ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Εκλογές, ακροδεξία, κλίμα, στεγαστικό, απασχολούν τους Κύπριους Ευρωβουλευτές
Η άνοδος της ακροδεξίας, η κλιματική αλλαγή, το στεγαστικό, η γεωπολιτική κατάσταση, οι Ευρωεκλογές και η οικονομία γενικά είναι κάποια από τα θέματα που απασχολούν τους Κύπριους Ευρωβουλευτές και για τα οποία συζήτησαν σε συνάντησή τους με δημοσιογράφους από την Κύπρο στο περιθώριο της Ολομέλειας του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.
Η Ευρωβουλευτής Ελένη Σταύρου, (Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος) αναφέρθηκε στα χαρτοφυλάκια που ανέλαβε κυρίως ως σκιώδης εισηγήτρια, που καλύπτουν μια σειρά θεμάτων, από την επιμήκυνση του προϋπολογισμού για το 2024, τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στο διαδίκτυο, ευκαιρίες σε νέους αγρότες, βία στην οικογένεια και κατά των παιδιών, έμφυλη βία, και διάφορα άλλα.
Ανέφερε ότι αυτή την εβδομάδα φιλοξενεί και διοργανώνει εκδήλωση με την Κύπρια ζωγράφο Μαρία Λαδόμματου, τα έργα της οποίας πραγματεύονται την κλιματική αλλαγή, περιβαλλοντική καταστροφή και πως αυτό επηρεάζει τη ζωή και καθημερινότητα των ανθρώπων. Σημείωσε ότι αυτός ο προβληματισμός για την ίδια είναι απόρροια του ταξιδιού που έκανε στην Αφρική όπου είδε, όπως ανέφερε, ότι η κλιματική αλλαγή έχει άμεση σχέση και με την μετανάστευση, αφού όταν ο κόσμος δεν μπορεί να καλλιεργήσει εκεί, να ταΐσει τα ζώα του, αναγκάζεται να μεταναστεύσει. «Πρέπει να βοηθήσουμε να σταθούν εκείνες οι κοινωνίες, αφού εμείς αφήνουμε και το μεγαλύτερο αποτύπωμα στον πλανήτη», είπε η κ. Σταύρου. Πρόσθεσε ότι αυτό έχει άμεση σχέση και με σωματεμπορία παιδιών, γυναικών, οργάνων, κλπ.
Ανέφερε ακόμη ότι, προτεραιότητά της αυτή τη στιγμή είναι οι διακρατικές υιοθεσίες, και ότι είχε συναντήσεις με Κομισιόν και με αρμόδιους Υπουργούς στην Ελλάδα για να δίνεται η δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών μέσω άλλων κρατών μελών της ΕΕ. Σημείωσε ότι το οικογενειακό δίκαιο δεν διέπεται από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, έγκειται στα εθνικά κοινοβούλια, άρα αυτό που μπορεί να γίνει είναι διμερείς συμφωνίες. Είπε ακόμη ότι μέσα από τη δράση της θέλει να αναδείξει τις επιπτώσεις στη ψυχική και σωματική υγεία των γυναικών οι ανεπιτυχείς εξωσωματικές γονιμοποιήσεις, αλλά και το οικονομικό κόστος.
Για την κατάσταση στην περιοχή, η κ. Σταύρου ανέφερε ότι ανησυχεί για τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή και στο ότι επεκτείνεται και στην Υεμένη, και στον Λίβανο, αλλά και στις ΗΠΑ με τη συμμετοχή της χώρας και της Γαλλίας στα κτυπήματα κατά των Χούθι. Ανησυχεί επίσης, πρόσθεσε, που η Τουρκία δίνει καταφύγιο στους αρχηγούς της Χαμάς, και ότι συνεχίζει να έχει αδιάλλακτη στάση στο Κυπριακό, και ότι μαζεύει στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο. Πρέπει να δούμε και κάποια βήματα από την Τουρκία, πριν αρχίσουμε να δίνουμε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, είπε, ακόμη.
Είπε ακόμη ότι, ο Ευρωπαίος πολίτης δεν αισθάνεται ασφαλής ούτε στα εσωτερικά ούτε στα εξωτερικά του σύνορα, και αναρωτιέται κατά πόσο η αμυντική κάλυψη από το ΝΑΤΟ είναι αρκετή.
Ο Ευρωβουλευτής Γιώργος Γεωργίου (Ομάδα της Αριστεράς), αναφέρθηκε στις Ευρωεκλογές σημειώνοντας ότι, με τις εκλογές η Ευρώπη αναμετράται με το μπόι και την αξιοπιστία της, και τη δυνατότητα της να υπάρχει ως ξεχωριστή γεωπολιτική αυτόνομη οντότητα μακριά από εξαρτήσεις και να σεβαστεί τις διακηρυκτικές της αξίες, τις οποίες όπως είπε, «δεν σέβεται», και να διαφυλάξει τη δημοκρατία, την ειρήνη και την κοινωνική ευημερία των πολιτών της.
