Connect with us

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Εκλογές, ακροδεξία, κλίμα, στεγαστικό, απασχολούν τους Κύπριους Ευρωβουλευτές

Published

on

Η άνοδος της ακροδεξίας, η κλιματική αλλαγή, το στεγαστικό, η γεωπολιτική κατάσταση, οι Ευρωεκλογές και η οικονομία γενικά είναι κάποια από τα θέματα που απασχολούν τους Κύπριους Ευρωβουλευτές και για τα οποία συζήτησαν σε συνάντησή τους με δημοσιογράφους από την Κύπρο στο περιθώριο της Ολομέλειας του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο.

Η Ευρωβουλευτής Ελένη Σταύρου, (Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος) αναφέρθηκε στα χαρτοφυλάκια που ανέλαβε κυρίως ως σκιώδης εισηγήτρια, που καλύπτουν μια σειρά θεμάτων, από την επιμήκυνση του προϋπολογισμού για το 2024, τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών στο διαδίκτυο, ευκαιρίες σε νέους αγρότες, βία στην οικογένεια και κατά των παιδιών, έμφυλη βία, και διάφορα άλλα.

Ανέφερε ότι αυτή την εβδομάδα φιλοξενεί και διοργανώνει εκδήλωση με την Κύπρια ζωγράφο Μαρία Λαδόμματου, τα έργα της οποίας πραγματεύονται την κλιματική αλλαγή, περιβαλλοντική καταστροφή και πως αυτό επηρεάζει τη ζωή και καθημερινότητα των ανθρώπων. Σημείωσε ότι αυτός ο προβληματισμός για την ίδια είναι απόρροια του ταξιδιού που έκανε στην Αφρική όπου είδε, όπως ανέφερε, ότι η κλιματική αλλαγή έχει άμεση σχέση και με την μετανάστευση, αφού όταν ο κόσμος δεν μπορεί να καλλιεργήσει εκεί, να ταΐσει τα ζώα του, αναγκάζεται να μεταναστεύσει. «Πρέπει να βοηθήσουμε να σταθούν εκείνες οι κοινωνίες, αφού εμείς αφήνουμε και το μεγαλύτερο αποτύπωμα στον πλανήτη», είπε η κ. Σταύρου. Πρόσθεσε ότι αυτό έχει άμεση σχέση και με σωματεμπορία παιδιών, γυναικών, οργάνων, κλπ.

Ανέφερε ακόμη ότι, προτεραιότητά της αυτή τη στιγμή είναι οι διακρατικές υιοθεσίες, και ότι είχε συναντήσεις με Κομισιόν και με αρμόδιους Υπουργούς στην Ελλάδα για να δίνεται η δυνατότητα υιοθεσίας παιδιών μέσω άλλων κρατών μελών της ΕΕ. Σημείωσε ότι το οικογενειακό δίκαιο δεν διέπεται από τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, έγκειται στα εθνικά κοινοβούλια, άρα αυτό που μπορεί να γίνει είναι διμερείς συμφωνίες. Είπε ακόμη ότι μέσα από τη δράση της θέλει να αναδείξει τις επιπτώσεις στη ψυχική και σωματική υγεία των γυναικών οι ανεπιτυχείς εξωσωματικές γονιμοποιήσεις, αλλά και το οικονομικό κόστος.

Για την κατάσταση στην περιοχή, η κ. Σταύρου ανέφερε ότι ανησυχεί για τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή και στο ότι επεκτείνεται και στην Υεμένη, και στον Λίβανο, αλλά και στις ΗΠΑ με τη συμμετοχή της χώρας και της Γαλλίας στα κτυπήματα κατά των Χούθι. Ανησυχεί επίσης, πρόσθεσε, που η Τουρκία δίνει καταφύγιο στους αρχηγούς της Χαμάς, και ότι συνεχίζει να έχει αδιάλλακτη στάση στο Κυπριακό, και ότι μαζεύει στρατιωτικές δυνάμεις στην Κύπρο. Πρέπει να δούμε και κάποια βήματα από την Τουρκία, πριν αρχίσουμε να δίνουμε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, είπε, ακόμη.

Είπε ακόμη ότι, ο Ευρωπαίος πολίτης δεν αισθάνεται ασφαλής ούτε στα εσωτερικά ούτε στα εξωτερικά του σύνορα, και αναρωτιέται κατά πόσο η αμυντική κάλυψη από το ΝΑΤΟ είναι αρκετή.

