφ «ίσως» και ο Παμπορίδης… σιωπά
-
Off the Record1 week agoΠερί Προεδρικής λιμουζίνας
-
Off the Record1 month agoΓκουτέρες αναξιόπιστος και Πόντιος Πιλάτος
-
Off the Record4 weeks agoΠολλοί σωτήρες για τον Προεδρικό θώκο
-
Off the Record1 month agoΤο Στενό, το πετρέλαιο και η αξία της συγκράτησης
-
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ3 weeks agoMecca and the new Middle East: what it means for Cyprus
-
Off the Record1 month agoΟι φιλοδοξίες στον ΔΗΣΥ και η μάχη για το 2028