Αυτή την περίοδο υπολείπεται η Ευρώπη σε αυτά τα ζητήματα, πρόσθεσε, και αναφέρθηκε σε «ανθρωποσφαγή» στην Παλαιστίνη, και σε έξαρση στρατικοποίησης της ίδιας της Ευρώπης, και έντονης εξάρτησης της από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, σκάνδαλα, και άνοδο της ακροδεξιάς «σε σημείο τρομακτικό». Σημείωσε ότι δεν είναι μηδενιστής, και αναφέρθηκε στα «καλά της Ευρώπης», τα οποία, όπως είπε, συμβάλλουν και στην βελτίωση και της Κυπριακής κοινωνίας και Κράτους, αλλά ότι βρίσκονται σε αυτό το αξίωμα για να λένε την αλήθεια.
«Ως άνθρωποι της Αριστεράς είμαστε, κριτικοί, μαχητικοί, αξιόπιστοι και με αυτή τη δύναμη που μας δίνουν οι πολιτικές μας θέσεις, θα πάμε στα εκλογές τον Ιούνιο του 2024 για να υλοποιήσουμε τους στόχους που έχουμε θέσει ως χώρος, να εκλέξουμε δύο ευρωβουλευτές με ένα ψηφοδέλτιο πολύ ισορροπημένο», ανέφερε.
Για το θέμα της Λετονής Ευρωβουλευτού για την οποία ξεκίνησε έρευνα μετά από ισχυρισμούς ότι συνεργάστηκε με ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών, ο κ. Γεωργίου εξέφρασε τη διαφωνία του με τον τρόπο που το χειρίστηκε η πολιτική του ομάδα. Είπε ότι καταδίκασαν με όλη τους την ψύχη την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, αλλά δεν συμφωνεί με το να κατηγορείται ως κατάσκοπος ο οποιασδήποτε Ευρωβουλευτής που πραγματοποιεί συναντήσεις με Ρώσους για να συζητήσουν κάποια ζητήματα, «και χωρίς στοιχεία και τεκμήρια, μόνο μέσα από υπόνοιες».
Είπε ότι με αυτό τον τρόπο, στο μέλλον, θα μπορούσε να βρεθεί στην ίδια θέση ο οποιασδήποτε Ευρωβουλευτής που θα μπορούσε να είχε μια παρόμοια συνάντηση. Οι συναντήσεις όταν γίνονται μέσα στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων των ευρωβουλευτών δεν μπορούν να στοχοποιούνται, σημείωσε ο κ. Γεωργίου.
Ο Ευρωβουλευτής Νιαζί Κιζιλγιουρέκ που είναι επίσης μέλος της ομάδας της Αριστεράς στο ΕΚ, είπε ότι θα πρέπει η συγκεκριμένη ευρωβουλευτής να έχει δικαίωμα να εισακουστεί η άποψή της. Σε σχόλιο ότι υπήρξαν ισχυρισμοί ότι είναι πράκτορας των Ρώσων, ο κ. Κιζιλγιουρέκ σημείωσε ότι αυτό το κάνουν και τα καθεστώτα Ερντογάν και Πούτιν, όπου, όπως είπε, πρώτα έρχεται η τιμωρία και μετά βρίσκεται ο ένοχος.
Εξέφρασε ακόμη ανησυχία για την άνοδο της ακροδεξιάς, και ειδικά με το τι γίνεται σήμερα στη Γερμάνια, όπου εκατομμύρια άνθρωποι είναι στους δρόμους μετά από αποκάλυψη για σχέδιο του εθνικιστικού κόμματος AfD, για το πως να διώξουν ξένους από τη Γερμανία, ακόμη και άτομα με γερμανική υπηκοότητα των οποίων οι γονείς είναι από άλλες χώρες. Ανέφερε ότι, και σε άλλες χώρες, η ακροδεξιά είχε παρόμοια αφηγήματα, και ότι η ακροδεξιά είναι και κατά της ΕΕ. Αυτό, είπε, είναι απειλή κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και πρόκληση για τον φιλελευθερισμό. Σημείωσε ότι οι ανισότητες και ο φόβος για επιβίωση οδήγησαν στην ακροδεξιά, ενώ ότι η ΕΕ δεν θα είναι το ίδιο μετά τις εκλογές, αφού φαίνεται ότι θα είναι πολύ πιο μεγάλη η επιρροή της ακροδεξιάς.