Ο Ευρωβουλευτής Γιώργος Γεωργίου (Ομάδα της Αριστεράς), αναφέρθηκε στις Ευρωεκλογές σημειώνοντας ότι, με τις εκλογές η Ευρώπη αναμετράται με το μπόι και την αξιοπιστία της, και τη δυνατότητα της να υπάρχει ως ξεχωριστή γεωπολιτική αυτόνομη οντότητα μακριά από εξαρτήσεις και να σεβαστεί τις διακηρυκτικές της αξίες, τις οποίες όπως είπε, «δεν σέβεται», και να διαφυλάξει τη δημοκρατία, την ειρήνη και την κοινωνική ευημερία των πολιτών της.

Αυτή την περίοδο υπολείπεται η Ευρώπη σε αυτά τα ζητήματα, πρόσθεσε, και αναφέρθηκε σε «ανθρωποσφαγή» στην Παλαιστίνη, και σε έξαρση στρατικοποίησης της ίδιας της Ευρώπης, και έντονης εξάρτησης της από το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, σκάνδαλα, και άνοδο της ακροδεξιάς «σε σημείο τρομακτικό». Σημείωσε ότι δεν είναι μηδενιστής, και αναφέρθηκε στα «καλά της Ευρώπης», τα οποία, όπως είπε, συμβάλλουν και στην βελτίωση και της Κυπριακής κοινωνίας και Κράτους, αλλά ότι βρίσκονται σε αυτό το αξίωμα για να λένε την αλήθεια.

«Ως άνθρωποι της Αριστεράς είμαστε, κριτικοί, μαχητικοί, αξιόπιστοι και με αυτή τη δύναμη που μας δίνουν οι πολιτικές μας θέσεις, θα πάμε στα εκλογές τον Ιούνιο του 2024 για να υλοποιήσουμε τους στόχους που έχουμε θέσει ως χώρος, να εκλέξουμε δύο ευρωβουλευτές με ένα ψηφοδέλτιο πολύ ισορροπημένο», ανέφερε.

Για το θέμα της Λετονής Ευρωβουλευτού για την οποία ξεκίνησε έρευνα μετά από ισχυρισμούς ότι συνεργάστηκε με ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών, ο κ. Γεωργίου εξέφρασε τη διαφωνία του με τον τρόπο που το χειρίστηκε η πολιτική του ομάδα. Είπε ότι καταδίκασαν με όλη τους την ψύχη την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία, αλλά δεν συμφωνεί με το να κατηγορείται ως κατάσκοπος ο οποιασδήποτε Ευρωβουλευτής που πραγματοποιεί συναντήσεις με Ρώσους για να συζητήσουν κάποια ζητήματα, «και χωρίς στοιχεία και τεκμήρια, μόνο μέσα από υπόνοιες».

Είπε ότι με αυτό τον τρόπο, στο μέλλον, θα μπορούσε να βρεθεί στην ίδια θέση ο οποιασδήποτε Ευρωβουλευτής που θα μπορούσε να είχε μια παρόμοια συνάντηση. Οι συναντήσεις όταν γίνονται μέσα στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων των ευρωβουλευτών δεν μπορούν να στοχοποιούνται, σημείωσε ο κ. Γεωργίου.

Ο Ευρωβουλευτής Νιαζί Κιζιλγιουρέκ που είναι επίσης μέλος της ομάδας της Αριστεράς στο ΕΚ, είπε ότι θα πρέπει η συγκεκριμένη ευρωβουλευτής να έχει δικαίωμα να εισακουστεί η άποψή της. Σε σχόλιο ότι υπήρξαν ισχυρισμοί ότι είναι πράκτορας των Ρώσων, ο κ. Κιζιλγιουρέκ σημείωσε ότι αυτό το κάνουν και τα καθεστώτα Ερντογάν και Πούτιν, όπου, όπως είπε, πρώτα έρχεται η τιμωρία και μετά βρίσκεται ο ένοχος.

Εξέφρασε ακόμη ανησυχία για την άνοδο της ακροδεξιάς, και ειδικά με το τι γίνεται σήμερα στη Γερμάνια, όπου εκατομμύρια άνθρωποι είναι στους δρόμους μετά από αποκάλυψη για σχέδιο του εθνικιστικού κόμματος AfD, για το πως να διώξουν ξένους από τη Γερμανία, ακόμη και άτομα με γερμανική υπηκοότητα των οποίων οι γονείς είναι από άλλες χώρες. Ανέφερε ότι, και σε άλλες χώρες, η ακροδεξιά είχε παρόμοια αφηγήματα, και ότι η ακροδεξιά είναι και κατά της ΕΕ. Αυτό, είπε, είναι απειλή κατά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και πρόκληση για τον φιλελευθερισμό. Σημείωσε ότι οι ανισότητες και ο φόβος για επιβίωση οδήγησαν στην ακροδεξιά, ενώ ότι η ΕΕ δεν θα είναι το ίδιο μετά τις εκλογές, αφού φαίνεται ότι θα είναι πολύ πιο μεγάλη η επιρροή της ακροδεξιάς.