Για τα Ευρωτουρκικά, ο κ. Κιζιλγιουρέκ, είπε ότι θα πρέπει να μάθουμε τι συμβαίνει σε αυτό το πεδίο και αναφέρθηκε σε μυστικές συνομιλίες και για διαπραγμάτευση πίσω από κουρτίνες για το πως θα μπορέσει η Τουρκία να έρθει πιο κοντά στην ΕΕ. Αυτό είπε, βασίζεται στις δικές του ερμηνείες παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Ανέφερε ότι η ΕΕ θέλει να έχει την Τουρκία κοντά, η μεν Κύπρος θέλει οι κυπρογενείς υποχρεώσεις της να υλοποιηθούν, όμως ο Ερντογάν αποφεύγει μέχρι τώρα να συνδέσει το Κυπριακό με τις ευρω-τουρκικές σχέσεις και βάζει μπροστά τη γεωπολιτική σημασία της χώρας του.
Είπε ακόμη ότι είναι σημαντική εξέλιξη η άφιξη στην Κύπρο της προσωπικής απεσταλμένης του ΓΓ του ΟΗΕ.
Ο Ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (Ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών), ερωτηθείς από δημοσιογράφο σχετικά με τις ευρωεκλογές, ανέφερε ότι, αν όλα πάνε καλά, θα διεκδικήσει μια θέση στην ηγεσία του ΕΚ. Είπε ότι δεν αποφασίστηκε κάτι ακόμη στο ΔΗΚΟ, όσον αφορά στις υποψηφιότητες.
Κατά τη συνάντηση αναφέρθηκε στο θέμα του κατώτατου εθνικού μισθού και στο κενό στην Κυπριακή νομοθεσία για πολλά επαγγέλματα, αφού δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση ή νομοθεσία που να ορίζει τον εβδομαδιαίο αριθμό ωρών πλήρους απασχόλησης, με αποτέλεσμα, για πολλούς εργαζομένους αυτό να σημαίνει ως και 48 ώρες. Εξήγησε ότι αυτό σημαίνει ότι κάποιοι πληρώνονται €1000 για 38 ώρες εργασίας και κάποιοι για 48 ώρες, σημειώνοντας ότι είναι δυσμενής διάκριση για εκείνους τους εργαζόμενους για τους οποίους δεν υπάρχει νομοθεσία, ούτε συλλογική σύμβαση για τον αριθμό ωρών πλήρους απασχόλησης.
Σημείωσε ότι η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία λέει ότι μέχρι τις 48 ώρες μαζί με τις υπερωρίες είναι νομικά αποδεκτό, αλλά άλλη Οδηγία αναφέρει ότι ο κατώτατος μισθός που θα καθορίσει ξεχωριστά το κάθε Κράτος-Μέλος θα αποφασιστεί με αντικειμενικούς δείκτες και να διασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση.
Ο κατώτατος μισθός, ανέφερε ο κ. Μαυρίδης, δεν θεσπίστηκε από την ΕΕ μόνο ως ένα ποσό αλλά σε συνάρτηση με αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Πρόσθεσε ότι στην Κύπρο, μόνο για πωλητές/-τριες, που είναι 38 ώρες, και γραφειακό προσωπικό (42 ώρες) είναι νομικά ρυθμισμένα το ωράριά τους.
Ο κ. Μαυρίδης αναφέρθηκε και στο στεγαστικό πρόβλημα, εκφράζοντας την άποψη ότι, η στέγαση θα είναι ένα από τα έντονα δημόσια ζητήματα διαλόγου ενόψει των ευρωεκλογών, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Αναφερόμενος στην Κύπρο, σημείωσε ότι δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί δεν μπήκε το θέμα αυτό στο Εθνικό Σχέδιο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, αλλά ούτε και στην αναθεώρησή του, τη στιγμή που η χώρα «καίγεται» από αυτό το οικονομικό-κοινωνικό θέμα. Σημείωσε ότι η Πορτογαλία αιτήθηκε και εγκρίθηκε για ποσό €1.2 δις μόνο για στέγαση.
Ο Ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης (Ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών), ανέφερε ότι, η πράσινη μετάβαση, αν δεν απευθυνθεί στο λαό και να μπορεί να την αντέξει ο λαός «είναι καταδικασμένη να αποτύχει», και ότι αυτό διαφάνηκε τώρα με τις διαμαρτυρίες των αγροτών. Είπε ακόμη, ότι οι αγρότες στην Κύπρο μπορεί να είναι στην χειρότερη θέση από όλους τους αγρότες της ΕΕ, και αναφέρθηκε στο κόστος παραγωγής των προϊόντων τους και στο ότι οι τιμές πώλησης δεν είναι ικανοποιητικές γι΄αυτούς, και αυτό δημιουργεί ζητήματα. Σημείωσε ότι για να διατηρηθεί ο πρωτογενής τομέας, πρέπει να υπάρξουν διορθωτικές κινήσεις.
Ο κ. Παπαδάκης σημείωσε ακόμη ότι υπάρχει μια δυσαρέσκεια στον κόσμο σε σχέση με το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία καθώς διατίθενται τεράστια κονδύλια για να συνεχιστεί ο πόλεμος, και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι εναντίον αυτής της στήριξης αλλά ότι πρέπει να βρεθεί πολιτική λύση. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να στραφεί η ΕΕ, είπε.
Εξέφρασε τη θέση ότι, σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται στη χειρότερη φάση τα τελευταία 9.5 χρόνια που είναι ο ίδιος ευρωβουλευτής, και αναφέρθηκε σε έναν πόλεμο στην Ευρώπη, και σε άλλον ένα δίπλα στην Ευρώπη, και στην αύξηση των τιμών. Σαφώς, όπως είπε, το κάθε κράτος λαμβάνει μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την μεταπανδημική περίοδο, αλλά προστέθηκε και το Ουκρανικό, και τώρα η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, με το κόστος να ανεβαίνει και οι πολίτες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν. Και στην Κύπρο πρέπει να υπάρξουν ενέργειες για να μπορέσει ο κόσμος να ανταπεξέλθει, σημείωσε.
Ο κ. Παπαδάκης ανέφερε ακόμη ότι, στην Κύπρο, το στεγαστικό είναι «το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα» ειδικά για τα νέα ζευγάρια και ότι άλλα Κράτη-Μέλη πήραν χρήματα από το ταμείο ανάκαμψης για ανέγερση κοινωνικών κατοικιών. Η Κύπρος πρέπει να κάνει κάτι για το θέμα αυτό, άμεσα, είπε.
ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ
Off the Record
Η ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας του Φειδία Παναγιώτου και τα ερωτήματα για το Εθνικό Συμβούλιο
Η δήλωση του Φειδία Παναγιώτου δεν είναι ένδειξη ειλικρίνειας. Είναι ομολογία πολιτικής ανεπάρκειας.
Δηλώνει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς το Κυπριακό για να συμμετέχει ο ίδιος στο Εθνικό Συμβούλιο και επιλέγει να στείλει εκπρόσωπο χωρίς οργανική σχέση με το κόμμα του.
Δηλαδή, ζητά την ψήφο των πολιτών μιας ημικατεχόμενης πατρίδας, αλλά όταν έρχεται η ώρα της μεγαλύτερης εθνικής ευθύνης, δηλώνει… ακατάλληλος.
Και γεννάται ένα απλό ερώτημα: Δεν υπάρχει ούτε ένας εκλεγμένος βουλευτής της παράταξής του που να μπορεί να εκπροσωπήσει το κόμμα στο Εθνικό Συμβούλιο; Αν όχι, τότε με ποια πολιτική επάρκεια διεκδίκησαν την εμπιστοσύνη των Κυπρίων;
Η πολιτική δεν είναι βίντεο στο TikTok, ούτε παιχνίδι δημοσιότητας. Είναι ευθύνη. Και όταν κάποιος παραδέχεται ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην κορυφαία θεσμική διαδικασία για το εθνικό μας ζήτημα, το ελάχιστο που οφείλει είναι να αναλογιστεί αν ήταν εξαρχής έτοιμος να ζητήσει την ψήφο του κυπριακού λαού.
Το Κυπριακό δεν συγχωρεί ούτε την άγνοια ούτε την προχειρότητα. Και σίγουρα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με λογική «βάζω έναν άλλον στη θέση μου».
ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
Η πολιτική εργαλειοποίηση της κοινωνίας των πολιτών: θεσμικά όρια και δημοκρατικές συνέπειες
της Κατερίνας Χατζηστυλλή*
Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα δημόσια κοινωνικά, πολιτιστικά ή επιστημονικά δρώμενα επιτελούν ουσιώδη δημοκρατική λειτουργία, καθώς αναδεικνύουν συλλογικά αιτήματα, προασπίζονται δικαιώματα και διευρύνουν τη συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή. Η θεσμική τους αξία προϋποθέτει, ωστόσο, επαρκή αυτονομία έναντι του κράτους, της αγοράς και των κομματικών μηχανισμών. Το παρόν άρθρο εξετάζει τις μορφές με τις οποίες κοινωνικές δράσεις και μη κυβερνητικές οργανώσεις μπορούν να μετατραπούν σε μέσα προσωπικής ή κομματικής προβολής. Υποστηρίζεται ότι η εργαλειοποίηση δεν ταυτίζεται με κάθε πολιτική τοποθέτηση ή θεσμική συνεργασία, αλλά προκύπτει όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις διοργάνωσης, χρηματοδότησης, ελέγχου και επικοινωνιακής αξιοποίησης. Ιδιαίτερη έμφαση αποδίδεται στην οικονομική εξάρτηση, στις συγκρούσεις συμφερόντων, στη συγκαλυμμένη πολιτική διαφήμιση και στις συνέπειες των πρακτικών αυτών για την εμπιστοσύνη, την πολυφωνία και την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού.