Για τα Ευρωτουρκικά, ο κ. Κιζιλγιουρέκ, είπε ότι θα πρέπει να μάθουμε τι συμβαίνει σε αυτό το πεδίο και αναφέρθηκε σε μυστικές συνομιλίες και για διαπραγμάτευση πίσω από κουρτίνες για το πως θα μπορέσει η Τουρκία να έρθει πιο κοντά στην ΕΕ. Αυτό είπε, βασίζεται στις δικές του ερμηνείες παρακολουθώντας τις εξελίξεις στην Ευρώπη. Ανέφερε ότι η ΕΕ θέλει να έχει την Τουρκία κοντά, η μεν Κύπρος θέλει οι κυπρογενείς υποχρεώσεις της να υλοποιηθούν, όμως ο Ερντογάν αποφεύγει μέχρι τώρα να συνδέσει το Κυπριακό με τις ευρω-τουρκικές σχέσεις και βάζει μπροστά τη γεωπολιτική σημασία της χώρας του.

Είπε ακόμη ότι είναι σημαντική εξέλιξη η άφιξη στην Κύπρο της προσωπικής απεσταλμένης του ΓΓ του ΟΗΕ.

Ο Ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (Ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών), ερωτηθείς από δημοσιογράφο σχετικά με τις ευρωεκλογές, ανέφερε ότι, αν όλα πάνε καλά, θα διεκδικήσει μια θέση στην ηγεσία του ΕΚ. Είπε ότι δεν αποφασίστηκε κάτι ακόμη στο ΔΗΚΟ, όσον αφορά στις υποψηφιότητες.

Κατά τη συνάντηση αναφέρθηκε στο θέμα του κατώτατου εθνικού μισθού και στο κενό στην Κυπριακή νομοθεσία για πολλά επαγγέλματα, αφού δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση ή νομοθεσία που να ορίζει τον εβδομαδιαίο αριθμό ωρών πλήρους απασχόλησης, με αποτέλεσμα, για πολλούς εργαζομένους αυτό να σημαίνει ως και 48 ώρες. Εξήγησε ότι αυτό σημαίνει ότι κάποιοι πληρώνονται €1000 για 38 ώρες εργασίας και κάποιοι για 48 ώρες, σημειώνοντας ότι είναι δυσμενής διάκριση για εκείνους τους εργαζόμενους για τους οποίους δεν υπάρχει νομοθεσία, ούτε συλλογική σύμβαση για τον αριθμό ωρών πλήρους απασχόλησης.

Σημείωσε ότι η σχετική Ευρωπαϊκή Οδηγία λέει ότι μέχρι τις 48 ώρες μαζί με τις υπερωρίες είναι νομικά αποδεκτό, αλλά άλλη Οδηγία αναφέρει ότι ο κατώτατος μισθός που θα καθορίσει ξεχωριστά το κάθε Κράτος-Μέλος θα αποφασιστεί με αντικειμενικούς δείκτες και να διασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση.

Ο κατώτατος μισθός, ανέφερε ο κ. Μαυρίδης, δεν θεσπίστηκε από την ΕΕ μόνο ως ένα ποσό αλλά σε συνάρτηση με αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Πρόσθεσε ότι στην Κύπρο, μόνο για πωλητές/-τριες, που είναι 38 ώρες, και γραφειακό προσωπικό (42 ώρες) είναι νομικά ρυθμισμένα το ωράριά τους.

Ο κ. Μαυρίδης αναφέρθηκε και στο στεγαστικό πρόβλημα, εκφράζοντας την άποψη ότι, η στέγαση θα είναι ένα από τα έντονα δημόσια ζητήματα διαλόγου ενόψει των ευρωεκλογών, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αναφερόμενος στην Κύπρο, σημείωσε ότι δεν μπορεί να κατανοήσει γιατί δεν μπήκε το θέμα αυτό στο Εθνικό Σχέδιο Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, αλλά ούτε και στην αναθεώρησή του, τη στιγμή που η χώρα «καίγεται» από αυτό το οικονομικό-κοινωνικό θέμα. Σημείωσε ότι η Πορτογαλία αιτήθηκε και εγκρίθηκε για ποσό €1.2 δις μόνο για στέγαση.

Ο Ευρωβουλευτής Δημήτρης Παπαδάκης (Ομάδα της Προοδευτικής Συμμαχίας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών), ανέφερε ότι, η πράσινη μετάβαση, αν δεν απευθυνθεί στο λαό και να μπορεί να την αντέξει ο λαός «είναι καταδικασμένη να αποτύχει», και ότι αυτό διαφάνηκε τώρα με τις διαμαρτυρίες των αγροτών. Είπε ακόμη, ότι οι αγρότες στην Κύπρο μπορεί να είναι στην χειρότερη θέση από όλους τους αγρότες της ΕΕ, και αναφέρθηκε στο κόστος παραγωγής των προϊόντων τους και στο ότι οι τιμές πώλησης δεν είναι ικανοποιητικές γι΄αυτούς, και αυτό δημιουργεί ζητήματα. Σημείωσε ότι για να διατηρηθεί ο πρωτογενής τομέας, πρέπει να υπάρξουν διορθωτικές κινήσεις.

Ο κ. Παπαδάκης σημείωσε ακόμη ότι υπάρχει μια δυσαρέσκεια στον κόσμο σε σχέση με το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία καθώς διατίθενται τεράστια κονδύλια για να συνεχιστεί ο πόλεμος, και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είναι εναντίον αυτής της στήριξης αλλά ότι πρέπει να βρεθεί πολιτική λύση. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να στραφεί η ΕΕ, είπε.

Εξέφρασε τη θέση ότι, σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται στη χειρότερη φάση τα τελευταία 9.5 χρόνια που είναι ο ίδιος ευρωβουλευτής, και αναφέρθηκε σε έναν πόλεμο στην Ευρώπη, και σε άλλον ένα δίπλα στην Ευρώπη, και στην αύξηση των τιμών. Σαφώς, όπως είπε, το κάθε κράτος λαμβάνει μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την μεταπανδημική περίοδο, αλλά προστέθηκε και το Ουκρανικό, και τώρα η κατάσταση στην Ερυθρά Θάλασσα, με το κόστος να ανεβαίνει και οι πολίτες να μην μπορούν να ανταπεξέλθουν. Και στην Κύπρο πρέπει να υπάρξουν ενέργειες για να μπορέσει ο κόσμος να ανταπεξέλθει, σημείωσε.

Ο κ. Παπαδάκης ανέφερε ακόμη ότι, στην Κύπρο, το στεγαστικό είναι «το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα» ειδικά για τα νέα ζευγάρια και ότι άλλα Κράτη-Μέλη πήραν χρήματα από το ταμείο ανάκαμψης για ανέγερση κοινωνικών κατοικιών. Η Κύπρος πρέπει να κάνει κάτι για το θέμα αυτό, άμεσα, είπε.

ΠΗΓΗ: ΚΥΠΕ

Off the Record

Τορναρίτης στο Προεδρικό: Αξιοποίηση εμπειρίας ή μήνυμα προς την Πινδάρου;

Avatar photo

Published

on

Ο διορισμός του Νίκου Τορναρίτη ως Ειδικού Πολιτικού Απεσταλμένου του Προέδρου για το Κυπριακό σε Ασία και Αφρική δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ως προς την εμπειρία που φέρνει μαζί του.

Δεκαετίες πολιτικής και κοινοβουλευτικής παρουσίας, μακρά ενασχόληση με το Κυπριακό και, κυρίως, ένα δίκτυο διεθνών επαφών που δεν δημιουργείται από τη μια μέρα στην άλλη. Άρα, από πλευράς αξιοποίησης ανθρώπινου πολιτικού κεφαλαίου, η επιλογή έχει σαφή λογική.

Το παραπολιτικό ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού.

Ο Νίκος Τορναρίτης δεν είναι απλώς ένας πρώην βουλευτής. Είναι ένα πρόσωπο με μακρά διαδρομή στον ΔΗΣΥ. Και ο Νίκος Χριστοδουλίδης επιλέγει ένα τέτοιο στέλεχος για μια αποστολή που συνδέεται άμεσα με την κορυφαία εθνική προτεραιότητα, το Κυπριακό.

Το ερώτημα λοιπόν μεταφέρεται στην Πινδάρου: πώς θα διαβαστεί η κίνηση;

Ως μια θεσμική επιλογή, όπου μπροστά στο Κυπριακό περισσεύουν οι κομματικές γραμμές; Ή ως ακόμη μία κίνηση Χριστοδουλίδη που δείχνει ότι μπορεί να αξιοποιεί πρόσωπα από τον ευρύτερο χώρο του ΔΗΣΥ χωρίς να χρειάζεται πολιτική συμφωνία με την ηγεσία του κόμματος;

Η συγκυρία κάνει το ερώτημα ακόμη πιο ενδιαφέρον. Μόλις σήμερα ο Πρόεδρος επανήλθε δημόσια στις σχέσεις του με τον ΔΗΣΥ, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπικό πρόβλημα με την ηγεσία ή στελέχη του κόμματος και θέτοντας το ερώτημα «πού διαφωνείτε;».