Κοινωνία των πολιτών και θεσμική αυτονομία
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, τα κοινωφελή ιδρύματα, οι πολιτιστικοί φορείς και οι άτυπες συλλογικότητες συγκροτούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους, αγοράς και πολιτικών κομμάτων. Στον χώρο αυτό αναπτύσσονται μορφές κοινωνικής εκπροσώπησης, δημόσιου ελέγχου και συλλογικής διεκδίκησης οι οποίες δεν εξαντλούνται στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η δυνατότητα των οργανώσεων να αναδεικνύουν παραμελημένα προβλήματα, να υπερασπίζονται δικαιώματα και να συμβάλλουν στη διαμόρφωση δημόσιων πολιτικών συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της οργανωτικής και πνευματικής τους αυτονομίας.
Η αυτονομία αυτή δεν συνεπάγεται πολιτική ουδετερότητα. Μια οργάνωση μπορεί θεμιτά να υποστηρίζει περιβαλλοντικές πολιτικές, κοινωνικά δικαιώματα, θεσμικές μεταρρυθμίσεις ή συγκεκριμένες νομοθετικές παρεμβάσεις. Μπορεί επίσης να ασκεί κριτική στην κυβέρνηση, να συνεργάζεται με αιρετούς εκπροσώπους ή να συμμετέχει σε διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντιμετωπίζει την ανοικτή, συμπεριληπτική και αποτελεσματική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών ως συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η πολιτική δραστηριοποίηση, επομένως, δεν αναιρεί την ανεξαρτησία μιας οργάνωσης, εφόσον είναι διαφανής, συμβατή με τον καταστατικό της σκοπό και δεν καταλήγει σε οργανωτική υπαγωγή.
Αναγκαία είναι, συνεπώς, η διάκριση μεταξύ θεμιτής συνηγορίας, δηλωμένης θεσμικής συνεργασίας και συγκαλυμμένης κομματικής λειτουργίας. Στην πρώτη περίπτωση, η οργάνωση παρεμβαίνει αυτοτελώς στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη, συνεργάζεται με πολιτικούς φορείς για συγκεκριμένο και δημοσιοποιημένο σκοπό. Στην τρίτη, η κοινωνική δράση εμφανίζεται ως ανεξάρτητη, ενώ στην πραγματικότητα σχεδιάζεται, χρηματοδοτείται ή αξιοποιείται προς όφελος συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου ή κομματικού μηχανισμού.
Μηχανισμοί πολιτικής εργαλειοποίησης
Η εργαλειοποίηση αρχίζει όταν παρατηρείται αναντιστοιχία μεταξύ του δηλωμένου κοινωνικού σκοπού και της πραγματικής λειτουργίας μιας δράσης. Μια πολιτιστική, επιστημονική, περιβαλλοντική ή φιλανθρωπική εκδήλωση μπορεί τυπικά να διοργανώνεται από ανεξάρτητο φορέα, ενώ η επικοινωνιακή της διαχείριση επικεντρώνεται δυσανάλογα σε έναν πολιτικό ή υποψήφιο. Το κοινωνικό ζήτημα μετατρέπεται τότε σε σκηνικό παραγωγής πολιτικής εικόνας και το ηθικό κύρος της δράσης μεταφέρεται συμβολικά στον πολιτικό πρωταγωνιστή.
Η παρουσία αιρετών εκπροσώπων σε δημόσιες εκδηλώσεις δεν είναι αφ’ εαυτής προβληματική. Καθίσταται προβληματική όταν μετατρέπεται σε ιδιοποίηση της πρωτοβουλίας, όταν αποκρύπτονται οι πραγματικοί διοργανωτές ή όταν το δρώμενο σχεδιάζεται πρωτίστως για την παραγωγή φωτογραφικού και ψηφιακού υλικού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εικόνα υπερισχύει του κοινωνικού αποτελέσματος. Μια περιβαλλοντική δράση χωρίς σχέδιο συνέχειας, μια φιλανθρωπική πρωτοβουλία χωρίς σύνδεση με σταθερή κοινωνική πολιτική ή μια πολιτιστική εκδήλωση χωρίς διαρκές αποτύπωμα μπορούν να αποκτήσουν εκτεταμένη επικοινωνιακή αξία, παρά την περιορισμένη ουσιαστική τους αποτελεσματικότητα.