Και υπάρχει ακόμη μία λεπτομέρεια με παραπολιτικό βάρος: τον Ιούλιο ο Τορναρίτης είχε διαψεύσει δημοσίευμα περί πρότασης για συμμετοχή του στο Υπουργικό, δηλώνοντας τότε ότι, εάν αποφάσιζε να αποδεχθεί οποιαδήποτε πρόταση, θα το έκανε δημόσια και με πλήρη διαφάνεια.

Δύο μήνες αργότερα, η πρόταση υπάρχει, είναι δημόσια και έγινε αποδεκτή.

Ο διορισμός, επομένως, μπορεί να διαβαστεί σε δύο επίπεδα: στο θεσμικό, ως αξιοποίηση ενός έμπειρου πολιτικού για το Κυπριακό· και στο πολιτικό, ως υπενθύμιση ότι τα στεγανά ανάμεσα στο Προεδρικό και τον συναγερμικό χώρο παραμένουν διαπερατά.

Και κάπου εδώ η μπάλα περνά στην Πινδάρου.

Γιατί το πραγματικά ενδιαφέρον δεν είναι μόνο γιατί ο Χριστοδουλίδης επέλεξε τον Τορναρίτη.

Είναι τι θα πει τώρα ο ΔΗΣΥ για την επιλογή του.

–Sniper–

Continue Reading

voulitv

Trump’s foreign policy: unconventional methods, traditional goals

Avatar photo

Published

on


*by Euripides L. Evriviades

Trump’s tactics may be disruptive and coercive, but the goal of preserving American economic, technological and strategic dominance is deeply rooted in US foreign policy

What if Donald Trump’s foreign policy is not as chaotic as it looks?

Last year, I argued that beneath the spectacle, contradictions and unpredictability, Trump’s foreign policy had an internal logic. But I stopped short of calling it strategy.

Today, I am more convinced that there is one – grand strategy in fact.

Consider the pieces.

Greenland. Panama. Canada. Venezuela. Iran and Hormuz. Tariffs. Critical minerals. Reindustrialisation. Pressure on allies to carry more of their defence burden. And, increasingly, China.

Viewed separately, these can look like disconnected episodes. Put them on the same map and a pattern begins to emerge.

No conspiracy is required. Nor a secret master plan. Nor is the direction entirely implicit. Elements of it are set out explicitly in the Trump administration’s 2025 National Security Strategy. The question is whether interests, opportunities and events are increasingly moving in the same strategic direction. They do.

Once seen, the pattern is difficult to unsee.

It did not begin with Trump

But this did not begin with Trump.

In 1948, George Kennan, one of the architects of America’s Cold War strategy, observed with unusual candour that the United States possessed about half the world’s wealth with only 6.3 per cent of its population. The task of America, he emphasised, was to devise relationships that would allow it to maintain this “position of disparity” without jeopardising its security.

The world has changed profoundly since then. So has American policy. The methods changed. The purpose changed much less: American preponderance remains the strategic constant. And preponderance has never been merely military. It is economic, technological, commercial and financial too.

This, after all, is what predominant powers do. Britain did it before America. Others did it before Britain. History also records what eventually happened to them.

America nevertheless did something remarkable after 1945. It embedded its enormous power in institutions and alliances from which others also benefited. The resulting Pax Americana has been described by scholars as both hegemony and hegemonic stability. Benign to many. Hegemony to others.

The Marshall Plan helped rebuild Western Europe. Europe and Japan prospered under an American Cold War security umbrella. That umbrella also allowed Europeans to spend more on butter and less on guns. The US supplied dollars, markets, investment and security. The dollars also bought American goods. Prosperity and strategy reinforced each other.

American leadership worked because others had a stake in the system too.

The difference with Trump may therefore lie less in what America seeks than in how openly and coercively he seeks it.

Take Greenland. It is Arctic geography, missile defence, emerging sea routes and critical minerals. Panama is a strategic artery between two oceans. Canada means energy, uranium, minerals and Arctic space. Venezuela brings enormous oil reserves back into the strategic equation.

Then look east.

Hormuz and Malacca are links in the same energy chain. Much of the Gulf oil bound for Asia passes through these maritime chokepoints. China remains heavily dependent on these sea lanes. The United States, by contrast, enjoys enormous domestic energy production, favourable geography and unrivalled global naval reach.

Add Suez, Bab el-Mandeb and emerging Arctic routes and an old strategic truth reappears: whoever can protect – or deny – access to the arteries of global commerce possesses enormous leverage.

Power beyond the battlefield

Twenty-first-century power extends beyond geography.

Semiconductors. Artificial intelligence. Quantum computing. Rare earths. Supply chains. Financial clearing. Capital markets.

And above all, the dollar.

After Nixon severed the dollar’s link to gold in 1971, the emerging petrodollar system further reinforced its global role.

The dollar-centred financial system gives Washington a form of power no aircraft carrier can provide.

Tariffs, too, can be more than protectionism. They can redirect investment, restructure supply chains and turn access to the enormous US market into strategic leverage.

The pieces begin to connect.

The pieces begin to connect

Secure the Western Hemisphere. Protect strategic resources and maritime access. Rebuild industrial capacity. Preserve technological superiority and energy abundance. Make allies carry more of the security burden. Protect the dollar. Prevent China from acquiring enough economic, technological and military power to overturn the strategic balance.

Even apparently separate conflicts can alter the strategic balance in Washington’s favour. Russia, heavily committed in Ukraine, has fewer resources elsewhere. Europe, confronted again by the Russian threat, is rearming, carrying more of its own defence burden and buying more US materiel – benefiting the American defence-industrial base. Regional confrontation has also weakened the ability of Iran to project power. And regional powers assuming greater responsibility in the Middle East can reduce demands on Washington.

None of this proves that these outcomes were scripted in advance. Nor does China explain every American action. Personality, domestic politics, ideology, opportunism and plain miscalculation remain part of the menu.

Grand strategy does not require choreography.

Trump’s methods are unconventional, but the underlying US grand strategy has endured across administrations and eras.

The price of primacy

But therein lies the paradox.

American primacy was never sustained by material power alone. There was soft power too: culture, universities, technology, ideas and the promise of opportunity. The old joke captured the contradiction: “Yankee go home – but take me with you.” Allies sought American protection. Governments accumulated dollars. Investors put their money into American markets.

Underlying much of this was trust – the intangible tangible. And immensely consequential.

Power was reinforced by legitimacy and, critically, consent.

As allies are increasingly treated as clients to be pressured, markets used as instruments of coercion, economic dependence turning into vulnerability, and rules made negotiable according to power, the search for alternatives begins.

Allies are hedging. Diversifying. Building alternative supply chains. Exploring other payment systems. Strengthening regional arrangements. Reducing dependence upon the United States. Even shifting gold reserves out of North America, as France and the Netherlands have recently done.

Historically, the pattern is hardly new. Predominant powers have always sought to preserve their predominance. By overreaching, they can also accelerate their own decline. The ancient Greeks had a word for it: hubris.

The problem, therefore, is not that there is no grand strategy. There is.

The danger lies elsewhere.

The methods used to preserve American primacy are already helping to erode the trust, legitimacy and consent that made it sustainable.

America may win many of the transactions.

The larger question is whether, in so doing, America weakens the very system on which its indispensability rests.

*Euripides L. Evriviades is a former ambassador to the US and high commissioner to the UK. He is now a senior fellow at the Cyprus Centre for European and International Affairs, University of Nicosia

Continue Reading

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Το νέο στοίχημα της Μακαρίου: Εμπόριο, ακίνητα και επενδύσεις

Avatar photo

Published

on

Η επόμενη ημέρα της Λεωφόρου Μακαρίου δεν είναι πρωτίστως κυκλοφοριακό ζήτημα. Είναι ένα σύνθετο οικονομικό και επενδυτικό στοίχημα για την εμπορικότητα, την αξία των ακινήτων, την προσέλκυση κεφαλαίων και, τελικά, το μέλλον του κέντρου της Λευκωσίας.

Του Ανδρέα Μουζουρίδη
Μέλος Διοικητικού Συμβουλίου Invest Cyprus – Cyprus Investment Promotion Agency

Η συζήτηση για τη Λεωφόρο Μακαρίου έχει επιστρέψει δυναμικά στον δημόσιο διάλογο, με επίκεντρο τα κενά καταστήματα, την πρόσβαση, τη στάθμευση και την κυκλοφορία. Πρόκειται για εύλογες ανησυχίες, οι οποίες όμως κινδυνεύουν να περιορίσουν ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα σε ένα απλοποιημένο δίλημμα: αυτοκίνητα ή πεζοί.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό: Τι θέλουμε να είναι η Μακαρίου σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια;

Για δεκαετίες, η λεωφόρος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επιχειρηματικούς άξονες της πρωτεύουσας. Σήμερα καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον, όπου το λιανικό εμπόριο μετασχηματίζεται, τα εμπορικά κέντρα έχουν αλλάξει τις καταναλωτικές συνήθειες και το ηλεκτρονικό εμπόριο ενισχύει τον ανταγωνισμό.