Ενδείξεις εργαλειοποίησης αποτελούν η απόκρυψη της χρηματοδοτικής ή οργανωτικής συμβολής πολιτικού φορέα, η επιλεκτική πρόσκληση πολιτικών προσώπων χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, η χρονική σύμπτωση της δράσης με προεκλογικές περιόδους και η χρήση του παραγόμενου υλικού σε πολιτικές εκστρατείες. Αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν όταν μια οργάνωση διατηρεί τυπική νομική αυτονομία, αλλά η διοίκηση, η χρηματοδότηση ή η επικοινωνιακή στρατηγική της ελέγχονται ουσιαστικά από κομματικά στελέχη.
Χρηματοδότηση, συγκρούσεις συμφερόντων και ψηφιακή προβολή
Η οικονομική εξάρτηση αποτελεί κεντρικό μηχανισμό πολιτικής επιρροής. Η χρηματοδότηση από δημόσιους φορείς, επιχειρήσεις ή πολιτικά συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συνεπάγεται αυτομάτως αθέμιτο έλεγχο. Δημιουργεί, όμως, αυξημένη υποχρέωση γνωστοποίησης του χρηματοδότη, του ύψους και των όρων της χρηματοδότησης, καθώς και του βαθμού συμμετοχής του στον σχεδιασμό της δράσης, στην επιλογή ομιλητών και στη διαμόρφωση του επικοινωνιακού μηνύματος.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων δεν ισοδυναμούν κατ’ ανάγκην με διαφθορά. Όταν, όμως, παραμένουν αδήλωτες, μπορούν να επηρεάσουν τις οργανωτικές αποφάσεις και να οδηγήσουν σε μορφές «κατάληψης» της διαδικασίας λήψης αποφάσεων από επιμέρους συμφέροντα. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει ότι η αδιαφανής άσκηση επιρροής περιορίζει την ακεραιότητα των θεσμών και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η ψηφιακή επικοινωνία διευρύνει περαιτέρω το πεδίο της εργαλειοποίησης. Φωτογραφίες, βίντεο, επιλεκτικά αποσπάσματα και χορηγούμενες αναρτήσεις μπορούν να αναπαράγουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μια περιορισμένη δράση, δημιουργώντας την εντύπωση προσωπικής πρωτοβουλίας ή ευρείας κοινωνικής αποδοχής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/900 για τη διαφάνεια και τη στόχευση της πολιτικής διαφήμισης, ο οποίος εφαρμόζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από τις 10 Οκτωβρίου 2025, ενισχύει τις υποχρεώσεις αναγνώρισης του πολιτικού διαφημιστικού περιεχομένου και γνωστοποίησης του χρηματοδότη. Μολονότι κάθε ανάρτηση κοινωνικού φορέα δεν συνιστά πολιτική διαφήμιση, η διαφάνεια καθίσταται επιβεβλημένη όταν κοινωνικό περιεχόμενο χρηματοδοτείται ή επαναχρησιμοποιείται με σκοπό την εκλογική ή πολιτική επιρροή.
Δημοκρατικές συνέπειες και θεσμικές εγγυήσεις
Η πολιτική εργαλειοποίηση διαβρώνει πρωτίστως την κοινωνική εμπιστοσύνη. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι πίσω από κάθε δημόσια πρωτοβουλία υποκρύπτεται κομματική στρατηγική, η δυσπιστία επεκτείνεται και σε αυθεντικά ανεξάρτητες οργανώσεις. Παράλληλα, η υπερβολική ταύτιση ενός φορέα με συγκεκριμένο κόμμα περιορίζει την κοινωνική του εμβέλεια και αποδυναμώνει την ικανότητά του να ασκεί αξιόπιστο έλεγχο στην εξουσία.
Επιπλέον, η αδιαφανής αξιοποίηση κοινωνικών δικτύων, δημόσιων χώρων, χορηγιών και επικοινωνιακών πόρων στρεβλώνει την ισότητα του πολιτικού ανταγωνισμού. Ορισμένοι πολιτικοί φορείς αποκτούν πλεονεκτήματα που δεν καταγράφονται ως πολιτική υποστήριξη ή προεκλογική δαπάνη. Παράλληλα, ενισχύονται πελατειακές σχέσεις, καθώς οργανώσεις με προνομιακή πρόσβαση στην εξουσία ενδέχεται να απολαμβάνουν ευνοϊκότερη χρηματοδότηση, θεσμική αναγνώριση και δημόσια προβολή.
Η αποτροπή των φαινομένων αυτών δεν απαιτεί απομόνωση της κοινωνίας των πολιτών από την πολιτική, αλλά σαφείς δικλίδες λογοδοσίας. Κάθε δράση οφείλει να γνωστοποιεί τον κύριο διοργανωτή, τους συνδιοργανωτές, τους χρηματοδότες και τους υποστηρικτές της. Οι οργανώσεις χρειάζονται εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων, διακριτές θεσμικές ταυτότητες και σαφή όρια μεταξύ οργανωτικών πόρων και προσωπικής πολιτικής δραστηριότητας. Η χρήση δημόσιων πόρων και χώρων πρέπει να διέπεται από ισότιμα και ελέγξιμα κριτήρια, ενώ το οπτικοακουστικό υλικό δεν πρέπει να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε πολιτικό διαφημιστικό προϊόν χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και νόμιμη βάση.
Η κοινωνία των πολιτών επιτελεί τη δημοκρατική της αποστολή όταν διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγχει, να αμφισβητεί και να προτείνει, όχι όταν λειτουργεί ως επικοινωνιακό παράρτημα της εκάστοτε εξουσίας. Η συνεργασία με πολιτικούς φορείς είναι θεμιτή όταν παραμένει διαφανής, ισότιμη και προσανατολισμένη στο δημόσιο συμφέρον. Μετατρέπεται σε εργαλειοποίηση όταν αποκρύπτονται οι πραγματικές σχέσεις ελέγχου, οι κοινωνικές πρωτοβουλίες ιδιοποιούνται επικοινωνιακά και το ουσιαστικό αποτέλεσμα υποχωρεί έναντι της κομματικής ή προσωπικής προβολής. Η προστασία της αυτονομίας των οργανώσεων αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα οργανωτικής ακεραιότητας, αλλά βασική προϋπόθεση δημοκρατικής πολυφωνίας και θεσμικής αξιοπιστίας.
Ενδεικτικές αναφορές
Council of Europe. (2007). Recommendation CM/Rec(2007)14 of the Committee of Ministers to Member States on the Legal Status of Non-Governmental Organisations in Europe.
Council of Europe. (2019). Code of Good Practice for Civil Participation in the Decision-Making Process: Revised Edition.
European Commission. (2023). Commission Recommendation (EU) 2023/2836 of 12 December 2023 on Promoting the Engagement and Effective Participation of Citizens and Civil Society Organisations in Public Policy-Making Processes.
European Parliament and Council of the European Union. (2024). Regulation (EU) 2024/900 of 13 March 2024 on the Transparency and Targeting of Political Advertising. Official Journal of the European Union, L 2024/900.
OECD. (2017). Preventing Policy Capture: Integrity in Public Decision Making. OECD Public Governance Reviews. Paris: OECD Publishing. https://doi.org/10.1787/9789264065239-en
OSCE/ODIHR & Venice Commission. (2015). Joint Guidelines on Freedom of Association. Warsaw: OSCE Office for Democratic Institutions and Human Rights. CDL-AD(2014)046.
*Η Κατερίνα Χατζηστυλλή (MPhil and PhD) είναι Αντιπρόεδρος Α΄, Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών και Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
voulitv
52 χρόνια μετά: Η Κύπρος δεν προδόθηκε μόνο το 1974, προδόθηκε και τις δεκαετίες που ακολούθησαν
Πενήντα δύο χρόνια συμπληρώνονται από τις μαύρες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1974. Πενήντα δύο χρόνια από την τουρκική εισβολή, την κατοχή, τους νεκρούς, τους αγνοουμένους και τους εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Πενήντα δύο χρόνια από τη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.
Και όμως, το πιο οδυνηρό ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι έγινε τότε. Αφορά κυρίως το τι δεν έγινε από τότε μέχρι σήμερα.
Γιατί αν το 1974 υπήρξε η χρονιά της καταστροφής, οι επόμενες πέντε δεκαετίες υπήρξαν οι δεκαετίες της πολιτικής διαχείρισης μιας εθνικής ήττας. Μιας διαχείρισης που συχνά χαρακτηρίστηκε από έλλειψη στρατηγικής συνέχειας, εσωτερικές αντιπαραθέσεις και αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής εθνικής πορείας.
Άλλες κυβερνήσεις υποσχέθηκαν λύσεις που δεν ήρθαν ποτέ. Άλλες μίλησαν για «νέες ευκαιρίες» και άλλες για «τελευταίες ευκαιρίες». Κάθε νέα ηγεσία κατηγορούσε την προηγούμενη και ξεκινούσε σχεδόν από το μηδέν, αφήνοντας πίσω της περισσότερες διαφωνίες παρά αποτελέσματα.
Στο μεταξύ, η κατοχή εδραιωνόταν.