Η Μακαρίου, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένας δρόμος. Είναι ένα σημαντικό οικονομικό, εμπορικό και επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο της Λευκωσίας, το οποίο σήμερα, κατά την άποψή μου, δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητές του.

Τα κενά ακίνητα είναι ένα σημαντικό σύμπτωμα, όχι όμως ολόκληρο το πρόβλημα. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στις 21 Αυγούστου 2026, από τα 106 ισόγεια υποστατικά στη Μακαρίου, τα 70 είναι ενοικιασμένα, ενώ 36 παραμένουν κενά. Περίπου ένα στα τρία, επομένως, δεν βρίσκεται σήμερα σε παραγωγική χρήση.

Η εικόνα αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Θα ήταν όμως εξίσου λανθασμένο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κυκλοφοριακή ρύθμιση της λεωφόρου.

Η εμπορικότητα μιας περιοχής επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: προσβασιμότητα, στάθμευση, ενοίκια, ποιότητα κτιρίων, σύνθεση επιχειρήσεων, αγοραστική δύναμη, επισκεψιμότητα, εστίαση, ψυχαγωγία και χρήσεις των ανώτερων ορόφων.

Ένα πολυπαραγοντικό οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μία μόνο λύση.

Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων της Λευκωσίας εξακολουθεί να παρουσιάζει επενδυτικό ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει επενδυτική διάθεση στην πρωτεύουσα, αλλά γιατί μεγαλύτερο μέρος αυτής δεν διοχετεύεται στο κέντρο και ειδικότερα στη Μακαρίου.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πρόκληση. Πρέπει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε η σχέση απόδοσης και κινδύνου να γίνει πιο ελκυστική για ιδιοκτήτες, επιχειρηματίες ανάπτυξης γης και επενδυτές.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γίνει ένα «υπαίθριο mall». Το συγκριτικό της πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς σε όσα ένα εμπορικό κέντρο δυσκολεύεται να αναπαράγει: την αυθεντική αστική ζωή και τη συνύπαρξη δημόσιου χώρου, αρχιτεκτονικής, ιστορίας, πολιτισμού, εστίασης, εργασίας και κατοικίας μέσα στον πραγματικό ιστό της πόλης.

Αυτό είναι το στοιχείο που μπορεί να μετατρέψει τη Μακαρίου από έναν δρόμο εμπορικής διέλευσης σε έναν σύγχρονο αστικό προορισμό.

Το εμπορικό κέντρο προσφέρει ευκολία. Η Μακαρίου μπορεί να προσφέρει κάτι περισσότερο: εμπειρία, ταυτότητα και αστική ζωή.

Αυτό σημαίνει μετάβαση από ένα μοντέλο που βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο retail σε ένα μοντέλο μικτών χρήσεων. Κατάλληλα ακίνητα μπορούν να συνδυάζουν καταστήματα και εστίαση στο ισόγειο με γραφεία, κατοικίες, serviced apartments ή hospitality στους ανώτερους ορόφους, όπου το πολεοδομικό πλαίσιο το επιτρέπει.

Έτσι δημιουργούνται περισσότερες πηγές εισοδήματος, μειώνεται η εξάρτηση από έναν μόνο τύπο χρήσης και ενισχύεται η δραστηριότητα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.

Δεν αρκεί να περιμένουμε τους επενδυτές. Πρέπει να δημιουργήσουμε επενδυτικές ευκαιρίες στις οποίες αξίζει να επενδύσουν.

Ένα πρακτικό πρώτο βήμα θα μπορούσε να είναι η δημιουργία ενός Makariou Investment Map – Επενδυτικού Χάρτη Μακαρίου, με καταγραφή των κενών και υποαξιοποιημένων ακινήτων, των δυνατοτήτων ανακαίνισης ή επαναχρήσης και των πιθανών μοντέλων ανάπτυξης.

Ο στόχος δεν θα ήταν απλώς να καταγραφούν τα κενά ακίνητα, αλλά να αναδειχθούν συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες και να γίνει πιο εύκολη η σύνδεση ιδιοκτητών, developers, επιχειρήσεων και επενδυτών.

Παράλληλα, χρειάζονται στοχευμένα κίνητρα για ανακαινίσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και έργα μικτής χρήσης, αλλά και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.