Οι γενιές άλλαζαν. Οι πρόσφυγες λιγόστευαν. Οι μάρτυρες της εισβολής έφευγαν από τη ζωή. Τα κατεχόμενα μεταβάλλονταν δημογραφικά και πολεοδομικά. Νέες πραγματικότητες δημιουργούνταν καθημερινά επί του εδάφους, ενώ στην ελεύθερη Κύπρο η δημόσια συζήτηση περιοριζόταν συχνά σε επετειακές δηλώσεις και συνθήματα.
Κάθε Ιούλιο θυμόμαστε. Κάθε Αύγουστο υποσχόμαστε. Και κάθε Σεπτέμβριο επιστρέφουμε στην πολιτική καθημερινότητα σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Αναρωτήθηκε ποτέ κανείς γιατί, μετά από πενήντα δύο χρόνια, η Κύπρος εξακολουθεί να μην έχει διαμορφώσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να υπερβαίνει τις κυβερνητικές θητείες; Γιατί κάθε Πρόεδρος ξεκινά σχεδόν από την αρχή; Γιατί το Κυπριακό παραμένει αντικείμενο εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεσης αντί να αποτελεί πεδίο εθνικής συνεννόησης;
Η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις του 1974. Γράφεται και από τις αποφάσεις που λαμβάνονται – ή δεν λαμβάνονται – κάθε χρόνο από τότε.
Η ευθύνη, λοιπόν, δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε μία περίοδο ή σε μία κυβέρνηση. Βαρύνει συνολικά το πολιτικό σύστημα που διαχειρίστηκε τις τύχες της Κυπριακής Δημοκρατίας επί μισό και πλέον αιώνα. Κάθε πολιτική δύναμη που κυβέρνησε ή συμμετείχε στη λήψη αποφάσεων έχει το δικό της μερίδιο ευθύνης για τις επιλογές, τις παραλείψεις και τις χαμένες ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ευθύνη του εισβολέα μειώνεται. Αντίθετα, η Τουρκία παραμένει η δύναμη κατοχής και φέρει την ευθύνη για τη συνεχιζόμενη παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Όμως η διαρκής επίκληση της τουρκικής αδιαλλαξίας δεν απαλλάσσει την κυπριακή πολιτική ηγεσία από την ανάγκη αυτοκριτικής για όσα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα ή διαφορετικά.
Η μνήμη δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταθέσεις στεφάνων, μνημόσυνα και επετειακές ομιλίες. Τιμάται όταν συνοδεύεται από ειλικρινή απολογισμό, ανάληψη ευθύνης και μακρόπνοη στρατηγική.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη τιμή προς όσους χάθηκαν το 1974 να μην είναι οι μεγάλες λέξεις. Να είναι το θάρρος να παραδεχθούμε ότι πενήντα δύο χρόνια μετά, το πολιτικό σύστημα οφείλει να εξετάσει με ειλικρίνεια τις επιλογές του και να αναζητήσει έναν πιο συνεκτικό εθνικό προσανατολισμό.
Γιατί η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο εκείνους που οδήγησαν την Κύπρο στην τραγωδία του 1974. Θα κρίνει και όλους όσοι, από τότε μέχρι σήμερα, είχαν την ευθύνη να διαχειριστούν το μέλλον της. Και αυτή η κρίση παραμένει ανοιχτή.
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΠόρισμα καταπέλτης για το “Κράτος-Μαφία” για 15 φυσικά και νομικά πρόσωπα
-
ΓΕΩΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ1 month agoΤουρκική εφημερίδα κάνει λόγο για «ισραηλινή κατάληψη» στην Κύπρο
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΠόρισμα «Κράτος Μαφία»: Πρώτα ενημερώνεται ο Αναστασιάδης, μετά η δημοσιοποίηση
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΜήνυμα ΔΗΠΑ προς Παπαδόπουλο: «Αναμένουμε την πρόσκληση» – Ανοικτοί σε συνεργασία αλλά με όρους
-
MILITAIRE1 month agoΗ σκοτεινή Ευρώπη, μια ιστορία εγκλημάτων! Ηλίας Παπαναστασίου
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΣτο φως νέες λεπτομέρειες για την υπόθεση Χαμάς σε Ελλάδα και Κύπρο
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ1 month agoΟυκρανικό ΥΠΕΞ: Δεν παραιτήθηκε ο πρέσβης στην Κύπρο – Είχε ήδη δρομολογηθεί η ανάκλησή του
-
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month agoΕρντογάν για Κύπρο: «Δεν θα επιτρέψουμε τετελεσμένα» – Γιατί φοβάται ένα μικρό νησί;
-
ΠΟΛΙΤΙΚΗ1 month ago«Κράτος Μαφία»: Σφοδρές αλληλοκατηγορίες μεταξύ ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ
-
ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ1 month agoΗ πλήρης σύνθεση των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών της Βουλής