Για έναν επενδυτή, ο χρόνος δεν είναι ακόμη μία διοικητική λεπτομέρεια. Ο χρόνος είναι κεφάλαιο και, επομένως, κόστος.

Η προσβασιμότητα παραμένει κρίσιμη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένας σύγχρονος εμπορικός δρόμος πρέπει να λειτουργεί ως διάδρομος διέλευσης αυτοκινήτων.

Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σύστημα κινητικότητας: επαρκής περιμετρική στάθμευση, αποτελεσματική δημόσια συγκοινωνία, χώροι φορτοεκφόρτωσης, taxi και drop-off, ασφαλείς πεζές διαδρομές και καλύτερη σύνδεση με τους υπόλοιπους εμπορικούς άξονες.

Ο στόχος είναι απλός. Να μπορεί ο καταναλωτής, ο εργαζόμενος και ο επισκέπτης να φτάσει εύκολα στη Μακαρίου, χωρίς να χρειάζεται να διασχίσει τη Μακαρίου με το αυτοκίνητό του.

Μια σύγχρονη εμπορική περιοχή, όμως, δεν αρκεί μόνο να αναβαθμιστεί. Πρέπει και να διαχειρίζεται επαγγελματικά.

Η εμπειρία πόλεων όπως το Λονδίνο και το Άμστερνταμ, μέσα από μοντέλα όπως τα Business Improvement Districts (BIDs) και τα Business Investment Zones (BIZ), δείχνει ότι η συνεργασία επιχειρήσεων, ιδιοκτητών και τοπικής αυτοδιοίκησης μπορεί να δημιουργήσει οργανωμένη διαχείριση μιας εμπορικής περιοχής. Στο Λονδίνο λειτουργούν σήμερα περισσότερα από 70 BIDs, ενώ στο Άμστερνταμ λειτουργούν 91 BIZ.

Τα μοντέλα αυτά μπορούν να υποστηρίξουν δράσεις για τη φροντίδα του δημόσιου χώρου, την καθαριότητα, την ασφάλεια, το marketing, τις εκδηλώσεις, την προβολή της περιοχής και την προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Μια αντίστοιχη προσέγγιση θα μπορούσε να εξεταστεί και για τη Μακαρίου, προσαρμοσμένη στα δεδομένα και στις ανάγκες της Λευκωσίας.

Ένας δρόμος που θέλει να προσελκύει κόσμο, κατανάλωση, επιχειρήσεις και νέες επενδύσεις δεν μπορεί να λειτουργεί ως ένα σύνολο μεμονωμένων ιδιοκτητών και επιχειρήσεων.

Χρειάζεται επαγγελματική και οργανωμένη διαχείριση ενός ενιαίου εμπορικού προορισμού, με συντονισμό, στρατηγική, marketing, εκδηλώσεις, φροντίδα του δημόσιου χώρου και ενεργή προσέλκυση νέων επιχειρήσεων και επενδύσεων.

Η ανάπλαση της Μακαρίου δημιούργησε έναν αναβαθμισμένο δημόσιο χώρο. Το επόμενο και δυσκολότερο βήμα είναι να δημιουργηθεί γύρω από αυτόν ένας βιώσιμος οικονομικός χώρος.

Ένας χώρος όπου ο καταναλωτής θα έχει λόγο να επιστρέφει, ο επιχειρηματίας θα μπορεί να αναπτύσσεται, ο ιδιοκτήτης θα έχει κίνητρο να αναβαθμίσει το ακίνητό του και ο επενδυτής θα βλέπει πραγματικές προοπτικές δημιουργίας αξίας.

Γι’ αυτό η συζήτηση δεν πρέπει να εξαντλείται στο ερώτημα αν η Μακαρίου πρέπει «να ανοίξει ή να κλείσει». Είναι ένα πολύ μικρό ερώτημα για ένα πολύ μεγαλύτερο οικονομικό ζήτημα.

Το πραγματικό στοίχημα είναι να δημιουργήσουμε ένα νέο μοντέλο αστικής οικονομίας, εμπορίου, επενδύσεων και ανάπτυξης.

Δεν πρέπει απλώς να περιμένουμε να επιστρέψει η παλιά εμπορικότητα της Μακαρίου. Πρέπει να δημιουργήσουμε τη νέα.

Η Μακαρίου δεν χρειάζεται να γυρίσει πίσω. Χρειάζεται να πάει μπροστά.

Continue Reading
Advertisement

Viral

(c) 2017-26 | Vouli.TV. All Rights Reserved. Developed by UnitrustMedia